Καταστραμμένα παιδιά
Τον έχεις κακομάθει! Του κάνεις όλα τα χατίρια και τώρα σου έχει ανέβει στο κεφάλι! Άννα, δεν γίνεται έτσι! Τον κατέστρεψες τελείως το αγοράκι! Όπως, βέβαια, κι εγώ εσένα παλιά! Δεν έχει νόημα να κατηγορείς κανέναν! Είμαι κι εγώ υπεύθυνη! Είστε όλοι σας κακομαθημένα παιδιά! Και μη μ ακούς να λες ότι είσαι πια ενήλικη! Παιδί ήσουν, παιδί έμεινες! Δεν ξέρεις να σκέφτεσαι λογικά και να παίρνεις σωστές αποφάσεις! Η Κατερίνα Παπαδοπούλου έκλεισε νευριασμένη την πόρτα του ψυγείου και ταράχτηκε όταν ο μαγνήτης με τη φωτογραφία της οικογένειας της κόρης της έπεσε στο πάτωμα.
Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί το περασμένο καλοκαίρι στη Σκιάθο, όπου για κάποιο λόγο αυτή τη φορά δεν την είχαν προσκαλέσει. Χρόνια πήγαινε διακοπές με τα «παιδιά». Βοηθούσε με τα εγγόνια, ξεκουραζόταν, γνώριζε ενδιαφέροντες ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά όχι.
Οι δικαιολογίες που της είπαν της φάνηκαν παράξενες.
Μαμά, φέτος τα πράγματα είναι δύσκολα. Θα πάμε μόνοι με τα παιδιά. Και όταν μπορέσουμε, θα σου κλείσουμε κι εσένα διακοπές, όπου θέλεις. Ψάξε εσύ κιόλας τι σου αρέσει.
Αλλά, Άννα! Τα παιδιά; Ποιος θα τα προσέχει;
Μαμά, ο Νίκος είναι πια μεγάλος. Μπορεί να προσέχει κι εκείνος. Η Ιωάννα θα ναι μαζί μου. Αυτή τη φορά δεν μπορούμε να πάμε στο ξενοδοχείο που πηγαίναμε παλιά. Οπότε, πρέπει να κάνουμε υποχωρήσεις. Η Ιωάννα χρειάζεται θάλασσα. Ξέρεις καλά πως μετά δεν αρρωσταίνει όλο το χειμώνα. Και αν δεν έχουμε αρκετά ευρώ για καλό ξενοδοχείο, θα πάμε… πώς να το πω… σαν «παλιοί καλοκαιρινοί εξερευνητές», να νοικιάσουμε διαμέρισμα ή σπίτι και να τα προσέχουμε μόνοι μας.
Και για μένα προφανώς δεν υπάρχει θέση;
Η Κατερίνα Παπαδοπούλου ήταν πολύ δυσαρεστημένη με την προοπτική. Να πάει μόνη της σε ένα ξενοδοχείο για ηλικιωμένους, με μόνο «τραπέζια» και «λαϊκούς χορούς για όσους είναι πάνω από τα πενήντα»; Δεν ήταν το ίδιο, όπως σε ένα καλό ξενοδοχείο με ξένους και «καλούς ανθρώπους». Και αυτή, με τις σπουδές της και τα γαλλικά και αγγλικά της, είχε πάντα επιλογή. Φέτος όμως όχι…
Μανούλα, σε παρακαλώ! Ξέρεις πως οι διακοπές είναι ακριβές σπίτια, συντήρηση, ταξίδι, φαγητό…
Λες και σας τρώω, παιδί μου! Η Κατερίνα ανάβει στα αλήθεια.
Χριστέ μου, μαμά! Πόσες φορές πρέπει να σου εξηγήσω τα βασικά; Δεν έχουμε ευρώ για να πάμε όλοι μαζί! Θα σε παίρναμε ευχαρίστως, αλλά δεν γίνεται. Κάναμε ανακαίνιση στο σπίτι σου, είχα τα δικά μου θέματα υγείας, τα ιδιαίτερα του Νίκου όλα κόστισαν έναν μισθό! Τι θες να κάνω; Να ακυρώσουμε τα πάντα; Ή να βγάλω έστω τα παιδιά μία φορά στη θάλασσα; Κι εγώ έχω κουραστεί πολύ φέτος, το βλέπεις καλά!
Ναι, το βλέπω! Βλέπω πως δεν ασχολείσαι με τα παιδιά! Όλα πάνω μου κι επάνω στη μαμά του άντρα σου, την Αλεξάνδρα. Να πάρω την Ιωάννα από το νηπιαγωγείο, να περιμένω τον Νίκο από το σχολείο, να φάτε, να πιείτε, να σας πάω στα μαθήματα και τις δραστηριότητες.
Μη μεγαλοποιείς! Ο Νίκος πάει μόνος του στην προπόνηση, μόνο την Ιωάννα πας στους χορούς και όχι κάθε μέρα. Κι έτσι κι αλλιώς, υπάρχει πρόγραμμα για χορό στο νηπιαγωγείο, αλλά εσύ επέμενες πως χρειάζεται επιπλέον να αναπτυχθεί.
Τώρα φταίω εγώ, ε; Η φωνή της Κατερίνας έφτασε τις «απαγορευμένες» οκτάβες κι έπιασε την καρδιά της. Αχάριστοι όλοι σας! Κάνω ό,τι μπορώ κι εσάς τίποτα δεν σας ικανοποιεί!
Μαμά, σε παρακαλώ Η Άννα νιώθει να σκοτεινιάζει, ακουμπά το μέτωπο στο τζάμι. Είμαι πολύ ευγνώμων, αλλά μη μου το τρίβεις συνέχεια.
Η Κατερίνα δεν θέλει να ακούσει τίποτα άλλο. Φεύγει με ύφος, αφήνοντας στη μέση του σαλονιού τη σακούλα με το καινούριο μαγιό και θυμώνει.
Το να θίγεται ήταν το δυνατό της σημείο. Δε χρειαζόταν ούτε φασαρίες (που άλλωστε θεωρούσε αμαρτία) ούτε δράματα. Απλώς δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, αγνοούσε κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης και όταν τελικά σήκωνε το κινητό, αναστέναζε βαριά και ρωτούσε σβησμένα:
Αννούλα μου, αν η καρδιά σαν να σταματά και χτυπάει αχνά, τι σημαίνει;
Τότε η Άννα παράταγε τα πάντα και έτρεχε στην εξοχική, όπου η Κατερίνα αποσυρόταν μετά από κάθε καβγά, «να βρει την ηρεμία της». Έπειτα γύριζε εξαντλημένη, πετούσε τα κλειδιά στο τραπεζάκι της εισόδου και έκλεινε την πόρτα του δωματίου της, όπου συχνά έκλαιγε, αδυνατώντας να καταλάβει γιατί φερόταν έτσι η μητέρα της.
Ο Νίκος έμπαινε αθόρυβα, την σκέπαζε με την κουβέρτα και της ακουμπούσε τον ώμο:
Μαμά, μη πας ξανά. Η γιαγιά θα ηρεμήσει και θα έρθει μόνη της.
Αχ, Νίκο! Μακάρι να μπορούσα να το πιστέψω…
Η Άννα ήξερε καλά. Από μικρή θυμόταν την μητέρα της έτσι. Λεπτή, ευαίσθητη, γλωσσομαθής, καλλιεργημένη, αλλά με μία ευθιξία που έκαιγε. Εύκολα μπορούσε να την επιπλήξει στα ελληνικά, γαλλικά ή αγγλικά με την ίδια άνεση. Κι όταν η Άννα ήταν μικρή, δεν υπήρχε μεγαλύτερο μαρτύριο από το ψυχρό:
Αννούλα, θέλω να σκεφτείς τη συμπεριφορά σου. Πήγαινε στο δωμάτιό σου, παιδί μου!
Ποτέ δεν το έλεγε αν είχε καλή διάθεση σπάνιο φαινόμενο, μιας και για την Κατερίνα το ποτήρι ήταν πάντα μισοάδειο. Στο τσιτάχ της ζωής της υπήρχε ένα κεντρικό νόημα: η ανασφάλεια και η ανεπάρκεια. Όλοι στον κύκλο της θεωρούνταν ανεπαρκείς από συναδέλφους μέχρι τον άντρα της, συγγενείς, φίλους και γείτονες.
Η μικρή Άννα ήταν εξαίρεση. Ύστερα από τα πρώτα σχολικά χρόνια, καμάρωνε για το παιδί της: στήλη ηθικής και εξυπνάδας, διάβαζε από τα τρία και στα τέσσερα καθόταν στο πιάνο που της αγόρασε η μαμά της «Ακούω μουσική!», έλεγε με σοβαρότητα.
Κάπου στην έκτη δημοτικού τα πρώτα σύννεφα. Αριστούχα, περηφάνια του σχολείου, κοπέλα με άριστα, φέρνει ξαφνικά έναν βαθμό κάτω από τη βάση στην ορθογραφία. Η Κατερίνα δεν την άκουσε τότε ούτε λεπτό μόνο κατηγορίες.
Παιδί μου, μ έχεις καταστρέψει! Πώς είναι δυνατόν; Αλισβερίσι! Στο δωμάτιό σου!
Κι η Άννα υπάκουσε, κλαίγοντας στο μπάνιο της, προσπαθώντας να καθαρίσει το λεκέ απ τη φούστα. Μόνο η γιαγιά έμαθε τι έγινε: στην κρίσιμη ώρα της γυναικείας μετάβασης, η μικρή τρόμαξε, μην ξέροντας τι συνέβαινε στο σώμα της η μάνα της σ αυτά δεν έκρινε σκόπιμο να μιλήσει ποτέ.
Η συζήτηση ανάμεσα στη γιαγιά (μητέρα του πατέρα της Άννας) και την Κατερίνα όχι μόνο δεν άλλαξε τίποτα, αλλά έφερε λίγη ημικρανία και ένα ξερό «τέτοια θέματα μόνο με τη μητέρα της μπορεί μία κόρη να συζητάει».
Αυτή ήταν η πρώτη ρωγμή σε μια καλά οικοδομημένη εικόνα της μητέρας. Η Άννα συνειδητοποίησε πως η μητέρα της δεν ήταν αγία. Κι ότι όσα έλεγε για θυσία της μάνας μπορεί και να μη στέκουν τελείως. Από τότε οι απογοητεύσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, και η Κατερίνα σταμάτησε να κρύβει τη δυσαρέσκειά της.
Συνηθισμένη στην κορδέλα-μυτζήρα στο κεφάλι στις κρίσεις της, που «βοηθούσε» στην ημικρανία, όταν εμφανιζόταν έτσι στον διάδρομο, καταλάβαινες πως πλησιάζει καβγάς. Δεν έβγαζε φωνές, όμως: απλά καθόταν μεγαλοπρεπώς στην πολυθρόνα, πατούσε τα δάχτυλα στους κροτάφους της και με φωνή-πάγο έλεγε:
Άννα! Με εξολοθρεύεις…
Γιατί και πώς, ποτέ δεν ανέλυε. Έπρεπε να το καταλάβεις μόνη σου. Αφορμή μπορούσε να είναι η οποιαδήποτε.
Θέλησες, ας πούμε, να συνεχίσεις την οικογενειακή παράδοση και να γίνεις γιατρός, ενώ η Κατερίνα θεωρούσε εντελώς λάθος δρόμο.
Δεν καταλαβαίνεις! Έζησα τόσα χρόνια με τον πατέρα σου και τον έβλεπα ελάχιστα! Άννα, χειρούργος δεν κάνει για γυναίκα! Άστο!
Μα η γιαγιά λέει πως το να σώζεις ανθρώπους είναι τιμή! Κι ότι κι ο μπαμπάς, όπως κι εγώ, το ονειρευόταν απ το σχολείο.
Δεν φτάνει τι λέει η γιαγιά! Το αποτέλεσμα μετράει! Εγώ χήρεψα, εσύ μεγάλωσες χωρίς πατέρα. Η δουλειά σκότωσε τον πατέρα σου! Πρέπει να σκέφτεσαι τις συνέπειες, όχι μόνο το εγώ σου!
Οι καυγάδες, μέχρι η Άννα να τελειώσει το λύκειο και να μπει τελικά στην Ιατρική της Αθήνας. Η Κατερίνα έφτασε στο σημείο να μη της μιλάει σχεδόν για μισό χρόνο, μόνο κάτι τυπικά «ναι» κι «όχι» τα πρωινά, στην κουζίνα.
Kαι ύστερα ήρθε η ώρα του γαμπρού: Ποτέ δεν αποδέχτηκε τον Κώστα.
Μου κάνει εντύπωση, παιδί μου! Δεν βρήκες κάποιον «ανώτερο»; Δεν εννοώ οικονομικά! Δεν ξεχωρίζετε. Δεν ξέρει Μοπασάν, δεν έχει ακούσει ποτέ Βέρντι!
Ο Κώστας είναι υπέροχος άνθρωπος, μαμά και με αγαπάει.
Μόνο με την αγάπη δεν πας μπροστά! Κατάλαβες τι εννοώ αλλά όταν το καταλάβεις θα είναι αργά!
Στον γάμο της κόρης της, η Κατερίνα σκούπιζε διακριτικά τα μάτια της, διαβεβαιώνοντας τους πάντες πως: «Θα μαι δίπλα τους μάνα είμαι!»
Για καλή της τύχη, εκείνη τη μέρα γνώρισε τον δεύτερο άντρα της, μακρινό συγγενή του γαμπρού, τον απόστρατο συνταγματάρχη Γιώργο Λιακόπουλο, ο οποίος την κέρδισε με τους καλούς του τρόπους, το γαλλικό που μιλούσε και τη μεγάλη του μονοκατοικία κοντά στην Αθήνα, όπου η Κατερίνα βρήκε νέα ενδιαφέροντα κι άφησε για λίγο ήσυχη την κόρη της.
Ο γάμος με τον Γιώργο Λιακόπουλο της ταίριαξε άνθισε ξανά και υποδέχτηκε τα εγγόνια με χαρά:
Αννούλα! Τι υπέροχα παιδιά! Ο Νίκος ολόιδιος ο παππούς, και η Ιωάννα μου, θαύμα, ίδια η μύτη και τα μάτια μου!
Η Άννα δεν διαφωνούσε, χαιρόταν για τη χαρά της μάνας της.
Και κόντρα σε όλα τα «θα καταρρεύσει» της Κατερίνας, ο γάμος της Άννας και του Κώστα πήγε καλά. Ο Κώστας τα έβρισκε με τα πεθερικά, παρά τη διαφορά τους. Η Κατερίνα διαφώνησε με την απόφαση να πάρουν στεγαστικό, αλλά ο Κώστας επέμεινε.
Η δική σας είναι το σπίτι σας. Εμείς χρειαζόμαστε το δικό μας.
Πώς θα τα βγάλει πέρα η Αννούλα με δύο παιδιά και τη δουλειά; Εσύ μόνος σου δεν τα καταφέρνεις!
Τα πάει καλά η δουλειά μου. Η Άννα θέλει να επιστρέψει στη δουλειά της, δεν θα της το απαγορεύσω. Η μητέρα μου θα βοηθά με τα παιδιά.
Τα εγγόνια μου, Κώστα, έχουν και τη γιαγιά τους! Η Κατερίνα ανασήκωσε το πηγούνι, κοιτάζοντας με αυστηρό βλέμμα τον γαμπρό.
Το όνειρο της Άννας να επιστρέψει στο χειρουργείο έγινε πραγματικότητα. Μεγάλωναν τα παιδιά, έγινε η μετακόμιση, φαίνονταν όλα στρωτά, αλλά ήρθε η συμφορά: ο Γιώργος αρρώστησε βαριά και, παρά τις προσπάθειες της Άννας και των καλύτερων γιατρών, άφησε την Κατερίνα πικραμένη και μόνη.
Αχ, Γιώργο μου, πώς μ άφησες Η Κατερίνα έχανε το κουράγιο της. Μόνο μια φορά στη ζωή μου ένιωσα γυναίκα στ αλήθεια! Έπρεπε να το χάσω τόσο γρήγορα;
Δεν έφταιγε κανείς μόνο η μοναξιά της μεγάλωσε. Τώρα έπαιρνε πια δύο μπουκέτα γαρίφαλα για τον τάφο και τους «συντρόφους της» και γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη με τους ζωντανούς.
Η Άννα προσπαθούσε να απαλύνει τη μοναξιά της μητέρας της. Διακοπές, γιορτές, Κυριακές η Κατερίνα πάντα δίπλα σε κόρη και εγγόνια.
Μα τι πειράζει; Κι εγώ κομμάτι της οικογένειας είμαι! δήλωνε με στόμφο στις φίλες της.
Μα ίσως η Αννούλα να θέλει και λίγο χρόνο μόνη με άντρα και παιδιά;
Ανοησίες! Ποτέ δεν την έλεγξα! Τη βοηθάω! Μπορεί να τα καταφέρει δίχως εμένα;
Προβλήματα άρχισαν όταν ο Νίκος μεγάλωσε. Η αυστηρότητα της γιαγιάς τον ενοχλούσε έντονα, αν και την αγαπούσε. Η ατελείωτη κριτική της τον εξόργιζε.
Νίκο! Πάλι με τη φριχτή μουσική! Πώς θα αντέξει κανείς τέτοιο θόρυβο; Η Κατερίνα έμπαινε χωρίς να χτυπήσει και σφιγγόταν δεν το άντεχε!
Κορώνα τ αγαπημένο μαντήλι στο μέτωπο αλλά στον Νίκο οι κόλπα δεν έπιαναν όπως στην Άννα. Παράπονα στους γονείς δεν έκανε, προτιμούσε να τα βρίσκει με τη γιαγιά μόνος.
Ιωάννα, έλα! Να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε!
Όταν η γιαγιά αντίκρισε τα εγγόνια να χορεύουν με φωνές και κιθάρες στους ήχους ελληνικού ροκ, αναρίγησε:
Νίκο, εσύ πάει κι έρχεται, μα η Ιωάννα; Αυτό δεν το αντέχω! Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σας!
Καλύτερα στον μπαμπά, γιαγιά! Η μαμά όταν χειρουργεί έχει κλειστό το κινητό το ξέρεις!
Ο Κώστας αντιμετώπιζε τα νεύρα της πεθεράς ατάραχος και το βράδυ, συνοδεύοντας τη γιαγιά σπίτι της, τραγουδούσε με τον γιο του. Ο Νίκος ήθελε κιθάρα.
Η Άννα αποφάσισε να του την αγοράσει.
Μη το τολμήσεις, Άννα! Θέλετε να με διώξετε;
Μαμά, τι είναι αυτά που λες;
Δεν αντέχω! Πρέπει να μελετά, όχι να χάνει τον χρόνο του!
Μα διαβάζει τέλεια και το ξέρεις. Και, στο κάτω κάτω, τι κακό έχει η μουσική; Δεν έλεγες πάντα πως η ανάπτυξή του πρέπει να είναι πολύπλευρη;
Εννοούσα κάτι άλλο κι εσύ το ξέρεις… Αχ, Άννα!
Οι διαφωνίες συνεχίστηκαν, ο Κώστας στήριζε τη γυναίκα του, οπότε η Κατερίνα πάλι έκοψε κάθε επικοινωνία και είχε φροντίσει να πάρει τα κλειδιά του σπιτιού της από την κόρη της με τη δικαιολογία πως… τα έχασε.
Αυτή τη φορά όμως, η Άννα δεν άντεξε άλλο.
Δεν θέλει να μιλήσει; ΟΚ! είπε μια μέρα που έπλενε πιάτα στο ρεπό της κι έσπασε το αγαπημένο της φλιτζάνι, δώρο του γιου της. Τα πολύχρωμα θρύψαλα στο πάτωμα ήταν το τελευταίο χτύπημα. Αγαπούσε τη μητέρα της, αλλά καταλάβαινε πια πως έπρεπε αυτή η αγάπη να βάζει όρια.
Νίκο! φώναξε προς τη σκάλα. Ο γιος της πετάχτηκε.
Έλα, μαμά!
Διάλεξες τελικά κιθάρα;
Δηλαδή, αλήθεια μου παίρνεις; έλαμψε το πρόσωπό του.
Βέβαια! Ποια θέλεις;
Ηλεκτρική μπάσα! Μαμά, το λες αλήθεια;
Ναι, όπως λες κι εσύ… στο εκατό τα εκατό!
Κι η γιαγιά τι θα πει;
Ότι είμαστε κακομαθημένα παιδιά Μην σε νοιάζει! Πάμε να αγοράσουμε!
Ναι! Θα πω και στην Ιωάννα να έρθει να μας βοηθήσει να διαλέξουμε!
Η κιθάρα αγοράστηκε. Το δωμάτιο του Νίκου άλλαξε μορφή: έγινε στον πόντο στούντιο πρόβες με συμμαθητές, εξοπλισμός, όνειρα. Και όταν μερικά βίντεο που έφτιαξαν με την Ιωάννα να τραγουδά, συγκέντρωσαν χιλιάδες προβολές στο ελληνικό TikTok, όλοι χάρηκαν πολύ.
Η Άννα ένιωθε επιτέλους πως έκανε το σωστό. Το βράδυ στη ζεστασιά του σπιτιού, φιλούσε τα παιδιά της κι αυτά, γεμάτα ιδέες κι όνειρα, της εξιστορούσαν τις μέρες τους.
Η Κατερίνα όμως περίμενε. Κάθε μέρα σπίτι, καθαριότητα, φαγητό και προσμονή: ότι η κόρη θα έρθει σαν παλιά να ζητήσει συγγνώμη.
Πέρασε μια βδομάδα, ύστερα άλλη μια και η Άννα δεν φάνηκε.
Στην αρχή η Κατερίνα ήταν απορημένη, αργότερα θύμωσε, μετά κατάλαβε ότι, για πρώτη φορά, κάποιος της αντιστάθηκε. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος, θα τον είχε ξεχάσει, την Άννα όμως την αγαπούσε με τον δικό της τρόπο.
Πέρασε και καιρός… Κατάλαβε τελικά πως κανείς δεν θα ρθει ούτε με λουλούδια ούτε με συγγνώμη.
Της ήταν δύσκολο να δει πως κι αυτή είχε τη δική της μερίδα ευθύνης. Πήρε το αυτοκίνητο κι έφυγε για την εξοχική, πιστεύοντας πως θα ησυχάσει. Μα η ησυχία δεν ήρθε. Μόνη της, περπατούσε στον κήπο καθώς οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές άλλαζαν το τοπίο και η λύπη μεγάλωνε.
Μια μέρα, βλέποντας τα παιδιά των γειτόνων να παίζουν με λασπόνερα και πολύχρωμα αδιάβροχα, θυμήθηκε ότι η ζωή προχωράει. Δεν θα καθόταν να χαϊδεύει το εγώ της, να περιμένει τη συγγνώμη. Κάποια στιγμή, ίσως και η κόρη της να της φέρει γαρίφαλα και θα είναι αργά.
Ακούμπησε την κούπα της στο πιατάκι, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε για το σπίτι της Άννας.
Ήταν Κυριακή, οι δρόμοι πάντα άδειοι. Μόλις έφτασε στον οικισμό κοντά στο Μαραθώνα, σταμάτησε για ώρα μπροστά στην εξώπορτα πρώτη φορά εκείνη έπρεπε να κάνει το δύσκολο βήμα.
Το σπίτι των παιδιών της ήταν γεμάτο φωνές, μουσικές από κιθάρες και τύμπανα η Άννα χόρευε στην κουζίνα με την ξύλινη κουτάλα κι η Ιωάννα έτρεχε στα πόδια της.
Τέλειο μαμά, να γράψουμε και βίντεο μαζί; φώναξε η Ιωάννα αφήνοντας τα ποτήρια στο τραπέζι.
Η Άννα γέλασε, χάρισε πορτοκαλάδα στην κόρη της και της είπε: «Πάρε δύο εσύ, πάω κι εγώ πάνω στα παιδιά».
Και τότε η Άννα είδε τη μάνα της στην πόρτα.
Η Ιωάννα κοντοστάθηκε, αλλά η μάνα της ήταν πιο γρήγορη.
Μαμά, καλωσόρισες! Μπορείς να προσέχεις το φαγητό; Σε λίγο τρώμε τα αγόρια τελειώνουν πρόβα. Πεινάς;
Η Κατερίνα έβγαλε το αερομπούφαν, έγνεψε καταφατικά. Πάρα πολύ!
Τέλεια! λέει η Άννα και κλείνει πονηρά το μάτι στην Ιωάννα.
Γιαγιά, εγώ παράτησα τον χορό! Πάω μουσικό σχολείο! Ο Νίκος λέει πως τραγουδάω πολύ καλά!
Η Κατερίνα πάλεψε μ ένα δάκρυ και πήρε τα ποτήρια από τη μικρή.
Δείξε μου την κιθάρα του Νίκου! Είναι όμορφη;
Πολύ! Εγώ τη διάλεξα! Έλα, να στην δείξω!
Η μικρή τρεχάτη ανέβηκε τη σκάλα, κι η Άννα έκανε νεύμα στη μητέρα της.
Έλα, μαμά! Το πιο δύσκολο το έκανες ήδη…
Κι η Κατερίνα ανέβηκε πάνω. Ο Νίκος σοβαρός, ώριμος της έδειξε το νέο του μουσικό όργανο.
Κάτι άλλαξε.
Όχι τα πάντα. Ο χαρακτήρας δεν αλλάζει απ τη μία στιγμή στην άλλη. Οι διαφωνίες θα συνεχίσουν, οι παρεξηγήσεις το ίδιο. Θα στενάζει η Άννα, ακούγοντας τη μητέρα της να προσπαθεί να της επιβάλλει τη γνώμη της και η Κατερίνα θα αναρωτιέται «πού έχασε τη μοναχοκόρη της».
Όμως, ένα πράγμα έμαθαν γενιές-γενιές σ αυτό το σπίτι: Αν θέλεις να σε ακούνε, πρέπει πρώτα να μάθεις να ακούς. Και τότε όλα βρίσκουν τον δρόμο τους. Και οι δικοί σου άνθρωποι, παραμένουν πάντα κοντά σου. Και τι άλλο να θέλεις;Και μέσα σε εκείνον τον ζεστό σαββατιάτικο απόβραδο, η Κατερίνα κάθισε στην άκρη του καναπέ βυθισμένη στα γνώριμά της αρώματα, ανάμεσα στα άπλυτα πιάτα, τις πενιές της κιθάρας και τα χαχανητά των παιδιών της κόρης της. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, δεν ένιωσε την ανάγκη να διδάξει. Μόνο άκουσε.
Άκουσε τον Νίκο να δοκιμάζει με κόπο το νέο του τραγούδι και χτύπησε απαλά παλαμάκια. Άκουσε τη φωνή της Ιωάννας να δονεί τον χώρο, σκέτη χαρά. Παρατήρησε την Άννα, με τα μαλλιά πιασμένα πρόχειρα ψηλά, να σερβίρει το τραπέζι γελώντας σε κάτι που της είπε ο Κώστας. Και ξαφνικά, αντί να σκεφτεί τι τους λείπει, σκέφτηκε τι έχουν.
Κι όταν το φαγητό ζεμάτιζε ακόμη στα πιάτα και τα παιδιά της φώναξαν «Ελάτε όλοι τώρα!», σηκώθηκε μαζί με όλους. Έβαλε μπροστά της την πετσέτα και για πρώτη φορά, αντί να προτείνει τι να φάνε, ρώτησε:
Τι να σερβιριστώ, παιδιά;
Η Ιωάννα κάθισε πλάι της και της έδειξε πού είχε κρύψει το αγαπημένο της γλυκό. Ο Νίκος της χαμογέλασε διακριτικά, ο Κώστας πρότεινε κρασί, κι η Άννα κάθισε απέναντι με ένα βλέμμα τρυφερό και δυναμωτικό.
Ήταν, τελικά, όλοι εκεί καταστραμμένα, ίσως, παιδιά που έμαθαν όμως να φτιάχνουν το δικό τους τραπέζι, με αγάπη, πείσματα, μελωδίες.
Αν αυτό σημαίνει να είσαι κακομαθημένος, σκέφτηκε η Κατερίνα με ένα διστακτικό χαμόγελο που ξέφυγε απ τα παλιά της όρια, τότε ίσως ήρθε η ώρα να το επιτρέψει και στον εαυτό της.
Και κανείς εκείνο το βράδυ δεν μίλησε για λάθη μόνο για τραγούδια που ήξεραν όλοι μαζί απ έξω, και για γαρύφαλλα που, αν ήταν να τα φέρουν αύριο ή μεθαύριο, θα ήταν μόνο για να στολίσουν τη ζωή, όχι για να σημαίνουν κάποιο τέλος. Διότι στην πραγματική οικογένεια, ό,τι κι αν χαλάει, ξαναπιάνεται από την αρχή κι οι συγγνώμες λέγονται, καμιά φορά, μοναχά με ένα κομμάτι τούρτα και ένα πονηρό χαμόγελο.



