Αγαθές προθέσεις
Θεοδώρα! Επιτέλους! Είχα φαγωθεί! η Μαργαρίτα Πετρίδου άνοιξε την πόρτα και αγκάλιασε τη μεγάλη της αδερφή. Το κεφάλι μου γυρίζει, δεν ξέρω τι να κάνω!
Ηρέμησε πρώτα! γαλήνια σαν εκατό ελέφαντες, η Θεοδοσία Πετρίδου μπήκε μέσα σχεδόν αθόρυβα. Η μικρή είναι σπίτι;
Όχι! Πήρε το πρωί τα παιδιά και έφυγε! η Μαργαρίτα ανασήκωσε τα χέρια με απόγνωση. Δεν θέλει να ακούσει τίποτα. Έρωτες έχει τώρα!
Και τι να σου πω, Μαργώ; Άφησες και ξέφυγε το κορίτσι, τώρα τι το ψάχνεις; Έλα να καθίσουμε, να μου τα πεις, και μετά να δούμε τι θα κάνουμε.
Η Θεοδώρα κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, κάθισε στο τραπέζι κι έριχνε επικριτικές ματιές στη Μαργαρίτα καθώς ετοίμαζε το τσάι.
Ξέπλυνε πρώτα το μπρίκι με καυτό νερό! Πόσα χρόνια σου το λέω;
Η Μάργω άρπαξε το μπρίκι βιαστικά, γύρισε αδέξια, και έκαψε τα δάχτυλά της στο αυτί του.
Χριστέ και Παναγιά, πάλι τα ίδια! Άσε, να το κάνω εγώ! Μείνε ήσυχη, γιατί σε λίγο θα πας να κόψεις κομμάτι!
Η Θεοδώρα σηκώθηκε, έσπρωξε τη μικρή της αδελφή στο τραπέζι, πήρε τα πράγματα στα χέρια της, ετοίμασε γρήγορα το τσάι.
Έλα τώρα, πες μου! Μην μου κρύψεις τίποτα. Ποιος είναι, τι σχέδια έχει; Και τι νομίζει η Ελπίδα;
Η Μαργαρίτα έσφιξε την κούπα στα χέρια της. Τι να πει στη μεγάλη της αδερφή; Και η ίδια δεν είχε καταλάβει ακόμα γιατί τη βασάνιζε τόσο πολύ η ιστορία με τον άντρα που έφερε η μικρή της κόρη. Όλα δείχνουν πως είναι σοβαρός, δουλευταράς, ευγενικός, έχει και τη δική του δουλειά, συνεργείο αυτοκινήτων έχει ο άνθρωπος. Και τα χέρια του πιάνουν, μια βρύση που έσταζε μήνες, τη διόρθωσε στη στιγμή, όταν ο υδραυλικός τα είχε κάνει θάλασσα.
Αλλά η Μαργαρίτα είχε συνηθίσει να ανησυχεί για τη μικρότερη κόρη της, όπως της τόνιζε πάντα η αδελφή της. Τώρα ήθελε κάτι παραπάνω από μια καλή εντύπωση για να πειστεί. Τους πώς γνωρίστηκαν το έβρισκε ύποπτο. Πού ακούστηκε να φτιάξει κάποιος δωρεάν το αυτοκίνητο στην πρώτη άγνωστη, επειδή έτυχε να είναι γυναίκα μόνη με παιδιά, σε χειμώνα που κάνει κρύο; Δεν είναι και συνηθισμένο. Κι όμως έτσι έγινε. Αυτός ήρθε και τα Σαββατοκύριακα, να δει μήπως αρρώστησαν τα παιδιά, ή αν συνέβη τίποτα άλλο. Έξη μήνες τώρα, ακόμα τα ίδια. Κι η Ελπίδα έχει μείνει ξετρελαμένη˙ δεν σκέφτεται μήτε τα παιδιά, μήτε τη μάνα. Θέλει γάμους! Της αρκούσε μια φορά, φαίνεται!
Όλα τούτα τα είπε μαζεμένα στη Θεοδώρα και περίμενε να ακούσει τη γνώμη της. Της είχε πάντοτε απεριόριστη εμπιστοσύνη. Από μικρή, η Μαργαρίτα ήταν όπως η ουρά της μεγάλης αδελφής. Ο πατέρας είχε φύγει νωρίς, η μάνα δούλευε από ήλιο σε ήλιο κι ό,τι μπορούσε το έριξε στη μεγάλη κόρη:
Θεοδωρίτσα, είσαι μεγάλη, πρέπει να βοηθάς!
Είχαν οκτώ χρόνια διαφορά. Όταν η μητέρα έμαθε πως περίμενε δεύτερο παιδί, το ριξε στα γέλια κι ύστερα τρομοκρατήθηκε. Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Αλλά ο άντρας και η κόρη ορκίστηκαν:
Θα τα καταφέρουμε!
Έτσι γεννήθηκε η μικρή Μαργαρίτα, αδύναμη, άρρωστη στην αρχή, αλλά μεγαλώνοντας, πάντα δίπλα της η μεγάλη αδελφή. Φύλακας άγγελός της, όπως έλεγε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της η Κατερίνα λίγο πριν φύγει τρεχάτη για τη δουλειά της.
Η Θεοδώρα έκανε τα πάντα: την πήγαινε παιδικό σταθμό, της διάβαζε, της μάθαινε γραφή και ανάγνωση, για να είναι έτοιμη στην πρώτη δημοτικού. Και καλά έκανε, γιατί η Μαργαρίτα αρρώστησε ξανά κι έχασε τις μισές τάξεις στο σπίτι. Η μάνα τη γύριζε σε γιατρούς, αλλά έλεγαν:
Υπομονή. Η μικρή είναι φιλάσθενη. Θα δυναμώσει σιγά σιγά.
Κι έτσι ήρθε πάλι η σειρά της μεγάλης αδερφής: βιταμίνες, φάρμακα, ύπνοι, πρόγραμμα αυστηρό. Η Θεοδώρα με πόδια στραβά πάνω απ τη μικρή, φωνάζει:
Πιες το γάλα σου, θα δυναμώσεις!
Δεν το θέλω, ούτε πετσάκι να δω!
Καταλαβαίνεις πως είναι για το καλό σου;
Η Μαργαρίτα κατσουφιασμένη, αλλά το έπινε ως την τελευταία σταγόνα.
Οι γιατροί τελικά είχαν δίκιο. Η καλή φροντίδα έκανε θαύματα. Στη δευτέρα δημοτικού, η μικρή αδερφή επέστρεψε κανονικά στις αίθουσες. Στο τέλος του λυκείου, η Κατερίνα ρώτησε τη μεγάλη κόρη που τώρα είχε παντρευτεί και περίμενε παιδί:
Και τώρα, τι θα κάνουμε;
Να σπουδάσει! Θα είναι κρίμα αν πάει χαμένο τέτοιο μυαλό…
Η υποτροφία ψίχουλα, μα η Μαργαρίτα είχε μάθει τα λίγα να τα κάνει θησαυρό. Η Θεοδώρα της έφερνε πράγματα μια φορά τον μήνα κι έβαζε γκρίνια για τη σκόνη στο φοιτητικό δωμάτιο.
Η Κατερίνα αρρώστησε όταν η Μαργαρίτα ήταν στο δεύτερο έτος. Δεν πρόλαβε να χαρεί την πρώτη αγάπη της μικρής. Σε λίγες μέρες βγήκε η διάγνωση. Η Θεοδώρα, ψύχραιμη, πήρε όλη τη φροντίδα επάνω της.
Έφυγε ήρεμα η μάνα. Τελευταία ανάσα μέσα στα χέρια της μικρής Μαργαρίτας. Τα κορίτσια ορφάνεψαν, μοιράστηκαν το πατρικό. Στη Μάργω έλαχε ένα μικρό δυαράκι δίπλα στη μεγάλη.
Καλό είναι! Θα σαι κοντά. Η Θεοδώρα παρατηρούσε τους τοίχους σκυθρωπή. Όλα εγώ θα τα φτιάξω. Τα κορίτσια της ομάδας θα βοηθήσουν.
Η ομάδα της Θεοδώρας, πλέον εργολάβος με τη δική της εταιρεία, δούλευε παντού, περίφημα. Παρά τους καιρούς, οι δουλειές δύσκολες, μα προχωρούσαν.
Η Μαργαρίτα παντρεύτηκε, παρ όλο που ο άντρας της δεν άρεσε στη Θεοδώρα. Έμεινε με τύψεις μέχρι να καταφέρει εκείνος να σπάσει τον πάγο με την αδερφή της – με επιμονή και υπομονή. Έγινε κι αγαπητός, και με τα χρόνια όλοι κάπως ηρέμησαν.
Ο Μαξιμίδης τους, ο άντρας της Μάργως, ζούσε για τα κορίτσια. Τα Σαββατοκύριακα ήταν αφιερωμένα σ αυτές. Κάποιοι το έβλεπαν ως υπερβολή, αλλά εκείνη, απλά σκεφτόταν πως έτσι ήθελε ο άντρας, και τίποτα δεν της έλειπε.
Η κόρη της Θεοδώρας έμπλεξε και έμεινε έγκυος στα δεκαοχτώ. Είπε στην μάνα της πως ο πατέρας του παιδιού δεν ήθελε να το αναγνωρίσει. Η Θεοδώρα ανασήκωσε τα μανίκια:
Κανένα παιδί στην οικογένειά μου δεν θα μεγαλώσει χωρίς πατέρα. Θα τα φτιάξω εγώ!
Και τα έφτιαξε. Έγινε γάμος, στήριξε το νιόπαντρο ζευγάρι σε δικό της σπίτι, τους νοικοκύρεψε. Ηρέμησε, τα παιδιά τακτοποιήθηκαν.
Αλλά, φυσικά, τα προβλήματα ερχόταν κατά κύματα, κάτι σαν ρευστό που κυλά μέσα στα στενά της Αθήνας ένα περίεργο όνειρο. Οι κόρες της Μαργαρίτας, Ειρήνη και Ελπίδα, γεμάτες ζωή και υγεία, έβαλαν όλα τα χρώματα της παιδικής χαράς στο σπίτι.
Δεν τις χορταίνω! Να μη βασκαθούμε! Η Μάργω καμάρωνε με μάτια γεμάτα υπερηφάνεια, βλέποντας τα κορίτσια να παίζουν με τον πατέρα.
Η Ελπίδα, ζωηρή κι έξυπνη, η Ειρήνη πιο μαζεμένη, πιο δειλή· και οι δύο στην ίδια τάξη, για να έχουν συντροφιά. Η Ειρήνη βρήκε ανάσα σε αυτό το στήριγμα.
Ώσπου όλα αναποδογύρισαν: ο Μαξιμίδης σκοτώθηκε ξαφνικά σε τροχαίο. Πένθος, οι κόρες τρέμουν ακόμα και να κοιτάξουν τη μάνα που έχασε το χρώμα της. Ξύπναγε η Μαργαρίτα μέσα στη νύχτα, με φωνές και δάκρυα, τα κορίτσια έρχονταν και τυλίγονταν γύρω της, αποζητούσαν τη ζεστασιά της γινή, χαμένη κάπου βαθιά.
Η Θεοδώρα πήρε την κατάσταση στα χέρια της σκληρά, ξυπνητήρια λέξεις.
Τι κάνεις; Τα κορίτσια έχασαν τον πατέρα τους, θα τα στερήσεις και τη μάνα;
Η Μαργαρίτα μισο-άκουσε στην αρχή. Αλλά ο χρόνος λειαίνει τα πάντα, και σιγά σιγά ξαναγύρισε τα μάτια της στα κορίτσια. Το χαμόγελο, αγράμματο, δίχως γράμματα, άφηνε μια σκιά στα χείλη της, αλλά έστω, επέστρεψε.
Στο λύκειο και οι δύο ερωτεύτηκαν, λες κι ήταν συνεννοημένες εκ των προτέρων. Η Ειρήνη, ακούγοντας μεγάλες κουβέντες από τη θεία Θεοδώρα, έβαλε τα κλάματα στη μάνα και το έκοψε γρήγορα. Η Ελπίδα όμως, ισχυρογνώμων όπως ο πατέρας, τα ήθελε όλα.
Τον αγαπώ!
Τι τη θες την αγάπη σου; βροντούσε η Θεοδώρα με φωνή βροντή. Είναι άντρας για γάμο;
Η Ελπίδα, με το θράσος της νιότης, κόντραρε.
Αυτό είναι δικό μας θέμα.
Σκληρά ερωτήματα, συζητήσεις καρφωμένες σε δρομίσκους με άσπρα σπιτάκια, λεωφ. Αλεξάνδρας τη νύχτα, φωτισμένη αμυδρά, τα παιδιά να τρέχουν, και η Αθήνα να μοιάζει σουρεαλιστική, ονειρική, όλο σκιές και φευγαλέες φιγούρες.
Η Ελπίδα, με χίλια λόγια και παρακάλια, έμαθε ότι η φλόγα της νεότητας δεν σβήνει έτσι εύκολα. Επέβαλε κανόνες στο αγόρι, του είπε «ή με παντρεύεσαι ή τέλος». Και τελικά παντρεύτηκαν, παρά τα δάκρυα της Μαργαρίτας και την οργισμένη σιωπή της Θεοδώρας, που μουρμούραγε συνέχεια πως «είναι νωρίς».
Δύο χρόνια μετά ήρθε το πρώτο παιδί, η Ελπίδα στο μεταξύ σπουδάζει, δουλεύει, ο άντρας της σπουδάζει κι αυτός, η πεθερά τη στηρίζει, ο πεθερός την παίρνει στη δουλειά από νωρίς.
Όταν έφτασε το δεύτερο παιδί κι ήρθε προαγωγή, όλοι χάρηκαν, αλλά η Θεοδώρα ψιθύριζε με την αγωνία της βουντού μάγισσας: «Όλα πολύ καλά πάνε μπορεί και να συμβεί κάτι κακό!».
Η ατυχία ήρθε σαν σίφουνας, χωρίς προειδοποίηση. Ο Στέφανος, ξαφνικά, άρχισε να απομακρύνεται, να βυθίζεται σε άλλους κόσμους. Όταν η Ελπίδα έμαθε για τη σχέση του με μια άλλη γυναίκα, ήταν ήδη αργά. Το έμαθε με τον χειρότερο τρόπο: στο πάρκο, μπήκε δίπλα της μια ξένη, έγκυος κι εκείνη.
Εσύ είσαι η Ελπίδα; Εγώ είμαι η Μαρία, αγαπημένη γυναίκα του Στέφανου, του άντρα σου.
Η Ελπίδα γέλασε πικρά. Σκηνή βγαλμένη από όνειρο που όλο γυρίζει, αλλά δεν τελειώνει.
Σας πειράζει; ρωτάει η «αντίζηλος». Σκέφτεσαι να χωρίσεις; Το παιδί θέλει πατέρα!
Κι αυτά εδώ; έδειξε τα δυο αγόρια της. Δηλαδή αυτοί δεν χρειάζονται;
Έφυγε η Μαρία αγανακτισμένη, με βήματα που πλανιόταν ανάμεσα στα παγκάκια, λες και οι σκιές της πόλης την ρούφαγαν μέσα. Η Ελπίδα κράτησε τα δάκρυά της, αγκάλιασε το παιδί.
Ο Στέφανος δεν αρνήθηκε. Ο χωρισμός τους, δικαστήρια, μίση, χωρισμοί περιουσιακών. Η Ελπίδα βγήκε απ το δικηγορικό γραφείο, ελεύθερη και μόνη. Έχασε και τη δουλειά φεύγει απ την οικογενειακή επιχείρηση του πρώην, με μια συγγνώμη μισολεγμένη στον αέρα.
Η πεθερά και ο πεθερός, όμως, δεν άφησαν τα εγγόνια. Τα βλέπανε, τα χάιδευαν όπως πριν. Τα αγόρια γρήγορα συνήθισαν την καινούρια κατάσταση. Η Μαργαρίτα ανησυχούσε συνέχεια, το σπίτι γεμάτο παιδιά, νυχτερινές βάρδιες μπερδεύονταν με τη δουλειά της Ελπίδας.
Και τότε έκανε την εμφάνισή του ο Λεωνίδας. Ήταν έρωτας, λέει η Ελπίδα. Η Μαργαρίτα φοβήθηκε μην πρόκειται για συμφεροντολόγο. Πρην γενεί τίποτα, φώναξε ακόμη μια φορά τη θεία Θεοδώρα.
Τι θα κάνουμε τώρα;
Πρέπει να της μιλήσεις, να καταλάβει. Μπορεί να είναι και αετονύχης. Εσύ να συζητήσεις μαζί της!
Δεν ακούει!
Έλα, θα τη φωνάξω εγώ! πήρε το κινητό, της είπε κοφτά: Η μάνα σου κατάντησε στο όριο! Έλα αμέσως!
Η Ελπίδα έφυγε τρομαγμένη από το σπίτι της. Ο Λεωνίδας της λέει: «να σε πάω εγώ;»
Όχι, θα πάω μόνη. Τα αγόρια
Μην ανησυχείς! Θα τα φροντίσω.
Στους δρόμους της Αθήνας, φώτα, σκιές, γυαλισμένα μάρμαρα και φώτα λεωφορείων θολά, περπατούσε γρήγορα, η καρδιά της ένα ρολόι έτοιμο να σπάσει. Θυμήθηκε να μην πει τίποτα στην Ειρήνη, η αδερφή της έγκυος πάλι και κουρασμένη.
Στο σπίτι, άνοιξε η Μαργαρίτα κι αμέσως έστριψε αλλού το βλέμμα.
Είμαι καλά!
Τότε γιατί…
Μπες! η Θεοδώρα εμφανίστηκε με σταυρωμένα χέρια. Εδώ θα μιλήσουμε.
Σφιγμένες κουβέντες, απειλές για κοινωνική υπηρεσία και για τα παιδιά, που τάχα βλέπουν τη μάνα τους να «γυρίζει».
Η Ελπίδα μέσα σε εκείνη την ονειρική ατμόσφαιρα, ψηλαφίζοντας τα όριά της, σηκώθηκε ψύχραιμη:
Τι θέλετε εσείς με τα δικά μου; Είμαι μεγάλη! Δεν σας αφορά πώς ζω!
Πολύ καλά, να αναλάβεις τότε τις συνέπειες!
Αυτό ακριβώς κάνω. Από σήμερα με ξεχνάτε. Αρκετά!
Πώς τολμάς!
Έχω δικαίωμα να ζω όπως θέλω. Αν γινόμουν ποτέ «αποδιοπομπαία αίγα», είμαι τουλάχιστον γυναίκα… Όσες τρίχες και να βγάλετε!
Τι λες βρε παιδί μου; Κοίταξε τη Μαργαρίτα με απορία η Θεοδώρα.
Μην το τραβάς άλλο. Κοιτάξτε καλύτερα τους δικούς σας ανθρώπους.
Η Μαργαρίτα ένιωσε ξαφνικά το στήθος της να τη χτυπάει έπεσε ήσυχα στο πάτωμα. Συναγερμός, τηλεφωνήματα, νοσηλεία.
Την άλλη μέρα όλη η οικογένεια στο Αττικό Νοσοκομείο. Η Θεοδώρα διστακτική, πλησίασε.
Συγγνώμη, μικρή μου
Δεν χρειάζεται. Το κατάλαβες, αυτό φτάνει. Προσευχηθείτε για τη μάνα μου καλύτερα.
Η Μαργαρίτα συνήλθε, μες στο νοσοκομείο έκαναν ανακωχή με τη μικρή, και δεν ξανάκουσε ποτέ κουβέντα για τις κόρες της. Η Θεοδώρα, με τον καιρό, έμαθε να κρατάει τη γλώσσα της.
Στην επόμενη, ονειρικά στημένη, γαμήλια τελετή της Ελπίδας και του Λεωνίδα, η Θεοδώρα πρώτη φώναξε «Να ζήσετε!» και αγκάλιασε σφιχτά την ανιψιά, ζητώντας πάλι συγγνώμη με μάτια δακρυσμένα.
Η ζωή, σαν συμμετρικό ψηφιδωτό, τα έβαλε όλα στη θέση τους. Η Ελπίδα έμεινε κοντά στη θεία της, όταν εκείνη μπήκε δύο φορές στο χειρουργείο. Ο Λεωνίδας, με κουράγιο, τη μετέφερε στους γιατρούς, της έφερε περπατούρες και χαμογέλασε μαζί με την οικογένεια πάλι κάτω από το γάλακτος μπλε του αθηναϊκού ουρανού.
Και όταν, στο τέλος, η Θεοδώρα δεν μπορούσε πια να κινηθεί, η Ελπίδα της κρατούσε το χέρι ως το τέλος. Τελευταίο λόγο, σαν ψίθυρο σε όνειρο:
Να τον προσέχεις! Άντρας μεγάλος, με «Α» κεφαλαίο! είπε, και η ανιψιά της πριν προλάβει να απαντήσει, εκείνη είχε κιόλας χαθεί μέσα στους ομίχλους των ονείρων της οικογένειας.
Κι εκείνο το τελευταίο «Ευχαριστώ» ήχησε, ονειρικό και ξάστερο, μέσα σ’ όλη την οικογένεια.



