Καναπές από τα ένδοξα ’90s

Ο Καναπές των Ενενήντα

Παιδιά, έχουμε μια έκπληξη για εσάς! είπε η Αμαλία Κωνσταντίνου, λάμποντας σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο, κοιτάζοντας προσεκτικά το σχεδόν άδειο, καινούριο μας σαλόνι. Αποφασίσαμε να σας χαρίσουμε τον καναπέ μας!

Για μια στιγμή ο κόσμος πάγωσε. Κοίταξα τον Νίκο. Χαμογελούσε σφιγμένα, σαν να είχε μόλις καταπιεί λεμόνι.

Μαμά, μπαμπά, ελάτε τώρα… είναι ακόμα σε καλή κατάσταση, ξεκίνησε δειλά. Μήπως τον χρειάζεστε εσείς ακόμα;

Άστα τώρα αυτά! κουνούσε το χέρι του ο Παναγιώτης. Πήραμε καινούριο. Μοντέρνο. Αυτός είναι καλός, γερός, με ξύλινο σκελετό! Τέτοια δεν φτιάχνουν πια. Σας χρειάζεται για το ξεκίνημα. Και οικονομία κιόλας.

«Για το ξεκίνημα». Αυτή η φράση ακούστηκε σαν απόφαση δικαστηρίου. Φανταζόμουν ήδη τον καναπέ εκεί. Το βυσσινί τέρας με τα σκαλισμένα πόδια που όλα τα χρόνια που ζούσα μαζί τους το αποκαλούσα μόνο «Το Τέρας του Σαλονιού». Καταλάμβανε τη μισή σάλα τους. Θα καταλάμβανε τη μισή δική μου.

Κυρία Αμαλία, είναι πολύ γενναιόδωρο από εσάς, απλά… έψαχνα λόγια. Οι γραμμές μας όμως… το φανταζόμασταν λίγο πιο… μοντέρνο.

Μοντέρνο, ε; έσκυψε σα χαμογελαστή γάτα η πεθερά μου. Αυτές οι μανίες με τα άσπρα κουτιά θα περάσουν. Η γερή η επίπλωση κρατά. Θα με θυμηθείς, Μαρία μου. Θα φέρουμε αύριο τους μεταφορείς.

Και τον έφεραν. Δυο φορτηγατζήδες ξεφύσησαν φέρνοντας αυτό το βυσσινί θεριό στο ηλιόλουστο σαλόνι μου, με τα τέλεια δρύινα δάπεδα. Όταν έφυγαν, εγώ κι ο Νίκος στεκόμασταν μπροστά του σιωπηλοί. Ο καναπές στόλιζε τον τοίχο, αλλά έπνιγε το δωμάτιο. Τα σκαλιστά πόδια του σαν γαμψά δάχτυλα δάγκωναν το παρκέ. Η μυρωδιά παλιού βελούδου, σκόνης και κάτι γλυκερού γέμιζε τα πάντα.

Τουλάχιστον θα έχουμε πού να καθόμαστε, έκανε ο Νίκος ειρωνικά.

Πήγα στην κουζίνα. Ήξερα ότι δεν ήταν καναπές ήταν δούρειος ίππος. Μέσα του είχαν κρύψει γονεϊκές προσδοκίες, ενοχές και υποχρεώσεις. Κι ετούτος ο ίππος στεκόταν τώρα στην καρδιά του σπιτιού μου.

***

Τρεις μήνες σχεδίαζα το σαλόνι. Κάθε βράδυ μετά τη δουλειά ξεφύλλιζα καταλόγους Iκέα, έκανα σκίτσα, αποθήκευα φωτογραφίες. Το σαλόνι, δεκαοχτώ τετραγωνικά, μεγάλα ανατολικά παράθυρα. Το πρωινό φως, δρυς ξανθός, τοίχοι βαμμένοι γαλακτερό λευκό. Είχα βρει λινές κουρτίνες, διάφανες, ίσα να χαϊδεύουν το φως. Ο γωνιακός καναπές; Γκρι, ελαφρύς, πάνω σε λεπτά ξύλινα ποδαράκια. Ένα μικρό coffee table, ανοιχτόχρωμο ξύλο και μέταλλο. Στον απέναντι τοίχο μια ραφιέρα για βιβλία, μια λεπτή για τηλεόραση. Μίνιμαλ. Αέρας. Φως.

Αλλά τώρα… Τώρα δεσπόζει το θηρίο: καναπές εποχής ’90, αγορασμένος λίγο μετά το γάμο των γονιών του Νίκου, μονίμως ντυμένος με βυσσινί βελούδο. Φθαρμένη ταπετσαρία με τριαντάφυλλα και αόριστα φύλλα. Τα πλάγια είχαν ήδη τρύπες από το ακούραστο ξύσιμο χεριών και γατών τη γέμιζε το κίτρινο αφρολέξ. Οι ξύλινες, βαριές προσθήκες στην πλάτη, κομμάτια τους σπασμένα από τα χρόνια. Τα πόδια του; Σαν πατούσες λιονταριού, αταίριαστα στο σύγχρονο περιβάλλον. Μήκος τριάμισι μέτρα, βάθος ένα, και όποιος καθόταν μετά βίας ξανασηκωνόταν. Οι σούστες έτριζαν, και η μια είχε στραβώσει αφήνοντας έναν κρατήρα. Όλες οι μαξιλάρες κατρακυλούσαν μέσα του.

Το πιο τρομακτικό όμως; Η μνήμη που κουβαλούσε. Ήταν η ιστορία βίου μιας γενιάς: βλέπαν τηλεόραση, άραζαν τρώγοντας ηλιοσπόρια, κοιμόντουσαν μεσημέρι στα ποδάρια του. Έσταζε λαδάκι φαγητού, μύριζε τον καπνό του Παναγιώτη, τις πουδριέρες της πεθεράς μου, τα φαγητά της. Σα να είχε αρπάξει όλη τη ρουτίνα και την είχε ενσωματώσει. Τώρα ήρθε να καταπιεί τη δική μου ζωή.

Το ίδιο βράδυ έριξα από πάνω του ένα τεράστιο λευκό σεντόνι, ελπίζοντας τουλάχιστον να τον σκεπάσω προσωρινά. Τα πόδια του πετάγονταν σαν βρυκόλακες σε παιδική φωτογραφία. Το σεντόνι μάζευε ζάρες, έπεφτε, με ενοχλούσε. Τα παράτησα απογοητευμένη.

Να πάρουμε κάλυμμα; είπε ο Νίκος παρακολουθώντας το πρόσωπό μου.

Σε τριάμισι μέτρα; Και με τα σκαλιστά πόδια; Λες να το λύσει; Το θέμα δεν είναι το χρώμα. Είναι ότι πιάνει τον μισό χώρο.

Δεν απάντησε. Πάντα δε μιλούσε όταν προέκυπταν ζητήματα γονιών του. Ήξερα γιατί. Στο σπίτι του τίποτα δεν πετιόταν αν „κρατούσε” ακόμα. Ο συνταξιούχος στρατιωτικός πατέρας του τον είχε μάθει οικονομία. Η μάνα του την αποταμίευση. Κάθε πράγμα κλεισμένο μακριά, μην τυχόν και χρειαστεί.

Κι εγώ; Γιατί να πληρώνω ενοχές για αξίες που δεν είναι δικές μου; Γιατί να θυσιάσω τον προσωπικό μου χώρο στο όνομα της «παντοτινής» επίπλωσης;

Την επόμενη μέρα χτύπησε το τηλέφωνο.

Μαράκι, πώς κάθεται ο καναπές; Βολικός; η φωνή της Αμαλίας τρυφερή και αφελής.

Ευχαριστώ πολύ… απάντησα σφιγμένη. Είναι… εντυπωσιακός.

Ε, βέβαια! Το 93 τον πήραμε. Ο μπαμπάς σου έφερευρώ από τη Γερμανία όπου δούλευε λίγο καιρό. Τότε φτιάχνανε καλά πράγματα, όχι σαν τώρα, που όλα είναι για έξι μήνες και μετά πέταμα. Αυτός θα σας κρατήσει τουλάχιστον άλλα είκοσι χρόνια!

Είκοσι χρόνια. Φαντάστηκα τον εαυτό μου για δύο δεκαετίες πάνω σε βελούδινο μαμούθ και με έπιασε κρίση.

Εσείς πήρατε καινούριο τελικά;

Ναι, γκρι, μικρούλι, με τεχνολογία „ευροκρεβάτι”. Μετα-τρέπεται, πιάνει λίγο χώρο. Εμείς γρίπη πια… Εσάς όμως, παιδιά νέα, θέλει κάτι άνετο, επιβλητικό! Σαν τον καναπέ μας!

Έκλεισα το τηλέφωνο και κάθισα κάτω, στο πάτωμα δίπλα στο τέρας. Δικοί τους πήραν καινούριο, σύγχρονο, κι εμάς μας «χάρισαν» ό,τι ήθελαν να ξεφορτωθούν. Μεταμφιεσμένο σε οικογενειακή παράδοση.

Μα εγώ δεν ήθελα καμία παράδοση στο σαλόνι μου.

***

Πέρασε βδομάδα. Προσπάθησα. Καθόμουν κάθε πρωί με τον καφέ προσπάθησα να βολευτώ κατρακύλαγα στη λακκούβα στη μέση, οι σούστες μού έσπαγαν την μέση. Το βράδυ, εγώ κι ο Νίκος μπροστά στην τηλεόραση… το βελούδο έτριζε, μύριζε «παρακμή» και παλιές συνήθειες. Ένιωθα βρωμιά παντού: δέρμα, μαλλιά, ρούχα.

Δεν τολμούσα να καλέσω φίλες. Ντρεπόμουν. Εγώ, διακοσμήτρια, υποδεχόμουν στον θρόνο των 90s. Όταν η Άννα, η καλύτερή μου φίλη, ήρθε για το «καλορίζικο», στάθηκε στην πόρτα.

Μεγάλη υπόθεση αυτό το πράγμα, ε; είπε καρφωτά.

Δώρο των πεθερικών, ψέλλισα χαμογελαστά.

Δώρο; περπάτησε γύρω του, σαν αιλουροειδές που εξετάζει θήραμα. Μα εσύ μου έδειχνες ένα γωνιακό, σύγχρονο, όμορφο… αυτό…

Το τέρας! συμπλήρωσα.

Αυτό! Εξαϋλώνει όλη σου τη δουλειά. Τον αέρα, το φως, τα πάντα!

Ξέρω… Φτιάξαμε τσάι στην κουζίνα. Δίπλα στον καναπέ ούτε κατά διάνοια να κάτσουμε. Τι να κάνω όμως; Το έφεραν με τόση περηφάνια! Σκανάρισμα κάθε μέρα με το ερώτημα «πώς πάει ο καναπές»!

Καναπεδάκι; καγχάζει η Άννα. Αυτό είναι ιερό τέρας! Δεν μπαίνει πια τίποτα άλλο εδώ, το ξέρεις; Ούτε πολυθρόνα, ούτε τραπεζάκι, ούτε ράφια.

Το ήξερα. Ο καναπές διέταζε. Όλα στο έλεός του.

***

Πέρασαν δεκαπέντε μέρες. Οι γονείς του Νίκου ήρθαν για καφέ. Οργάνωνα τα πάντα προσεκτικά: ρύθμιση χρόνου με κινητό σαράντα λεπτά όριο επιβίωσης. Μόλις εισήλθαν, με το γνωστό τσαντάκι από τον Σκλαβενίτη κι ένα βάζο γλυκό του κουταλιού, καρφώθηκαν στον καναπέ.

Τέλειο! αναφώνησε η Αμαλία, Δες πώς ταιριάζει, Παναγιώτη!

Ο Παναγιώτης έκανε το τεστ-σούστα: έκατσε, αναπήδησε.

Σταθερός! Και δυνατός, καμία σχέση με αυτά της Ικέας. Ό, τι πρέπει.

Ο Νίκος χαμογελούσε άβολα. Εγώ όρθια, γαντζωμένη στον μετρητή. Τριάντα οκτώ λεπτά.

Μαρία, έχεις σκυθρωπιάσει! Δεν σου άρεσε ο καναπές;

Όχι, απλά είναι μεγάλος. Σκεφτόμουν κάτι πιο μικρό…

Μικρό; Γιατί μικρό; Θα κάνετε παιδιά! Πού θα χωράτε όλοι μαζί; Αυτός είναι νησί ολόκληρο! Και γκεστ φιλοξενεί.

Πραγματισμός. Η αγαπημένη τους λέξη. Όλα είναι θέμα πρακτικότητας, όχι αισθητικής.

Και το τραπεζάκι πού είναι; Και τηλεόραση;

Δεν πήραμε ακόμα, ψέλλισε ο Νίκος.

Τι περιμένετε; Τράβα βάλ το στον τοίχο, τραπεζάκι έχουμε στο εξοχικό, το φέρνουμε άμα θέλετε!

Φαντάστηκα τραπεζάκι όμοιο με τον καναπέ: βαρύ, σκοτεινό, κι άλλο τέρας.

Όχι, σας ευχαριστούμε, είπα απόλυτα. Θέλουμε κάτι δικό μας. Πιο ελαφρύ.

Με κοίταξε αποπαίρνοντας.

Μαρία μου, να βοηθήσουμε προσπαθούμε. Γιατί να ξοδεύεστε ενώ τα έχουμε;

Γιατί είναι το σπίτι μας, βγήκε άθελά μου. Και θέλουμε να το φτιάξουμε όπως μας αρέσει.

Βάρυνε η ατμόσφαιρα. Ο Νίκος χλόμιασε. Ο Παναγιώτης σφίχτηκε. Η Αμαλία έσφιξε τα χείλη.

Εννοείται πως είναι δικό σας, είπε ψυχρά. Εμείς μόνο να βοηθήσουμε θέλαμε. Αν δε χρειάζεστε…

Ο Νίκος το «μάζεψε»: «Μαμά, η Μαρία δεν εννούσε… δεν έχουμε καταλήξει ακόμα.»

Κούνησα το κεφάλι. Το χρονόμετρο έλεγε ακόμα δεκαοχτώ λεπτά.

Ήπιαμε τσάι ποτισμένο με παρεξηγήσεις. Όταν έφυγαν, ο Νίκος με κατηγόρησε πως τους πρόσβαλα, πως είναι δώρο, οικονομία, παράδοση.

Είναι, όμως, το σπίτι μας, φώναξα. Και δεν με ρώτησε κανείς τι ήθελα!

Κοιμήθηκε στο σαλόνι, εγώ στο υπνοδωμάτιο. Τον βρήκα με το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι, κλαμμένο. Ο τριανταδιάχρονος προγραμματιστής, ψύχραιμος πάντα, έκλαιγε πάνω στο βυσσινί τέρας.

Κάθισα δίπλα του, μίλησα χαμηλόφωνα. Συγγνώμη. Δεν το ήθελα. Ξέρω… αλλά ήταν σημαντικό γι αυτούς. Κέρδισαν τον καναπέ με κόπο, ήταν ακριβός τους. Ήθελαν να μας αφήσουν κάτι.

Μα εγώ δεν θέλω ιστορίες αλλωνών στη ζωή μου, ψιθύρισα. Θέλω τη δική μας.

***

Προσπάθησα να τον εντάξω στο σαλόνι. Έβαλα ανοιχτόχρωμα μαξιλάρια, γλαστράρασα φίκους, δημοσίευσα ερωτήσεις σε ελληνικά σάιτ διακόσμησης «πώς να παντρέψετε παλιά με μοντέρνο». Τίποτα. Ο καναπές δε φίλιωσε με τίποτα. Ήταν σαν να φέρεις τον χρυσόδουλο της θείας σου σε ένα loft στα Εξάρχεια.

Η Άννα ξαναήρθε. Βγάλ τον. Πούλα το στο marketplace ή χαρίσ τον. Μην ζεις όμηρη ενός καναπέ! Θα γεμίσει τα πάντα, σιγά τα λάχανα να φέρουν κι άλλα μετά τραπέζια, χαλιά, σερβίτσια… Όλο το σπίτι θα μοιάζει με κληρονομιά.

Και τι λέω στους γονείς; θα με βρίζουν για μια ζωή.

Πες „επισκευή”, „λεκέδες”, „σκυλί τον κατέστρεψε”. Δεν έχουμε σκυλί. Βρες ένα! χαμογέλασε.

***

Το επόμενο Σάββατο, οι φίλοι του Νίκου, Δήμος και Λευτέρης, πέρασαν για μπύρα.

Καλέ, τι είναι τούτο; γέλασε ο Δήμος, βουλιάζοντας μέσα στη λακκούβα. Σαν του παππού μου! Θηρίο από το 80.

Της γιαγιάς μου είχε βγει μύγα θησαυρού εκεί μέσα, πρόσθεσε ο Λευτέρης. Για δες, έχεις εξετάσει για σκόρους;

Σκόρους! Πανικοβλήθηκα. Έπιασα αμέσως να τον ψάχνω, με φανάρι. Βρήκα, αντί για έντομο, μια μαραμένη τσουρεκίτσα, ξεχασμένη, καλυμμένη με μούχλα μνημείο παλαιότητας. Ήταν η απόδειξη: ο καναπές δεν ήταν απλώς παλιός ήταν εστία μικροβίων.

Έκλαψα από απόγνωση. Δεν άντεχα πια. Φώναξα τον Νίκο:

Βρες λύση. Ή καναπές, ή εγώ.

Άρχισε το γολγοθά του τηλέφωνου. Τρεις μέρες προσπαθούσε να βρει τον χρόνο και το κουράγιο να μιλήσει στη μάνα του. Τελικά το είπε:

Μαμά, δεν χωράει. Θέλουμε κάτι δικό μας…

Η Αμαλία έκλεισε το τηλέφωνο κλαίγοντας, ο Παναγιώτης κατήγγειλε „αχαριστία”. Το Σάββατο ήρθαν να τον πάρουν πίσω, σοβαροί, αμίλητοι. Ο καναπές κόλλησε στην πόρτα, έξυσαν τον τοίχο για να τον ξεμπλοκάρουν. Ο Παναγιώτης έγνεψε στον μεταφορέα: Στην Μαυροθαλασσίτισσα! δηλαδή κατευθείαν για σκουπίδια.

Έμεινα σιωπηλή κοιτώντας το σαλόνι, τώρα γυμνό. Εκεί όπου το πάτωμα φαινόταν πιο σκοτεινό, το σημάδι μιας άλλης εποχής.

Είσαι ικανοποιημένη; ρώτησε βαρύς ο Νίκος.

Δεν ήθελα να φτάσουμε ως εκεί, ψιθύρισα.

Τις επόμενες μέρες αγοράσαμε τον γωνιακό καναπέ που ονειρευόμουν: γκρι, ελαφρύ, κομψό. Τώρα το σαλόνι ήταν το όνειρό μου αλλά μεταξύ μας βαριά η σιωπή. Ο Νίκος υποφέρει, νιώθει προδομένος, εχθρός των γονιών του.

Προσπαθήσαμε να τα ξαναβρούμε. Τους καλέσαμε για φαγητό, μετά κόπων και βασάνων ήρθαν.

Μοντέρνο βέβαια, αλλά… ψυχρό, άδειο, σχολίασε η Αμαλία, παγωμένη, ακουμπώντας στον καινούριο καναπέ. Τα δικά μας κράταγαν για μια ζωή, ετούτα εδώ… άντε ένα δυο χρόνια.

Η εποχή αλλάζει, τόλμησα δειλά. Εδώ μετράει το φως, ο χώρος.

Για εμάς όμως, είπε μετρά η οικογένεια.

Για εμάς μετράει το να φτιάχνουμε τον δικό μας χώρο, απόρησα ήσυχα.

Έφυγαν παγοκολόνες.

***

Ο καιρός πέρναγε. Τηλέφωνα σπάνια. Οι γονείς πια πληγώθηκαν όμως ο Νίκος, αν και θλιμμένος, άρχισε να απελευθερώνεται. Δεν φοβόταν τις απόψεις τους.

Ένα βράδυ του λέω:

Θα το έκανες ξανά;

Λυπάμαι που τους πειράξαμε, αλλά δε μετανιώνω για τον καναπέ, απάντησε.

Καθόμασταν αγκαλιά στο ηλιοβασίλεμα, στην ανοιχτόχρωμη πλέον γωνιά μας. Ο ήλιος έλουζε τις κουρτίνες. Τώρα νιώθαμε πως ο χώρος μας ανήκει.

Ξαφνικά χτυπά το τηλέφωνο. Η Αμαλία.

Μαρία; Λέμε να περάσουμε να σας δούμε…

Ελάτε! γελούσα.

Επίσης… αυτός ο γωνιακός τελικά είναι βολικός; Θέλουμε κάτι ελαφρύ για το εξοχικό…

Να σας δείξω καταλόγους! προτείνω με χαρά.

Πράγματι, το Σάββατο ήρθαν. Πρώτη φορά η Αμαλία κάθισε και δοκίμασε τον καναπέ, χαϊδεύοντας το ύφασμα προσεκτικά.

Άνετος, παραδέχτηκε. «Κοίτα να δεις, τα σύγχρονα ίσως τελικά να αξίζουν».

Κουβεντιάσαμε ήσυχα, χωρίς σκιές. Πριν φύγουν, η Αμαλία με αγκάλιασε:

Μαρία μου, εμείς απλώς θέλαμε να βοηθήσουμε. Συγχώρεσέ μας.

Ξέρω, ανταπέδωσα τη ζεστασιά, και σας ευχαριστούμε.

Από δω και πέρα όμως, φτιάξ τα εσύ όπως σε βολεύει, συνέχισε. Εσένα πρέπει να σου αρέσουν τα πράγματα, όχι σε μας.

Αυτή ήταν η υποχώρηση. Η παραδοχή ότι το σπίτι μου ανήκει σ εμένα.

***

Το βράδυ εγώ κι ο Νίκος καθόμασταν στο σαλόνι μας, ακούγοντας τη βραδινή Σαλονικιά βροχή στα τζάμια.

Ξέρεις, είπε ο Νίκος σκεφτικός, μπορεί ο καναπές να ήταν η απόπειρά τους να μείνουν στη ζωή μας.

Μπορεί, απάντησα. Αλλά τώρα βλέπουν πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι.

Ποιοι;

Ο σεβασμός στην επιλογή μας.

Με αγκάλιασε.

Είσαι δυνατή, είπε ήσυχα. Πιο δυνατή από μένα.

Εσύ είχες το δικό σου ταξίδι, χαμογέλασα.

Καθισμένοι παρέα, ο χώρος μας ήταν επιτέλους δικός μας. Είχαμε καταφέρει να βάλουμε τα όρια, να πούμε το «όχι» όταν χρειαζόταν.

Μερικές μέρες αργότερα, η Αμαλία έστειλε φωτογραφία: ο καινούριος, γκρι, μοντέρνος καναπές τους στο εξοχικό. Πάνω του ένα σεμέν, όπως πάντα. «Μαρία, είχες δίκιο. Βολικός, και ο Παναγιώτης τον συναρμολόγησε μόνος!»

Γέλασα. Γράψαμε ιστορία τη δική μας πια.

Τελικά, μερικές φορές πρέπει να χαθείς λίγο για να βρεις τον εαυτό σου. Να πεις «όχι» για να μπορέσεις να πεις «ναι» σε αυτό που μετράει. Να ξεφορτωθείς το παλιό, για να δώσεις χώρο στο καινούριο.

Και δε μιλάμε μόνο για καναπέδες.

Μαρία, θα πιεις τσάι; φώναξε ο Νίκος από την κουζίνα.

Θα πιω! απάντησα.

Και χαμογέλασα. Γιατί ήμουν πια σπίτι. Στο δικό μου σπίτι. Στο αληθινό.

Oceń artykuł
Καναπές από τα ένδοξα ’90s