Καλλιτέχνης

Αυτός ο γάτος είναι διαβολεμένος, Ευγενία! Πρέπει να τον ξεφορτωθείς! η Αθανασία Αθανασίου έκανε μια γκριμάτσα, κοιτώντας τον μονόφθαλμο, πορτοκαλί γάτο που περιφέρονταν στα πόδια της αδερφής της.

Τι είναι αυτά που λες, Σία; ξεφώνισε φοβισμένη η Ευγενία. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός!

Οργανισμός ναι, απόλυτα ακριβής περιγραφή! Δεν νομίζεις βρε Ευγενία πως έχει πάρει πολύ αέρα;

Ο γάτος, λες και συμφωνούσε απόλυτα με την καλεσμένη, φύσηξε, καμπούριασε και βαλμένος στο πλάι, άρχισε να προελαύνει πολεμικά κατά της παραβάτιδας.

Βλέπεις; η Αθανασία έδειξε με δάχτυλο γεμάτη νικηφόρα ικανοποίηση και άθελά της έκανε πίσω. Δεν το λέω τυχαία!

Η Ευγενία αναφώνησε και κάλεσε τον προστάτη της:

Καλλιτέχνη μου, σε παρακαλώ, αρκετά! Όλα καλά!

Ο γάτος κοίταξε την αφεντικίνα του, ξαφνικά μαλάκωσε, πήγε πλάι στα πόδια της, της έδωσε ένα απαλά χτύπημα στο πλάι και κάθισε δίπλα, σα να λεγε Εγώ εδώ είμαι!

Μπαγαπόντης! έφτυσε η Αθανασία, φεύγοντας συρτά για να τον αποφύγει. Κι εσύ τον χαϊδεύεις!

Ε, κάποιος πρέπει να τον χαϊδεύει, τι να κάνουμε; αναστέναξε η Ευγενία.

Ο Καλλιτέχνης ήρθε στη ζωή της πριν τρία χρόνια. Ήταν καιρός δύσκολος. Δεν πρόλαβε να αποχαιρετίσει τον σύζυγο κι έπειτα έφυγε και ο μοναχογιός τους, αφήνοντάς την ολότελα μόνη εκτός από την αδερφή της και δυο τρεις φίλες. Φίλες-φίλες ποτέ δεν είχε.

Ήταν η Αθανασία. Σία.

Η Σία μεγαλύτερη, μικρή διαφορά, αλλά οι γονείς φρόντιζαν να τονίζουν:

Η Αθανασία είναι η μεγάλη μας! Υπεύθυνη! Μπορείς να της εμπιστευτείς τα πάντα! Η Ευγενία… Είναι ο άγγελός μας! Παιδάκι παρηγοριά της ψυχής. Θαύμα! Αλλά τόσο αφηρημένη! Μπελάς!

Έτσι μεγάλωσαν: Η Αθανασία πανέξυπνη και λαμπερή, η Ευγενία μια γλυκιά, χαριτωμένη ατζαμού.

Γιατί σε παινεύουν οι γονείς, ποτέ δεν κατάλαβα! μουρμούριζε κάποτε η Σία, όταν η Ευγενία γύριζε με καλούς βαθμούς. Να διαβάζει ο άνθρωπος, φυσιολογικό, δεν είναι για επαίνους!

Σία, εγώ δεν είμαι και τόσο έξυπνη σαν εσένα! Εσύ παίρνεις πάντα δέκα! Εγώ έχω και τις κακές στιγμές μου.

Ναι, και όμως εσένα παινεύουν! θύμωνε η Αθανασία, ενώ η Ευγενία χαμογελούσε πονηρά και έκανε μόκο για να μην την αγριέψει κι άλλο.

Τελείωσε σχολείο με άριστα η αδερφή, έφυγε για το πανεπιστήμιο στο σπίτι ερχόταν σπάνια.

Τι κάνεις, Σία μου; της έπαιρνε κουβέντα η Ευγενία μη και μάθει νέα.

Προχωράνε! Μόνο, βρε παιδάκι μου, όλα τόσο αργά! Να είχαμε και περισσότερες ώρες τη μέρα

Για το διάβασμα, ε; ρωτούσε τρυφερά η Ευγενία.

Τι λες τώρα! ξεκαρδιζόταν η Σία. Για τη προσωπική ζωή! Πού να βρω άνθρωπο της προκοπής όταν τρέχω γύρω-γύρω;! Καριέρα κι αγάπες δε πάνε μαζί!

Εγώ αυτά δεν τα σκέφτηκα ποτέ, Σία…

Ε, πότε τα σκέφτεσαι κι εσύ; Παιδί είσαι!

Η Ευγενία παρέμενε σιωπηλή, έκρυβε τη στενοχώρια και χαιρόταν βαθιά αν η αδερφή κατάφερνε κάτι. Γιατί έτσι ήταν: Το αστέρι ήταν να λάμψει! Κι αυτή αρκούνταν απλά να κοιτάζει το φως της.

Όταν τελείωσε το πανεπιστήμιο, άκρη με άντρες η Σία δεν είχε βγάλει. Τρόμαζαν απ το νταηλίκι και τη γλώσσα της. Ούτε τα φιλολογικά παρακαλετά της μαμάς να μαλακώσει βοηθούσαν.

Μαμά, δηλαδή τι να γίνω; Παλιομοδίτικη σαν ηρωίδα σε παλιό ελληνικό σίριαλ; Βλακείες! Αυτά αφήστε τα στην Ευγενία! Εμένα δε μου ταιριάζουν!

Παvέμορφή μου, κανείς δε σου λέει να αλλάξεις! Λίγη γλυκύτητα ζητάμε… Τα αγόρια το εκτιμούν!

Πού να ξέρεις εσύ, μαμά, τι αρέσει στους σημερινούς άντρες; Τραγικά πράγματα λες!

Ίσως έχεις δίκιο, παιδί μου… Ξέρεις καλύτερα…

Πραγματικός κεραυνός ήταν όταν η Ευγενία, που όλοι της έλεγαν πως „πανεπιστήμια δεν κάνουν καλό σε ήσυχα κορίτσια”, έφερε μνηστήρα στο σπίτι.

Να σας συστήσω! Ο Νίκος μου…

Ο Νίκος γοήτευσε τους γονείς με το καλημέρα. Όμορφος, έξυπνος, ταλαντούχος. Εικονολήπτης και ανερχόμενος δημοσιογράφος στην τηλεόραση. Άρχισε να γίνεται γνωστός.

Το κυρίως ατού του Νίκου όμως ήταν πως τη λάτρευε την Ευγενία – τη χαμηλών τόνων, διακριτική εκείνη Ευγενία που, κατά τους πάντες, ήταν μόνο για τεχνική σχολή.

Η Ευγενία πάντα αγαπούσε να ντύνεται όμορφα, να ράβει και ν ασχολείται με τα ρούχα. Με τη μοδιστρική ασχολήθηκε κι ας μην ήταν κάτι σπουδαίο στα μάτια της αδερφής.

Έλα Ευγενία, για μοδίστρα θα σπουδάσεις; διαμαρτύρονταν η Αθανασία κάθε τρεις και λίγο.

Σία, δεν είμαι τόσο έξυπνη σαν εσένα. Αλλά μια ωραία φούστα ή μπλουζίτσα δεν τη φτιάχνει εύκολα ο καθένας. Θέλω οι γύρω μου να είναι όμορφοι.

Καλά, ό,τι να ναι, Ευγενία μου. Τι σούπα έχεις στο κεφάλι;

Δεν ξέρω… Το φόρεμα όμως που σου έραψα, δεν σου άρεσε;

Και βέβαια μου άρεσε. Αλλά ποιο το όφελος;

Σε βλέπουν, λένε μα τι ωραία! Δε σ αρέσει;

Εντάξει, τέλος πάντων… Άλλοι πάνε διαστημοφόρα, κι η αδερφή μου κάνει πιέτες… Ευγενία, ευγενία…

Ποτέ δεν κατάλαβε η Ευγενία τι την ενοχλούσε στην αδερφή της. Πάντως τα φορέματα της Ευγενίας τα φορούσε η Σία μετά χαράς και με τα φιγουράτα λουλούδια και με τις πατέντες και όλα.

Ήταν τόσο ωραία που πολλές φορές τη ρωτούσαν πού τα αγόρασε. Η Αθανασία ποτέ δεν ομολογούσε.

Μυστικό!

Σία, λες να ναι εισαγόμενα; Έχεις μπάρμπα στην Κορώνη;

Άστα, αυτά είναι δικά μου μυστικά απαντούσε στο περίπου αλλά μέσα της καμάρωνε που η αδερφή της είχε τέτοια επιτυχία.

Όμως, το να μπει ο Νίκος στη ζωή της Ευγενίας για τη Σία ήταν καρφί στην καρδιά.

Πώς; Πώς γίνεται αυτό; Η χαζούλα, χωρίς πτυχία, χωρίς ομορφιά ιδιαίτερη, να ετοιμάζεται για παντρειά πριν από μένα; Αδικία!

Στο γάμο ήταν παγωμένη. Συγγενείς και φίλοι απορούσαν. Η Ευγενία, ντυμένη με φόρεμα που είχε φτιάξει η ίδια, λάμψη πρώτη φορά, τραβώντας τα βλέμματα.

Τι όμορφη! Και το παλικάρι της και αυτό αξίζει! Αχ, να ζήσουν ευτυχισμένοι!

Ίσως για πρώτη φορά η Αθανασία κατάλαβε τι πάει να πει φθόνος. Μικρά δοντάκια φόβου έτρωγαν την καρδιά της.

Ο νυμφίος της αδερφής; Κούκλος! Εσύ; Κανείς.

Οι γονείς δεν ξεκολλούσαν από την Ευγενία, μιλούσαν για εγγόνια; Εσένα ούτε που σε ρωτάνε. Παιδιά; Χλωμό…

Η Ευγενία αστέρι; Εσύ σκοτεινιάζεις!

Μέχρι το τέλος του τραπεζιού δεν άντεξε η Σία. Έφυγε και όλη νύχτα σπάραζε στον καναπέ.

Όταν επέστρεψε στο πατρικό, μασκαρεύτηκε πάλι:

Σία μου, είσαι καλά;

Άψογη! Μην ανησυχείς.

Η Αθανασία παντρεύτηκε μισό χρόνο αργότερα. Με τον πρώτο εκεί που πέρασε από μπροστά της. Ο άντρας της πολύ πιο μεγάλος, με φαλάκρα, ανεβασμένα κιλά, μυαλό εξελιγμένο. Κατάλαβε αμέσως τι ήθελε η Αθανασία.

Εντάξει. Σου προσφέρω ό,τι ζητάς. Αλλά συμβόλαιο.

Δηλαδή;

Μου γεννάς παιδί, ίσως και δύο. Ασχολείσαι με καριέρα, στο εγγυώμαι αυτό νταντά, καθαρίστρια, ό,τι ζητήσεις. Πιστεύω, δεν θα έχεις να ανησυχείς για ερωμένες, αρρώστειες κτλ. Το μόνο που ζητώ αφοσίωση. Να έχουμε σπίτι, τραπέζι, ηρεμία. Τίποτα κουβέντες, κανένα δράμα. Συμφωνείς;

Η Σία ούτε που το σκέφτηκε:

Deal!

Παράξενο όσο κι αν ακούγεται, το γάμο αυτός δούλεψε μια χαρά. Βέβαια, διέφερε από το σπίτι της Ευγενίας και του Νίκου, που έσφυζε από αγάπη και φως. Στη Σία υπήρχε σιγουριά, γαλήνη.

Έκανε ένα γιο κι έπειτα μια κόρη. Μεγάλωναν με τη νταντά. Τα πάντα με το χρονοδιάγραμμα της μάνας όλα για να βγουν προκομμένα. Η ίδια, φυσικά, καθόλου χρόνο για ανατροφή δεν είχε διπλωματικές, δουλειές, κοινωνικά event Φορώντας όμως πάντα τα μυστικά της ρούχα.

Η Ευγενία δεν βιαζόταν. Στα χαοτικά 90ς έραβε σπίτι. Πελάτισσες την διαφήμιζαν από στόμα σε στόμα:

Αυτή είναι μάγισσα με τη ραπτομηχανή! Νέες πελάτισσες σπάνια παίρνει έχει σταθερή πελατεία!

Καλοντυμένες κυρίες, σύζυγοι εφοπλιστών, βουλευτινές, η μισή ΕΡΤ και Εθνική Λυρική Σκηνή στη ντουλάπα της Ευγενίας. Ποτέ δεν έραψε το ίδιο σχέδιο δεύτερη φορά, ξέροντας το ρεζιλίκι αν εμφανιστεί δεύτερη με το ίδιο σύνολο!

Όταν ήρθαν πιο καλά τα πράγματα, η Ευγενία άνοιξε μικρό ατελιέ, που γρήγορα έγινε στέκι φιλενάδων για κουτσομπολιό και business αλλά και μέρος όπου μπαίνεις, βγαίνεις μπορεί και να μη σε πάρει κανείς χαμπάρι.

Η Σία φρόντισε τα μισά βρήκε το χώρο, πήρε τα μηχανήματα και δάνεισε το κεφάλαιο.

Τα βρίσκουμε εμείς, είπε επιτακτικά.

Ήθελε να στηρίξει. Βλέποντας όμως πώς πήγε η ζωή της αδερφής της, μάτωνε μέσα της από τη ζήλεια που ντράπηκε κι η ίδια.

Και τα δικά της παιδιά; Υγιή κι ήσυχα. Αλλά της Ευγενίας το αγόρι, ο πολυπόθητος της, ο μικρούλης, είχε προβλήματα.

Ήλιος! – έτσι τον φώναξε πρώτα κάποιος, το έκανε μότο κι η ίδια.

Ήλιε μου, γλυκέ μου! Σου φερα δωράκια! έλεγε χαϊδευτικά στη θεία η Αθανασία.

Κι ο μικρός, που από άλλους κρατούσε απόσταση, στην Αγία αγκαλιά πήγαινε. Η Ευγενία δάκρυζε:

Νομίζω τον αγαπάς πιο πολύ κι απ τα δικά σου

Σ αυτό μόνο λίγη αλήθεια υπήρχε. Μα ήταν παρήγορο να το πιστεύει.

Κι η Αθανασία βοηθούσε. Βρήκε νταντά, βοήθησε στο ξεκίνημα του ατελιέ.

Θα δουλεύεις, Ευγενία! Το χρειάζεσαι! Ο Νίκος συνέχεια λείπει. Μην κάθεσαι σπίτι!

Και το παιδί, Σία;

Κάνε εκεί χώρο παιδικό, πάρε βοηθούς, νταντά τη βρήκα εγώ. Έτσι και μαζί θα σαι και το μαγαζί δεν χάνει!

Τι θα έκανα χωρίς εσένα, Σία;

Γιατί είναι οι αδερφές, ε; Μη με κάνεις να κλαίω, έχω ραντεβού και έβαζα μάσκαρα μισή ώρα!

Έτσι κυλούσε η ζωή.

Η Σία παρακολουθούσε την υγεία της αδερφής και του ανιψιού. Έβρισκε γιατρούς. Ο μικρός πάντα άρρωστος καρδιά, όλα τα όργανα ταλαιπωρία.

Κλαίω μόνη μου, Σία! Τι έκανα και τιμωρήθηκε το παιδί μου;

Τίποτα δεν έκανες στραβά! Μια χαζομοίρα τα φέρνει αυτά. Θα κάνω ό,τι μπορώ. Να έχουμε γαλήνη και αγάπη στο σπίτι, αυτό χρειάζεται.

Ναι έτσι φαίνεται.

Άντε, φτιάξε λίγο καφέ και φέρε μου και κανένα τοστάκι, πεινάω!

Ο σύζυγος της Αθανασίας έλεγε:

Τι κρίμα για το παιδί. Αν μπορώ να δώσω κάτι, πες μου, εγώ θα βοηθήσω.

Για τη Σία αυτά τα απλά λόγια ήταν σαν όρκος.

Τα παιδιά μεγάλωναν, οι γονείς γερνούσαν, και μεταξύ των αδερφών δεν έμεινε ίχνος ζήλιας.

Τα πάντα πλέον μοιρασμένα.

Κάποτε, μετά από κουβέντα με την Ευγενία, μαθαίνοντας ότι ο άντρας της Σίας είχε επαγγελματικά προβλήματα, ο Νίκος έσκαψε το θέμα ρεπορτάζ μεγάλο και δύσκολο, που λίγο έλειψε να του κοστίσει τη ζωή.

Χρόνια μετά, η Σία είπε στην Ευγενία:

Δεν ξέρεις τι μου κάνατε τότε εσύ κι ο Νίκος. Σου δίνω λόγο: Όσο ζω, δε θα σας λείψει τίποτα.

Και το κράτησε.

Στάθηκε δίπλα στην Ευγενία όταν αρρώστησε ο Νίκος. Μαζί πέρασαν το πένθος. Κι όταν ήρθε η μέρα που ο μικρός Ήλιος έσβησε, οι δυο αδερφές έσφιξαν τα χέρια τους και βγήκαν έξω, χωρίς ένα δάκρυ, να συνοδέψουν τον μικρό με όποια ζώντα κουράγιο είχε μείνει.

Κίτρινο μπλουζάκι και κόκκινα sneakers

Ναι

Όταν αυτός έφυγε, η Ευγενία γονάτισε. Έβαλε το μαγαζί στον αυτόματο, ούτε που μπορούσε να ζωγραφίσει, ούτε μια γραμμή στο χαρτί.

Ευγενία;

Μόνο λίγο να ξαποστάσω, Σία…

Έλεος πια, σταμάτα! σπαραζόταν η Σία κάθε φορά που την έβλεπε έτσι.

Ό,τι θέλω κάνω… Μπορώ πια…

Η στροφή έγινε την ημέρα που μπήκε ο γάτος στο ατελιέ.

Κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε αυτό το κουρελιάρικο, φαγωμένο πλάσμα με το σκισμένο αυτί. Στη γεμάτη κόσμο Πατησίων, ποιος γάτος να παρασύρεται μέσα σε μαγαζί;

Πήγε μια να χωθεί, αλλά πέταξαν σκούπα για να τον διώξουν.

Τότε ο γάτος ξάπλωσε με θεαματικό τρόπο στην πάνω σκάλα της εισόδου, τα πόδια και το κεφάλι εκτός, παίζοντας τον νεκρό.

Έτσι τον βρήκε η Ευγενία: να παίζει θέατρο.

Τι είναι αυτό, κορίτσια; ρωτούσε τον ηθοποιό στους τόπους του εγκλήματος.

Γάτος, κυρία Ευγενία! Ήρθε, ξάπλωσε, δε φεύγει!

Είναι ζωντανός; Τον ακούμπησε απαλά.

Ο γάτος σήκωσε βλέφαρο, αναστέναξε σαν άνθρωπος, του κρέμασε η γλώσσα: Τι να κάνω άνθρωποι; Πεθαίνω! Τίποτα δε θα αφήσω πίσω! Ούτε όνομα δεν έχω πια, και πεινάω εδώ και βδομάδες! Και φταίτε εσείς όλοι από πάνω!

Η Ευγενία χαμογέλασε πρώτη φορά μετά βδομάδες:

Άτιμε! Σαν να χεις τελειώσει τη δραματική του Εθνικού… Έλα! Έχει και φαΐ, έχει και χάδια!

Τον μάζεψε, τον πήγε κόσμο γύρα στον κτηνίατρο (Αυτό το αυτί σου δεν μου αρέσει καθόλου!), ο γάτος σαν κύριος.

Από τότε Καλλιτέχνης!

Πώς θες να το παζαρέψουμε, Καλλιτέχνη;

Ο γάτος σαν Σφίγγα, ατάραχος, να χαζεύει τα αμάξια.

Καλά, θα τα βρούμε. Μένει να σε δει και η Αθανασία

Η μεγάλη αδερφή βέβαια έκανε ότι δεν τον χώνεψε. Μα Στον πυρήνα της, χαιρόταν το δειλό χαμόγελο που σιγά σιγά ξαναγύρναγε στη μικρή.

Ευγενία, σε κοιτάει παράξενα!

Σία, άσ τον, να με κοιτάει όσο θέλει!

Πώς δηλαδή;

Με τόση αγάπη, λες και… είμαι το μόνος του άνθρωπος!

Απατεώνας! Σε κοροϊδεύει!

Ε και; Μου ζεσταίνει τα πόδια, βλέπω μαζί του Στην υγειά μας ρε παιδιά!. Κοιτάζει στην τηλεόραση, λες και καταλαβαίνει!

Εσύ φταις! Άντε να τό λεγες γατούλη ή Νάνση! Τι όνομα Καλλιτέχνης;!

Είναι η ουσία του! γελούσε η Ευγενία, κι η Αθανασία έλιωνε.

Τον αγάπησε στ αλήθεια τελικά ένα απόγευμα, που λίγο έλειψε να χάσει τη μικρή της.

Ήταν Σάββατο. Δεν είχαν κανονίσει να συναντηθούν. Βρέθηκε κοντά στο ατελιέ και λέει Ας περάσω, ποτέ δεν ξέρεις. Μην έχει καθίσει η Ευγενία μέχρι αργά; Από τότε που ήρθε ο Καλλιτέχνης, πάλι έπιασε δουλειά στα σοβαρά και νέες κυρίες περίμεναν επιβλητικά στην ουρά για τα φορέματά της.

Φως αναμμένο, η Αθανασία με το κλειδί μέσα.

Ευγενία, εδώ είμαι!

Ο γάτος, σαν πορτοκαλί βολίδα τής πάει στα πόδια και την δαγκώνει!

Καλλιτέχνη! Τρελάθηκες τελείως;

Ο γάτος αγρίεψε τόσο που η Σία σχεδόν τρόμαξε μάτια να γυαλίζουν, κανόνι.

Γιατί αυτό; Είσαι λύκος…;

Αρπάζοντας μια ξύλινη χάρακα ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει, όταν ο γάτος μ ένα παραπονιάρικο νιαούρισμα αμέσως κατάλαβε: μπρος-πίσω, μπρος-πίσω από την Αθανασία μέχρι τη σφραγισμένη πόρτα που κάποτε ήταν του Ήλιου το παιδικό.

Τι έχει εκεί μέσα; ρωτάει.

Τρέχει, ανοίγει και τη βρίσκει στο πάτωμα την Ευγενία, με μια φωτογραφία του μικρού στα χέρια, δάκρυα ποτάμι.

Ευγενία!

Ασθενοφόρο, νοσοκομείο, εντατική για ώρες

Η Αθανασία μπρος-πίσω στους διαδρόμους, σταυροκοπιόταν πραγματικά:

Άφησέ μου τη μικρή! Μην την παίρνεις!

Έμαθε αργότερα πως ο γάτος, την ώρα που η βοηθός την κρατούσε κλειδωμένο, ούρλιαζε τραγικά ποτέ δεν τον είχαν δει έτσι… Κι όταν η Ευγενία άνοιξε τα μάτια, ο Καλλιτέχνης είδε πάλι τον κόσμο κι αμέσως γύρισε στον ήσυχό του εαυτό.

Σε τρεις βδομάδες τη βγάζουν.

Πρώτα στο ατελιέ, Σία!

Διάολε, γιατί; Θα σου φέρω εγώ τον κατεργάρη σου!

Όχι! Θα τον δω εγώ πρώτη!

Με το ζόρι ανέβηκε τα σκαλοπάτια κι οι κοπέλες γέλαγαν καθώς βλέπαν πορτοκαλιά μπάλα να στροβιλίζεται και να τρίβεται στα πόδια της Ευγενίας, νιαουρίζοντας τόσο δυνατά που ούτε η Σία δεν άντεξε άλλο.

Ουφ, Καλλιτέχνη μου!

Η Ευγενία τον αγκάλιασε, χάιδεψε το πια θεραπευμένο αυτί του και εξομολογήθηκε:

Με φώναξε, Σία. Πρώτα άκουσα αυτόν, μετά εσένα. Και στο χειρουργείο, το ίδιο

Δηλαδή άκουσες;!

Δεν ξέρω, αδερφή, αν το ήξερα θα στο εξηγούσα Ήταν φωνή του Νίκου και του Ήλιου, και ξαφνικά μόνο του γάτου και στο τέλος η δική σου. Εκεί.

Καλά τα λες μόνο αυτό βρήκε να απαντήσει η Αθανασία.

Ο Καλλιτέχνης, όμως, τα ξερε: της χάιδεψε το πηγούνι, κοίταξε ευγενικά την Αθανασία και κουρνιάζοντας στην αγκαλιά της Ευγενίας όλα ηρέμησαν.

Νομίζω μόλις με πέρασε από audition χαμογέλασε η Σία. Δεν ξέρω για τι όμως!

Ο γάτος μισάνοιξε μάτι μια πράσινη σπίθα κι ακούστηκε το δυνατό του γουργουρητό, διαλύοντας κάθε καημό, υποσχόμενος γαλήνη.

Και η Ευγενία ξανανάσαινε, κάνοντας την Αθανασία πάλι να χαίρεται.

Τελικά, τι θέλει ο άνθρωπος; Δικούς του κοντά και ησυχία στην ψυχή.

Τόσο λίγο Τόσο πολύ.

Oceń artykuł
Καλλιτέχνης