Καλοσύνη με Διαθήκη

Καλή τύχη με τη διαθήκη

Μαρία μου, ήρθες πάνω στην ώρα! Δεν ξέρω πια τι να κάνω!

Η Μαρία άφησε τη βαριά σακούλα με τα ψώνια στο παγκάκι και ξαναπήρε μια ανάσα.

Τι έγινε, κυρία Ευγενία;

Συγκρατήσου, Μαρία! Να είσαι ευγενικός, πάντα ευγενικός, ειδικά με τους ηλικιωμένους! Ακόμα κι αν είναι δύσκολοι.

Στο Παγκράτι που μένουμε, όλοι ήξεραν τη φήμη της κυρίας Ευγενίας Καλογήρου. Πιο φασαριόζα γυναίκα, δύσκολα έβρισκες.

Και γυναίκα, λέω, γιατί η Ευγενία είχε μια μοναδική ικανότητα: να κάνει φασαρία πάντα με τους καλύτερους τρόπους, αλλά μπορεί να σε φτάσει στα άκρα.

Καλή μου, δεν έχετε δίκιο.

Μην μου λέτε „καλή μου”!

Άχ, τι ατυχία! Στη δική μου εποχή οι γυναίκες ήταν χαρά να τις λένε „καλές”, τώρα πια… Τι να πούμε, χαμένη γενιά! Αλλά μαζέψτε παρακαλώ τα του σκύλου σας.

Κι αν δεν το κάνω;

Θα το μάθει όλη η γειτονιά, αγαπητή μου!

Όσοι νόμιζαν ότι μικρο-απειλές σαν αυτή ήταν αστεία, πολύ γρήγορα άλλαζαν γνώμη. Διότι η κυρία Ευγενία δεν αστειευόταν. Και δεν το έδειχνε με λόγια, αλλά με πράξεις. Είτε έκανες κάτι που δεν της άρεσε, είτε την έθιγες, την επόμενη μέρα έβρισκες τη φάτσα σου κολλημένη σε αφίσα σε όλη τη γειτονιά. Μια φορά κάθισε που την είχα δει, ολόκληρο πεύκο είχε γεμίσει με φωτογραφίες „Δεν είμαστε υπερήφανοι για αυτούς!”, και κάτω αναλυτική περιγραφή της… παράβασης.

Είχε μάθει να χρησιμοποιεί εκτυπωτή από το γείτονα και τροφοδοτούσε με τόνους χαρτί χάρη στην καλή της σύνταξη και λίγο τη βοήθεια των παιδιών της. Τα περιστασιακά πρόστιμα που της έβαζε το δικαστήριο δεν την πτόησαν ποτέ. Ήταν τακτική στα δικαστήρια, με χαμόγελο έλεγε στους δικαστές, „συγγνώμη που σας τρώω το χρόνο”, και την θεωρούσαν πια αναγκαίο κακόή καλό, ανάλογα με το ποιόν ρώταγες.

Καμιά φορά έφερνε αποτέλεσμα κιόλας. Η μεγαλύτερη „διάσημη” της επιτυχία ήταν όταν κυνήγησε τους δήμαρχους για να φτιαχτεί η αποχέτευση της γειτονιάς. Εδώ και δέκα χρόνια λυσσούσε, αλλά τελικά νίκησε και όλοι, ακόμα και οι οδηγοί που ως τότε έκαναν βουτιές στους δρόμους με κάθε μπόρα, της χρωστούσαν χάρη. Πια την έβλεπαν με άλλο μάτι. Κι όποιος οδηγός ξέφευγε, αναρωτιόταν κάθε φορά μήπως είναι η φάτσα του αυτή που βλέπει περαστικά πάνω στις αφίσες της κυρίας Ευγενίας.

Από αυτήν την τάξη όσοι κουβαλούσαν τον σκύλο χωρίς σακουλάκι, όσες μανάδες προτιμούσαν τον φρέντο και τα κουτσομπολιά από το να προσέχουν τα παιδιά τους στην πλατεία, οι μπαταχτσήδες, οι αφοσιωμένοι στην ρετσίνα και όλοι όσοι αδιαφορούσαν για τους κανόνες συμβίωσης. Όλες αυτές οι φυλές βρήκαν απέναντί τους το θηρίο.

Δεν ήταν όλοι χαρούμενοι μαζί της. Κάποια βράδια είχε κινδυνέψει· της την είχαν στήσει στο δρόμο, επιστρέφοντας από άρρωστη αδελφή. Δεν την χτύπησαν πολύκάποιος τους τρόμαξε, αλλά το πάθος της μεγάλωσε, δεν έσβησε. „Αφού ενοχλώ τόσο, κάπου πετυχαίνω!”

Τα σημάδια πέρασαν, το σπασμένο γόνατο έμεινε. Από τότε την πονούσε με την αλλαγή του καιρού.

Πάλι εκείνη το έπαιρνε με χιούμορ:

Τουλάχιστον ξέρω πότε να πάρω ομπρέλα! Δεν είναι υπέροχο;

Οι δράστες βρέθηκαν γρήγορα και τιμωρήθηκαν παραδειγματικά. Η Ευγενία έγινε όνομα-θρύλος και στο αστυνομικό τμήμα και στα δικαστήριαακόμη και τρεις αστυνόμοι έγιναν φίλοι της, έτοιμοι να τη βοηθήσουν με μια κλήση.

Άλεξανδρε, σε χρειάζομαι! του τηλεφωνούσε και ο μουστακαλής γείτονάς της, τον οποίο βοήθησε να ξεφορτωθεί μάνα-δράκο από το σπίτι του, έτρεχε να τη βοηθήσει.

Κυρία μου, τον καλομεγαλώσατε τόσο άσχημα;

Εγώ άσχημα; Τι λέτε;

Δεν λέω! Αλλά ακόμα του σκουπίζετε τη μύτη; Τόσα χρόνια, κι ακόμα δεν ξέρει να ζει μόνος; Αυτό, αγαπητή, είναι κρίμα!

Από εκείνη τη μέρα η μητέρα του Αλέξανδρου ξεκίνησε να επισκέπτεται λίγο πιο σπάνια, κι εγώ σαν γείτονας της κυρίας Ευγενίας, αναστέναζα με ανακούφιση.

Η Μαρία, κοινωνική λειτουργός εδώ και χρόνια, τα ήξερε όλα αυτά. Οπότε έμεινε κόκκαλο όταν είδε αυτή τη γυναίκα, φοβερή καθώς ήτανε, να κάθεται δακρυσμένη στην είσοδο.

Τι συνέβη;

Μαράκι μου… Η κυρία Σοφία… Η κυρία Σοφία δεν είναι πια μαζί μας…

Η Μαρία σωριάστηκε δίπλα της στο παγκάκι.

Τι μέρα κι αυτή;

Το πρωί είχε πλημμυρίσει ο δρόμος, τα παιδιά άργησαν στο σχολείο και μετά μεγάλη φασαρία με τον άντρα της τον Βασίλη της. Τον αγαπούσε, δεν το συζητάμε. Σπάνιο πια να βρεις τόσο καλό άνδρα: δεν πίνει, δεν καπνίζει, αγαπά τη γυναίκα και τα παιδιά, και βγάζει και καλά λεφτά. Η Μαρία το ήξερε κι ας της το έλεγαν όλοι οι φίλοι. Αλλά, καμιά φορά, και κυρίως σήμερα, μια ζημιά, μια λάμπα που παρακαλούσε να αλλάξει και την άλλαξε τελικά μόνη της για αυτό ξεσπάσανε. Τα νεύρα σπάνε…

Όμως, η κυρία Σοφία μόλις χτες της ζήτησε να αγοράσει τροφή για τις γάτες της…

Τώρα η Μαρία άρχισε να κλαίει ασταμάτητα.

Κρατήστε μαντίλι, κορίτσι μου!

Το καθαρό μαντίλι έπεσε στα γόνατά της. Ήταν τόσο ίδιο με αυτό που της είχε χαρίσει η κυρία Σοφία τα Χριστούγεννα.

Για σας, Μαράκι μου, ένα μικρό δώρο!

Τι ομορφιά! Είναι κεντημένο κιόλας;

Τα αρχικά σας.

Πολύτιμο δώρο! Και να το χρησιμοποιήσω αμαρτία!

Μα είναι απλά ένα μαντίλι, δυστυχώς δεν έχω κάτι καλύτερο να σας δώσω με τη σύνταξή μου.

Η γιαγιά μου έλεγε: το καλύτερο δώρο είναι να σε θυμούνται.

Φρόνιμη γυναίκα η γιαγιά σου. Είναι στη ζωή;

Όχι πια. Μόνο ο άντρας και τα παιδιά μου μου έμειναν.

Κρίμα… Μην το παρεξηγήσετε! Δεν λυπάμαι που είχατε άντρα και παιδιά μακάρι να είχα κι εγώ. Εγώ μόνο συγγενείς είχα. Όλοι ήξεραν τι μου έπρεπε. Αδέρφια, θείοι, γονείς… Ήθελαν, λέει, το καλό μου. Να όμως που η πολλή φροντίδα αφήνει τον άνθρωπο μόνο. Οι επιλογές μου δεν άρεσαν, θεωρούσαν πως δεν καταλαβαίνω τίποτα. Βέβαια φταίω και εγώ, αλλά… Μοναξιά φοβερό πράγμα! Ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για μοναξιά. Αν δεν είχα τις γάτες… μια ανιψιά ήθελε να με βγάλει από το σπίτι, να της το αφήσω να μείνει, γιατί ήθελε να σπουδάσει εκεί.

Και γιατί δεν το έκανες;

Δεν ήθελαν δωμάτιο, ήθελαν όλο το σπίτι. Εγώ να πάω στης αδερφής μου λίγες μέρες και μετά σε γηροκομείο. Ήδη βρήκαν θέση για μένα!

Απαράδεκτο! Σαν να είσαι παιδί!

Έτσι πιστεύουν. Δεν είμαι ικανή πια, λέει, να σκεφτώ. Αλλά τους αγαπώ… Κι ας είναι έτσι, το σπίτι το άφησα στη διαθήκη στα ανίψια, αλλά φοβάμαι για τις γάτες Τι θα γίνουν; Τις μισούν όλοι και απειλούν να τις πετάξουν με το που θα φύγω…

Αυτό δεν θα γίνει!

Μαράκι, δεν ξέρετε….

Δεν ξέρω, ούτε θέλω να μάθω! Να σας πω κάτι;

Τι;

Βάλτε τις γάτες σας στη διαθήκη και δώστε τες σε μένα! Για να είστε ήσυχη ότι θα είναι εντάξει αν συμβεί τίποτα! Δεν πρέπει να πειραχτούν!

Είσαι άγγελος! Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό! Μα είναι μεγάλος μπελάς!

Μη το λέτε! Οι γάτες είναι χαρά! Πώς το λένε; „Και σπίτι χωρίς γάτα, ψυχή δεν έχει”; Η Μαρία χάιδευε τον γάτο τον Βασίλη και διώχνει μαλακά με το άλλο χέρι τον μυστήριο Θόδωρο.

Ο Βασίλης, χρόνια στο σπίτι της Σοφίας. Ο Θόδωρος, ο μικρότερος, βρέθηκε με τη φροντίδα της κυρίας Ευγενίας, που τον έφερε στη Σοφία με τη φράση:

Σοφάκι, εσύ ξέρεις! Εγώ δεν μπορώ με αλλεργίες και τα λοιπά! Πόνεσα να τον αφήσω… Κοίτα, πόσο μικρούλης! Ποιος μπορεί να διώξει τέτοιο πλάσμα;

Καλέ, Ευγενία, θα τον αναλάβω μα τελευταία φορά! Ο Βασίλης είναι κι αυτός δικό σου „δώρο”. Αλλά δεν βγαίνω για τρίτη γάτα οικονομικά!

Τ άκουσα! Ευχαριστώ!

Τελικά όμως ο Θόδωρος, δεν ήταν ακριβώς „Θόδωρος”. Δύο εβδομάδες πριν το τέλος, η κυρία Σοφία βρίσκει ένα πρωί στο κρεβάτι της μια οικογένεια από γατάκια. „Θεόδωρα η καημένη!… Τι όμορφα μωράκια έκανες!”

Η Μαρία γελούσε με τις γάτες. „Να 'μαστε παντογνώστες κι ούτε γάτο από γάτα να ξεχωρίσουμε Και τι θα κάνουμε με τα γατάκια;”

Εγώ θα βοηθήσω, έχω κήπο μεγάλο! Και αν χρειαστεί, θα ζητήσουμε βοήθεια από την κυρία Ευγενία. Εκείνη κανείς δεν της χαλά χατίρι!

Τότε, η Μαρία θυμήθηκε τα γατάκια, πετάχτηκε απ το παγκάκι.

Τι κάθεσαι! Πρέπει να ταΐσω τα μικρά…

Την ίδια μέρα πήρε το „κληροδότημά” της: τα γατάκια. Ο Αλέξανδρος, ο μουστακαλής αστυνομικός, την ξεπροβόδισε μέχρι το σπίτι.

Άφησε κι ένα μικρό για μένα! Τα παιδιά με τρώνε και η μάνα μου δεν άφηνε ποτέ ζώα σπίτι, αλλά τώρα μπορώ. Η κυρία Σοφία ήταν καλός άνθρωπος και οι γάτες της ίσως το ίδιο…

Κανόνισε το! του λέει, σηκώνοντας λίγο την πετσέτα πάνω απ το καλάθι. Ποιο μικρό θες;

Αυτό το πορτοκαλί!

Σαν μεγαλώσει, δικό σου!

Η Μαρία τακτοποίησε τις γάτες, φρόντισε για όλα. Ούτε οι συγγενείς της αείμνηστης δεν ασχολήθηκαν· απλώς „κανόνισε τα μόνη σου”.

Η Μαρία τα πήρε όλα πάνω της, αν και ήξερε τη Σοφία μόνο πέντεέξι χρόνια. „Ξέρετε, μερικές φορές χρειάζονται δύο μέρες να γίνεις φίλος. Με κάποιους ούτε σε μια ζωή”.

Η Ευγενία βοήθησε να στρωθεί το τραπέζι στην κηδεία, μάζεψε μαθητές κι απόφοιτους η κυρία Σοφία ήταν καθηγήτρια φυσικής και φροντιστής. Όλοι την θυμούνταν.

Το σπίτι της Μαρίας ήταν στο κέντρο της Αθήνας, δικό της από τους γονείς. Ό,τι και να λένε, σπίτι είναι οι άνθρωποι.

Τι να πει η Μαρία; Πώς γίνεται κανείς να μην αγαπά τους δικούς του, να μην λυπάται τους γέρους

Όταν μπήκε στο σπίτι, την περίμεναν παιδιά να παίζουν στην κουζίνα και ο Βασίλης ο άντρας της να την πάρει αγκαλιά.

Τι έγινε, Μαρία; Έβαλα τη λάμπα, έφτιαξα το βρυσάκι που ήθελες για τα λουλούδια. Δεν θέλω να σε βλέπω να κλαις!

Δεν θα ξανακλάψω! κατάφερε να πει η Μαρία, αλλά και πάλι ξέσπασε.

Τι έχεις στο καλάθι, βαρύ μου φαίνεται!

Γάτες… αποκρίθηκε και χώθηκε στην αγκαλιά του.

Τα παιδιά πέταξαν από χαρά μόλις είδαν τα γατάκια. Ο Βασίλης ο γάτος σύντομα άρχισε να κουβαλά „δώρα” στο κατώφλι, και κάποιο βράδια έφευγε για ώρες. Σκαρφάλωνε στο κυπαρίσσι απέναντι από το σπίτι της παλιάς του κυράς και νιαούριζε, λες και την καλούσε πίσω.

Η Μαρία ξυπνούσε τα βράδια, έμπαζε τον Βασίλη στο σπίτι, τον έβριζε „νυχτοπερπατητή”. Αυτός τη χαιρέτιζε τρίβοντας το κεφάλι του και ταχτοποιούσε την οικογένεια του πριν κοιμηθεί.

Την κυρία Σοφία, την κήδεψαν όπως της άξιζε. Άνθρωποι στενοί και μακρινοί βρέθηκαν για να της πουν ένα „ευχαριστώ”.

Η Μαρία σηκωνόταν τα βράδια, σκεφτόταν τη ζωή, το χρόνο, τη δική της οικογένεια. Τις τελευταίες μέρες είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι ήταν ξανά έγκυος. Ένα μικρό μυστικό που κρατούσε για τώρα.

Ένα βράδυ ο Βασίλης έλειψε για πολλές ώρες και η ανησυχία έγινε ανυπομονησία. Τον παρακάλαγε ο άντρας της να μην ανησυχεί, μα αυτή δεν μπορούσε.

Τη νύχτα, ενώ είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα, η γάτα Θόδωρα της γρατσούνισε το πόδι. Μέσα στον πόνο, ξύπνησε και άκουσε τον Βασίλη να ουρλιάζει έξω. Μύρισε καπνό.

Βασίλη, παιδιά! Φωτιά!

Ξύπνησαν όλοι, άρπαξαν ένα ένα, παιδιά και γατιά. Οι γείτονες κάλεσαν την πυροσβεστική, που έσωσε το σπίτι. Ο Βασίλης ξετρύπωσε τη Θόδωρα απ το φλεγόμενο παράσπιτο και όλη η γάτο-οικογένεια σώθηκε μαζί με τους δικούς τους.

Όλα καλά! Το σπίτι μένει! είπαν οι πυροσβέστες, Σώθηκες στο παρά πέντε!

Ο Βασίλης κράτησε την οικογένεια και η Μαρία κρατώντας την κοιλιά της ένιωσε ένα θαύμα να ξαναγεννιέται.

Ξέρεις, Μαρία; της είπε εκείνος. Δεν έχεις λόγο να φοβάσαι! Είμαστε πολλοί, οργανωμένοι! Και γεμάτο το σπίτι με αγάπη. Κανείς δεν θα λείψει σε κανέναν.

Η Μαρία άφησε τη γάτα στον άντρα της, τα γατάκια στα παιδιά, και κοίταξε τον ουρανό.

Σ ευχαριστώ, κυρία Σοφία, για όλη την καλοσύνη που μας άφησεςΈμεινε για λίγο έτσι, με τα μάτια καρφωμένα στα αστέρια, νιώθοντας γύρω της το απαλό γουργουρητό από τις γάτες και τις παιδικές φωνές να σβήνουν σιγά-σιγά στο σαλόνι. Μια νοσταλγία, αλλά και μια ελπίδα, πλέχτηκαν μέσα της σαν παλιό αγαπημένο τραγούδι, εκείνο που η κυρία Σοφία ψιθύριζε τα απογεύματα στους δρόμους του Παγκρατίου. Ήξερε ότι τίποτα δεν τελειώνει στ αλήθεια όλα επιστρέφουν, αλλάζουν, βρίσκουν νέα χέρια, νέες αγκαλιές.

Κάπου μακριά ακούστηκε το γέλιο της κυρίας Ευγενίας, ελαφρύ και σκληρό μαζί, σαν υπόσχεση πως η ζωή της γειτονιάς δεν θα επιτρέψει να χαθεί καμιά ψυχή χωρίς να αφήσει πίσω της θεμέλια γερά. Κι αν κάποιο πρωί, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, κάποιος ρίξει μια ματιά στις πολυκαιρισμένες αφίσες στους κορμούς των δέντρων και στις μαντεμένιες πόρτες κι αναρωτηθεί για τα ονόματα, θα ξέρει πως πίσω από κάθε τους ιστορία, μια οικογένεια βρήκε ξανά σκοπό και μια γειτονιά έμαθε πώς σώζεται.

Κι έτσι, ενώ η Μαρία έστρωνε τα γατάκια δίπλα στα πόδια της και ένιωθε το μωρό να κινείται δειλά μέσα της, ψιθύρισε «καλή τύχη με τη διαθήκη» όχι σαν κατάρα, μα σαν ευχή. Γιατί ίσως αυτό ήταν το μυστικό τελικά: πως το πιο αληθινό κληροδότημα είναι η τρυφερή φροντίδα που μεταδίδεις στους άλλους, κι όταν η νύχτα φέρνει φόβο ή μοναξιά, πάντα θα βρεθεί κάπου μια ζεστή γωνιά, ένα φως, μια οικογένεια ή ένα γατί που θα σε περιμένει.

Oceń artykuł
Καλοσύνη με Διαθήκη