Καθαρή Κουζίνα
Ελένη. Έλα εδώ.
Όχι «παρακαλώ». Όχι «μόλις τελειώσεις». Απλά «έλα εδώ», σαν να φωνάζει κανείς τον σκύλο του.
Άφησε τη σφουγγαρίστρα στην άκρη του τοίχου και μπήκε στην κουζίνα. Ο Κώστας καθόταν στο τραπέζι, χαμένος στο κινητό του. Απέναντι, στη συνηθισμένη της θέση κοντά στο παράθυρο, ήταν η Πηνελόπη. Έπινε τσάι. Μύριζε βραστό λάχανο και χάπια, αυτά που η πεθερά της κατέβαζε με τη χούφτα από το πρωί ως το βράδυ.
Η μάνα λέει δεν καθάρισες πάλι καλά την κουζίνα, είπε ο Κώστας, χωρίς να σηκώσει μάτια απ το κινητό.
Χτες την καθάρισα.
Κακά την καθάρισες.
Η Πηνελόπη ακούμπησε ήσυχα το φλιτζάνι της στο πιατάκι, μ ένα μικρό γδούπο.
Σ αυτό το σπίτι εγώ δεν γνώρισα ποτέ τη βρωμιά, είπε σιγανά, όπως μιλάς για κάτι αυτονόητο. Εικοσιπέντε χρόνια το είχα μόνο εγώ, πάντα λάμπαν τα πάντα.
Η Ελένη ήταν πενήντα τριών. Στεκόταν εκεί, με τα λαστιχένια γάντια, τα χέρια ακόμα υγρά, ακούγοντας πάλι τα ίδια λόγια.
Δείξε μου που είναι βρώμικα, είπε. Θα καθαρίσω.
Αυτό ακριβώς, δείξε, είπε ο Κώστας. Δεν τα βλέπεις μόνη σου; Θες να σου κάνω μάθημα στα γόνατα;
Το είπε ήσυχα, αλλά το ύφος του ήταν τέτοιο, που τα λόγια πιάνανε ακριβώς εκεί που ήθελε.
Η Ελένη κοίταξε την κουζίνα. Έλαμπε. Την είχε τρίψει χτες το βράδυ, μισή ώρα έτριβε το λίπος από τα μάτια. Ήταν πεντακάθαρη.
Κάτι μέσα της έσπασε εκείνη την ώρα.
Όχι βροντί. Δεν έκλαψε. Απλά κοίταξε την καθαρή κουζίνα, μετά τον Κώστα με το κινητό, την Πηνελόπη με το τσάι, κι εκεί σιώπησε εντελώς μέσα της. Όπως σιωπάς πριν κάτι σπάσει οριστικά.
Έβγαλε τα γάντια. Τα άφησε στο τραπέζι.
Είκοσι οκτώ χρόνια το ακούω αυτό. Φτάνει.
Ο Κώστας σήκωσε τελικά τα μάτια. Η Πηνελόπη έμεινε με το φλιτζάνι στο χέρι.
Τι είπες; ρώτησε ο Κώστας.
Είπα: φτάνει.
Πέρασε από την κουζίνα, πήγε στο υπνοδωμάτιο, πήρε μια τσάντα απ το σούπερ μάρκετ και άρχισε να βάζει ρούχα. Λίγα πράγματα. Έγγραφα, δυο πουλόβερ, εσώρουχα, φορτιστή κινητού. Τα χέρια της δεν έτρεμαν, κι αυτό την ξάφνιασε. Ήταν απόλυτα ήσυχη. Ένας άνθρωπος που επιτέλους πήρε την απόφαση που μέσα του ζύμωνε χρόνια.
Άκουγε τις φωνές απ την κουζίνα. Στην αρχή ήσυχα, μετά πιο έντονα.
Κώστα, δεν ακούς; Πήγαινε σταμάτα τη!
Δε μπαίνω εγώ. Αν θες πήγαινε εσύ.
Έβαλε το μπουφάν της, πήρε την τσάντα, βγήκε στο χολ. Φόρεσε τα παπούτσια της, άνοιξε την πόρτα.
Ελένη! φώναξε η Πηνελόπη από την κουζίνα. Καταλαβαίνεις τι κάνεις; Πού θα πας; Δεν είσαι τίποτα χωρίς αυτόν! Τίποτα!
Η Ελένη έκλεισε σιγά την πόρτα πίσω της. Ήσυχα, χωρίς να βαρέσει.
Στη σκάλα μύριζε γατοτροφή οι γείτονες στον τρίτο είχαν τέσσερις γάτες και φρέσκια μπογιά απ το βάψιμο του ισογείου. Κατέβηκε τα σκαλιά κι όταν βγήκε έξω, ο Οκτώβριος ήταν κρύος, βροχερός, τα φύλλα είχαν γίνει μια βρεγμένη στρώση στην άσφαλτο. Η Ελένη στάθηκε κουνώντας τα χέρια, έβγαλε το κινητό.
Η Μαρία απάντησε στο δεύτερο χτύπημα.
Μαράκι, έφυγα.
Από πού έφυγες;
Από τον Κώστα. Για πάντα. Δεν έχω πού να πάω.
Τρεις-τέσσερις ανάσες σιωπή. Μετά η Μαρία είπε:
Θυμάσαι τη διεύθυνση; Είκοσι λεπτά, κι έρχομαι σπίτι. Θα σου πω τον κωδικό να μπεις.
***
Η Μαρία ζούσε μόνη σε ένα δυάρι στου Ψυρρή. Μικρό, αλλά δικό της το είχε αγοράσει πριν επτά χρόνια, δουλεύοντας ως υπεύθυνη ρεσεψιόν σε ξενοδοχείο και μάζευε κάθε ευρώ. Το σπίτι γεμάτο μικρά ραφάκια με γλαστρούλες, στη κουζίνα πίνακας γεμάτος μαγνητάκια από όλη την Ελλάδα και Ευρώπη. Μύριζε καφέ και κανέλα, ή κάτι τέτοιο, πάντα ζεστό.
Η Ελένη καθόταν στον καναπέ με μια κούπα ζεστό τσάι, κι η Μαρία απέναντι, με τα πόδια ζουληγμένα κάτω από το σαγόνι, την έβλεπε χωρίς να διακόπτει.
Πες τα, είπε η Μαρία.
Τα ίδια, πάντα τα ίδια, μουρμούρισε η Ελένη. Βρώμικη κουζίνα. Άνοστο φαγητό. Ξεσκόνισμα χάλια. Και πάντα να κοιτάνε λες και… λες κι είμαι χαλασμένο πράγμα.
Ελένη, πάντα έτσι δεν ήταν; Τι άλλαξε σήμερα;
Η Ελένη το σκέφτηκε.
Σήμερα κοίταξα την πεντακάθαρη κουζίνα και κατάλαβα πως αν δεν φύγω τώρα, δεν θα φύγω ποτέ. Θα πεθάνω εκεί μέσα. Μια μέρα θα ξαπλώσω κι απλά θα πουν πως δεν πρόσεχα τον εαυτό μου.
Η Μαρία έγνεψε. Χωρίς κουβέντα. Μόνο που έβαλε λίγο ακόμα τσάι.
Το βράδυ, η Ελένη ξάπλωσε στο καναπέ της Μαρίας, καλυμμένη μ ένα χοντρό φλις, κι άκουγε σιωπή. Κανονική σιωπή. Ούτε τηλεόραση απ το άλλο δωμάτιο, ούτε βήχας της Πηνελόπης από δίπλα. Ούτε διαρκής ενοχή πως πρέπει να πεταχτεί να κάνει κάτι.
Δεν της ήρθε ύπνος ως τις τρεις. Όχι από άγχος. Απλά δεν ήξερε πως είναι να ξαπλώνεις και να μη χρειάζεται να κάνεις τίποτα.
Μετά της ήρθε.
***
Το τηλέφωνο δεν χτύπησε δύο μέρες. Την τρίτη, ο Κώστας έστειλε μήνυμα: «Πότε θα γυρίσεις;» Ούτε «συγγνώμη», ούτε «θέλω να μιλήσουμε». Απλά «πότε θα γυρίσεις», λες και έλειπε για δουλειές.
Η Ελένη διάβασε το μήνυμα και έβαλε το κινητό στην τσέπη.
Καλά κάνεις, σχολίασε η Μαρία που παρακολουθούσε όλη την ώρα. Μην του απαντήσεις. Άσ τον να σκεφτεί.
Μα δεν έχει τίποτα να σκεφτεί, είπε η Ελένη. Πάντα νομίζει πως θα γυρίσω. Πως δεν θα πάω πουθενά.
Εσύ θα πας;
Η Ελένη κοίταξε έξω το βρεγμένο φθινοπωρινό προαύλιο. Τα αυτοκίνητα μούσκεμα, τα δέντρα γυμνά.
Θα πάω. Ακόμα δεν ξέρω πού, αλλά θα πάω.
Πέρασαν περίεργες οι πρώτες εβδομάδες. Δεν ήξερε τι να κάνει τα πρωινά. Όλη της η ζωή, ξύπνημα επτά, να ετοιμάσει, να καθαρίσει, να πλύνει, ένα τρέξιμο για χάπια και στο σούπερ μάρκετ, ξανά μαγείρεμα, ξανά καθάρισμα. Όλη μέρα «λίγο» ή «κακοφτιαγμένο».
Τώρα ξυπνούσε και η μέρα ήταν άδεια. Δεν υπήρχε τίποτα που να «πρέπει» να γίνει. Αυτό ήταν σχεδόν βασανιστικό.
Μαρία, είπε μια μέρα πριν φύγει για τη δουλειά εκείνη η φίλη της. Πρέπει να κάνω κάτι. Θα τρελαθώ αλλιώς.
Βρες δουλειά.
Τι; Είκοσι οκτώ χρόνια σπίτι.
Αλλά είσαι ζωγράφος.
Η Ελένη γέλασε, κουρασμένα.
Ήμουν. Δυο χρόνια δούλεψα σε εκδοτικό μετά τη Σχολή Καλών Τεχνών. Μετά παντρεύτηκα, κι ο Κώστας είπε δεν χρειάζεται άλλη δουλειά, φέρνει λεφτά εκείνος. Κι η μάνα του έλεγε πως οι σωστές γυναίκες κρατάνε το σπίτι, όχι δουλειές γραφείου.
Και το πίστεψες.
Το πίστεψα. Στα είκοσι πέντε πίστευα πως έτσι είναι η αγάπη. Να σε φροντίζουν.
Η Μαρία άρχισε να φοράει το παλτό της.
Έχω κάτι νερομπογιές σε ένα συρτάρι. Η ανιψιά μου τα φερε. Και χαρτί υπάρχει. Πάρε τα και δοκίμασε.
Τι νόημα έχει;
Έχει. Τα χέρια θυμούνται. Τουλάχιστον δοκίμασε.
***
Οι μπογιές βρέθηκαν στο κάτω ράφι, τυλιγμένες με εφημερίδα. Παιδικές, φτηνές, με ένα σκίουρο στο καπάκι. Το μπλοκ ζωγραφικής γερό, από τα καλά. Η Ελένη τα έστησε στο τραπέζι, έμεινε ώρα να κοιτά το λευκό χαρτί.
Κάποια στιγμή άρχισε.
Πρώτα χάος. Τα χρώματα στράβωναν πάνω στο χαρτί, το χέρι έτρεμε, οι αναλογίες πέρα βρέχει. Έσκισε τρία φύλλα. Μετά ηρέμησε, κι απλά άρχισε να παίζει με τα χρώματα. Χωρίς πρόγραμμα. Μόνο χρώμα, μόνο σχήμα.
Μετά από μια ώρα υπήρχε εκεί ένα μικρό φθινοπωρινό προαύλιο αυτό που έβλεπε απ το παράθυρο της Μαρίας. Βρεγμένα δέντρα, γκριζάδα με μια πινελιά ροζ στον ορίζοντα.
Το κοίταζε και σκεφτόταν: αυτό εδώ το έκανα εγώ.
Όχι σούπες. Όχι καθαρή κουζίνα. Αυτό.
Το βράδυ ήρθε η Μαρία και το είδε πάνω στο τραπέζι.
Το ζωγράφισες εσύ;
Εγώ.
Είναι ωραίο, αλήθεια.
Μπα, όλα στραβά.
Μα αυτό το κάνει αληθινό, είπε η Μαρία. Έχω δει χίλιες αυλές έτσι, αλλά αυτή είναι σαν να αναπνέει.
Η Ελένη δεν απάντησε. Αλλά το χαρτί δεν το πέταξε.
***
Στο σπίτι του Κώστα και της Πηνελόπης στο Παγκράτι, τα πράγματα δεν πήγαν όπως περίμεναν.
Τρεις μέρες περίμενε ο Κώστας να γυρίσει η Ελένη. Μα πού να πάει; Δεν ξέρει τίποτε, λεφτά δεν έχει, ούτε δουλειά ούτε σπίτι. Θα επιστρέψει, θα της περάσει.
Δεν επέστρεψε.
Την τέταρτη μέρα, άνοιξε το ψυγείο. Άδειο. Ένας χυμός μόνο του. Το έκλεισε, έφυγε για τη δουλειά νηστικός.
Το βράδυ η Πηνελόπη τον περίμενε στην κουζίνα με ύφος όλες-τις-εξυπνάδες-εκ των υστέρων.
Έφαγες;
Όχι.
Ούτε εγώ. Έφερες τίποτα;
Όχι, δεν πρόλαβα.
Οπότε ούτε έφαγες, ούτε έφερες, ψέλλισε η Πηνελόπη. Εβδομήντα εννιά χρονών και φτάσαμε να μην υπάρχει ψωμί στο σπίτι.
Πήγαινε εσύ σούπερ μάρκετ, μαμά.
Η παύση ήταν βαριά.
Εγώ; Εβδομήντα εννιά χρονών; Με τα πόδια μου και την πίεσή μου; Καλά… Και συ μου λες «πήγαινε»…
Δουλειά είχα, δεν πρόλαβα.
Και τι έκανε η Ελένη επί τόσα χρόνια; Από το πρωί ως το βράδυ, για σένα όλα. Κι εσύ την έδιωξες.
Ο Κώστας σήκωσε το κεφάλι.
Εγώ την έδιωξα; Μόνη της πήγε!
Γιατί εσύ δεν άντεχες μέχρι εκεί. Σου είπα, να μην είσαι έτσι αγρίκος! Πόσες φορές σου τα πα;
Εσύ της τα χωνες κάθε μέρα! «Βρώμικη κουζίνα, άνοστο φαΐ, κακή σφουγγαρίστρα»!
Εγώ το σπίτι μου φρόντιζα! Έχω δικαίωμα ως νοικοκυρά!
Στο σπίτι το δικό μου, μαμά! Στο δικό μου!
Και για πρώτη φορά, αντί να πέφτουν τα βέλη στην Ελένη, κοιτάχτηκαν ευθεία στα μάτια, σα να μην υπήρχε άλλο σφουγγάρι να τα μαζέψει.
Ο Κώστας έβαλε το μπουφάν, βγήκε βροντώντας την πόρτα.
Η Πηνελόπη έμεινε μόνη, στη σιωπή, μπροστά στο ψυγείο. Κοίταξε το χυμό, το ξανάκλεισε, έκατσε μόνη. Σιωπή όπως δεν είχε γνωρίσει όσο ζούσε η Ελένη.
***
Ο Νοέμβρης έφερε κρύο και τις πρώτες ψιλοχιόνες. Η Ελένη τρεις βδομάδες τώρα ζούσε με τη Μαρία και άρχισε να συνέρχεται σαν άνθρωπος που τον κρατούσαν κλειδωμένο και μόλις βγήκε στον αέρα. Πρώτα στραβώνει, μετά συνηθίζεις.
Ζωγράφιζε κάθε μέρα. Αγόρασε καινούριες, καλές μπογιές. Η Μαρία βρήκε αγγελία για ένα μικροσκοπικό εργαστήριο σε μια πάροδο στα Εξάρχεια, κοντά στο λόφο του Στρέφη. Είκοσι τετραγωνικά, μεγάλο βορεινό παράθυρο, παλιό ξύλινο πάτωμα. Φθηνό γιατί ήθελε βάψιμο.
Η Ελένη το είδε και κατάλαβε αμέσως: εδώ ανήκω.
Θα το πάρεις; ρώτησε η σπιτονοικοκυρά, μια γλυκιά γιαγιά με πλεχτό σκουφί.
Θα το πάρω.
Χρήματα σχεδόν δεν υπήρχαν. Πούλησε τα χρυσά σκουλαρίκια του γάμου ανακατεύτηκε μέσα της, αλλά σκέφτηκε: τι να μου θυμίζουν;
Έγινε το στέκι της. Πήγαινε πρωί, άνοιγε το παράθυρο να μπει ψύχρα με μυρωδιά βροχής και ψαρίλα από τα μαγαζιά πιο κάτω. Μύριζε μπογιά, λινέλαιο, ξύλο. Άπλωνε τα χρώματα, το χαρτί, και δούλευε. Ξεχνούσε να φάει καμιά φορά.
Ζωγράφιζε τα πάντα: τοπία, αυλές, νεκρές φύσεις με ό,τι είχε πρόχειρο μια κούπα, ένα μήλο, ένα παλιό παπούτσι. Βγήκε το χέρι σιγά σιγά. Τα χρόνια τα θυμήθηκε το σώμα της, ήθελε μόνο λίγο χρόνο.
Ένα βράδυ στο εργαστήριο, η Μαρία τηλεφώνησε πανευτυχής.
Ελένη, στο ξενοδοχείο μας θέλουν να βάλουν έκθεση καλλιτεχνών της γειτονιάς, στο σαλόνι. Σε πρότεινα. Θα φέρεις κάποιο έργο;
Μαρία, δεν είμαι τώρα ζωγράφος. Μόλις άρχισα πάλι.
Είσαι ζωγράφος, τα είδα. Έλα, δώσε τα.
Έδωσε.
***
Εκεί γνώρισε τον Λεωνίδα.
Ήρθε τυχαία είχε κλείσει δωμάτιο και βρέθηκε την ώρα του ανοίγματος στην είσοδο. Ψηλός, με καρό πουκάμισο, σγουρά μαλλιά γκρι, μάτια ήσυχα, γκριζοπράσινα. Στεκόταν μπροστά στο δικό της έργο: χειμωνιάτικο πάρκο, παγκάκι, ίχνη στο χιόνι που πάνε κι έρχονται.
Η Ελένη πλησίασε να διορθώσει τη κορνίζα και τον άκουσε να ψιθυρίζει:
Έτσι γίνεται. Κάθονται, φεύγουν.
Τα ίχνη; ρώτησε.
Γύρισε, δεν ένιωσε άβολα που τον έπιασαν.
Ναι. Νομίζω δύο άνθρωποι ήρθαν, κάθισαν, έφυγαν χωριστά. Δεν ξέρω αν πέρασαν καλά ή μάλωσαν.
Εγώ το φανταζόμουν έναν άνθρωπο. Ήρθε, κάθισε, γύρισε μόνος σπίτι.
Μόνος δεν πάει κανείς έτσι, μπερδεύει τα βήματα. Εδώ δύο άνθρωποι είναι.
Το κοίταξε ξανά. Μπορεί, σκέφτηκε.
Άνοιξαν κουβέντα είκοσι λεπτά. Εκείνος βοήθαγε τον αδελφό του στην Καλαμάτα, μάστορας από ηλεκτρικά μέχρι υδραυλικά, τα πάντα φτιάχνει. Χήρος, δυο μεγάλα παιδιά. Μιλούσε λίγο, αλλά άκουγε πολύ. Δεν την διέκοπτε, δεν κοίταζε κινητό, κοίταζε την ίδια όταν μιλούσε.
Αυτό της φάνηκε ξένο και δεν ήξερε πώς να σταθεί.
Έχετε καρτούλα; ρώτησε φεύγοντας.
Όχι, ντρέπομαι, δεν έχω.
Αφήστε μου το κινητό, αν δεν ενοχλώ.
Του το έγραψε. Έφυγε σκεφτική τι θέλει άραγε; Μπορεί να θέλει να αγοράσει.
Τρεις μέρες μετά μήνυμα. «Καλησπέρα, Λεωνίδας, είπαμε για τα ίχνη στο χιόνι. Να το αγοράσω αν δεν έχει πουληθεί;»
Δεν είχε πουληθεί. Ήρθε, το πήρε, το τύλιξε προσεκτικά και ρώτησε αν είχε κι άλλα έργα.
Πήγε στο εργαστήριο, τα είδε ήσυχα. Πήρε ακόμα δυο μικρούς πίνακες.
Πολύ καλοί, της είπε.
Πολλά χρόνια είχα να ζωγραφίσω.
Γιατί;
Σήκωσε τους ώμους της. Δεν ήθελε να εξηγήσει.
Έτσι τα έφερε η ζωή.
Κούνησε το κεφάλι, το δέχτηκε.
***
Ο Κώστας πήρε τηλέφωνο τον Γενάρη. Τρεις μήνες πια έξω απ το σπίτι ακόμα παντρεμένοι όμως, χαρτιά δεν είχε καταθέσει.
Τη βρήκε στο εργαστήριο, έκλεινε ένα χειμωνιάτικο νεκρή φύση με πευκοβελόνες, κουκουνάρι κι ένα κερί.
Ελένη, είπε.
Ναι.
Πώς περνάς;
Καλά.
Σιωπή.
Η μαμά είναι άρρωστη, πρόσθεσε.
Λυπάμαι.
Δεν έρχεσαι καμιά φορά στο σπίτι; Να βοηθάς τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα.
Άφησε την πινέζα.
Κώστα, έφυγα. Ζω αλλού. Δεν θα ρθω να καθαρίζω.
Είσαι ακόμα γυναίκα μου.
Για λίγο ακόμα. Αυτό αλλάζει.
Μη το κάνεις αυτό. Έλα σπίτι, να τα πούμε.
Δεν τα είπαμε ποτέ, Κώστα. Εικοσιοχτώ χρόνια. Μόνο εσείς μιλούσατε, εγώ απλά εκτελούσα.
Υπερβάλλεις.
Ίσως. Αλλά δεν γυρίζω.
Το κλεισε ήρεμα. Της φάνηκε περίεργο που ούτε τα χέρια της τρέμουν.
Μόνο τότε κατάλαβε ότι, από έξω φαίνεται απλό: να φεύγει μια γυναίκα από το γάμο της. Αλλά μέσα είναι σαν να μαθαίνεις να περπατάς ξανά. Κάθε μέρα.
***
Με τα λεφτά πάλευε. Οι πίνακες πουλιόνταν σπάνια, όχι ακριβά. Κατά παραγγελία έφτιαχνε καμιά κάρτα, μικρό τοπίο για δώρο. Με τη βοήθεια της Μαρίας ανέβαζε δουλειές στο instagram. Άρχισαν σιγά σιγά να έρχονται μηνύματα από κόσμο που την ανακάλυψε.
Τα πάντα οριακά: νοίκι, φαΐ, κάτι να βάλει. Κι όμως, αυτό της φαινόταν πλούτος.
Ο Λεωνίδας ερχόταν κάθε δύο-τρεις βδομάδες, για δουλειές στην Αθήνα και πάντα περνούσε. Πίνανε καφέ δίπλα στη στοά ή βόλτα στην πόλη μιλώντας. Εκείνος έλεγε τις ιστορίες της δουλειάς και για τα δύο παιδιά του (ο ένας μάλιστα περιμένει παιδάκι). Εκείνη έλεγε για τα πινέλα της και πώς θέλει να δοκιμάσει λάδι αντί για νερομπογιά.
Δεν την πίεζε ποτέ. Ούτε βιαζόταν. Μια μέρα συνειδητοποίησε πως περίμενε τις επισκέψεις του.
Μαρία, είπε μια μέρα. Ο Λεωνίδας… Δεν καταλαβαίνω.
Τι ακριβώς;
Είναι καλός. Πολύ. Αυτό με τρομάζει.
Γιατί το καλό να τρομάζει;
Γιατί πάντα πίστευα πως πίσω απ το καλό θα έρθει το κακό.
Η Μαρία την κοίταξε έντονα.
Ελένη, ίσως απλώς κάποιοι δεν κρύβουν τίποτα.
Η Ελένη το σκέφτηκε μέρες.
Ένα απόγευμα μήνυμα: «Θα περάσετε Σάββατο; Έχω αφήσει στη μέση μια μεγάλη δουλειά, να σας τη δείξω».
Ήρθε το Σάββατο. Είδε τον πίνακα. Είπε ένα «ωραίο». Πήγαν για καφέ, και εκείνος πρότεινε:
Θέλετε να πάμε μια εκδρομή; Έχει ένα παλιό μοναστήρι κοντά στην Εύβοια, υπέροχο τοπίο μες το χιόνι.
Θέλω.
***
Άκουγε νέα για το σπίτι του Παγκρατίου αποσπασματικά από τη γειτόνισσα Ειρήνη, μια κυρία του τετάρτου που κάποτε μιλούσαν συχνά στη σκάλα.
Ελένη, τι κάνεις; Εκεί, χαμός, τσακώνονται κάθε μέρα. Η Πηνελόπη πρήζει τον Κώστα που δεν σε κράτησε. Αυτός απαντάει. Χτες βράδυ όλη η πολυκατοικία ακούστηκε.
Η Ελένη το άκουγε, δεν ένιωθε τίποτα πια εκτός από απόμακρη θλίψη. Ούτε χαρά, ούτε πικρία. Απλά: έτσι είναι όταν δεν έχει μείνει κανείς να τα μαζεύει από τη μία, πυροβολούν μεταξύ τους.
Το Φλεβάρη η Ειρήνη τη βρήκε: Η Πηνελόπη πήγε νοσοκομείο. Πίεση, καρδιά. Ο Κώστας μόνος του στο θάλαμο, μούτρα.
Η Ελένη έβαλε νερό για τσάι. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει. Είκοσι οκτώ χρόνια είναι αυτά.
Δεν το κανε. Ό,τι «πρέπει» το είχε ζήσει αρκετά. Ας κάνουν οι άλλοι το δικό τους «πρέπει».
***
Ο Μάρτης έφερε μυρωδιές άνοιξης. Η Ελένη περπατούσε στη λαϊκή με πάνινη σακούλα. Στάθηκε στα ντοματάκια του θερμοκηπίου, σκεπτόμενη ότι ήθελε να ζωγραφίσει αυτό το σαββατιάτικο πανηγύρι: χρώματα, ήχοι, κόσμος.
Και τότε τον είδε.
Περπατούσε ο Κώστας με μια τσάντα στο χέρι, το βλέμμα στο κινητό, δεν την είδε. Της φάνηκε γερασμένος, ή μάλλον πρώτη φορά τον έβλεπε σαν ξένη. Ώμοι πεσμένοι, το μπουφάν ασουλούπωτο, το πρόσωπο γκρίζο.
Στάθηκε περιμένοντας πώς θα νιώσει. Φόβο; Θυμό; Να εξαφανιστεί πριν την δει;
Δεν ένιωσε τίποτα.
Ο Κώστας σήκωσε το κεφάλι, την είδε. Έμεινε.
Στάθηκαν απέναντι, τρία πάγκος ανάμεσά τους.
Ελένη, είπε.
Ήσυχη φωνή, αλλά με κάτι ξένο μέσα. Μάλλον αμηχανία.
Κώστα.
Πλησίασε. Η πωλήτρια έκανε πως βάζει μήλα στον πάγκο.
Πώς είσαι;
Καλά.
Έχεις αδυνατίσει.
Μπορεί.
Η μάνα στο νοσοκομείο, καρδιά.
Έμαθα, λυπάμαι.
Σκαρφάλωσε το σάκο στο άλλο χέρι.
Δεν θα γυρίσεις, έτσι;
Η Ελένη τον κοίταξε ήρεμα. Ούτε μίσος, ούτε λύπηση. Απλά τον κοίταξε.
Όχι, Κώστα. Δεν θα γυρίσω.
Και πώς… πρέπει να ζήσουμε.
Πρέπει εσύ. Εγώ ζω ήδη.
Δεν ήξερε τι να πει. Η Ελένη πήρε τα ντοματάκια, πλήρωσε, έφυγε.
Η καρδιά της ήσυχη. Εκεί ήταν η νίκη της: στην ήρεμη καρδιά. Όχι που έφυγε ούτε που δεν γύρισε. Αλλά που τώρα στεκόταν απέναντί του χωρίς να φοβάται, χωρίς να μαζεύεται, χωρίς να προσπαθεί να τον ευχαριστήσει.
Έβαλε λίγα χόρτα, πήρε φρέσκο ψωμί. Γύρισε στο σπίτι σπίτι πια ήταν το εργαστήριο.
***
Τον Απρίλη κατέθεσε αίτηση διαζυγίου μόνη της, χωρίς δικηγόρο. Ο Κώστας δεν αντέδρασε. Βρέθηκαν μια φορά για χαρτιά, τίποτα παραπάνω.
Δικό της σπίτι δεν είχε. Ο Κώστας έμεινε στο δικό του. Δεν κυνηγούσε μερίδιο πολύ φασαρία! Η Μαρία επέμενε πως αδικούσε τον εαυτό της.
Δεν θέλω εκείνο το σπίτι, Μαρία. Θέλω να προχωρήσω.
Τα λεφτά βοηθάνε.
Θα έρθουν άλλα λεφτά. Δικά μου.
Το καλοκαίρι η Ελένη με τον Λεωνίδα βλεπόντουσαν κάθε εβδομάδα. Πήγαινε εκείνη στη Λαμία, ερχόταν εκείνος στην Αθήνα. Είχε σπίτι σε ήσυχη γειτονιά. Μια αυλή με φραγκοσυκιές και παλιά μηλιά. Η Ελένη φτάνοντας στεκόταν ώρα κάτω απ τη μηλιά με τα άνθη.
Πολύ όμορφα, είπε.
Η γυναίκα μου τη φύτεψε, παραδέχτηκε ήσυχα. Οκτώ χρόνια λείπει, αλλά η μηλιά κάθε άνοιξη ανθίζει.
Στάθηκαν μαζί, κοιτώντας το δέντρο.
Λεωνίδα, φοβάστε να ξαναδεθείτε έτσι;
Σκέφτηκε λίγο.
Φοβάμαι. Αλλά μου αρέσεις και νομίζω πως ο φόβος δεν είναι λόγος να μη ζείς.
Γέλασε η Ελένη για πρώτη φορά αυθόρμητα μετά από χρόνια.
Σοφό ακούγεται!
Εγώ πάντως, όταν χτυπάω καρφί, δεν κάνω πολύ γύρα.
***
Το φθινόπωρο, μόλις έκλεισε χρόνος από τότε που η Ελένη έφυγε απ το Παγκράτι, κάθονταν με τον Λεωνίδα βράδυ, κουζίνα, εκείνος κάτι έφτιαχνε με ένα συρτάρι, εκείνη με σκίτσο και καφέ.
Ζεστασιά και ησυχία. Άρωμα ξύλου και καφέ.
Ελένη, θα μείνεις εδώ;
Τον κοίταξε.
Πού; Στη Λαμία;
Εδώ, μαζί μου.
Κοιταχτήκανε. Εκείνος ήσυχος, δεν πίεζε.
Το εργαστήριο είναι εκεί…
Το ξέρω. Αλλά εδώ έχει δωμάτιο με μεγάλο παράθυρο. Πρωί μπαίνει ήλιος. Δεν στο είπα;
Το είπες.
Ε, λοιπόν;
Η Ελένη κοίταζε το μπλοκάκι. Είχε σκίτσο: κουζίνα, άντρας με κατσαβίδι, γυναίκα με κούπα, παράθυρο κι αυλή.
Να το σκεφτώ;
Να το σκεφτείς.
Δεν βιάζεσαι;
Όχι.
Γιατί;
Έκλεισε το συρτάρι, λειτούργησε τέλεια.
Γιατί έχουμε χρόνο. Κι όποιον άνθρωπο θες να σαι μαζί του, δεν τον βιάζεις.
Η Ελένη χαμογέλασε.
Θα έρθω, του είπε. Ναι.
Έκατσε δίπλα της. Πήρε την κούπα του. Έμειναν σιωπηλοί, σ αυτή την καλή ησυχία.
***
Πέρασε μισός χρόνος.
Η Ελένη έμεινε με τον Λεωνίδα, το εργαστήριο στα Εξάρχεια δεν το άφησε. Πήγαινε σχεδόν κάθε δεύτερη μέρα. Το δωμάτιο με παράθυρο στο σπίτι ήταν το δεύτερο εργαστήρι: εκεί έκανε γρήγορα σκίτσα πίνοντας καφέ, μόλις έφευγε για δουλειά ο Λεωνίδας.
Τα έργα της τα αγόραζαν λίγο πιο συχνά. Όχι καμία διασημότητα, αλλά έρχονταν παλιοί και νέοι πελάτες δικοί της. Ήσυχα, καθαρά, το δικό της βήμα.
Για τον Κώστα μάθαινε μόνο από τα τηλέφωνα της Ειρήνης. Η Πηνελόπη μετά το νοσοκομείο κλεισμένη μέσα. Ο Κώστας βρήκε γυναίκα να τους βοηθά στα ψώνια. Πήγαινε δουλειά, το βράδυ σπίτι.
Η Ελένη σκεφτόταν πόσο είχε αφήσει να της μπουκώνουν ο ουρανός του, η διάθεσή του να είναι «ο καιρός» της, κι η ζωή της μια φυλακή χωρίς κλειδαριά: επειδή καμιά φορά, την πόρτα την κρατάς τελικά εσύ κλειστή.
Τώρα είχε άλλο ουρανό.
Ένα πρωί, Δεκέμβρη, πήγε στο εργαστήριο πριν χαράξει. Άναψε φως, έβαλε βραστήρα, έξω χιόνι.
Χτύπησε το κινητό. Η Μαρία.
Καλημέρα! Τι λέει;
Όλα καλά, δουλεύω.
Λοιπόν, κάτι έχω: μια γνωστή μου είπε πως μια γκαλερί στο κέντρο ψάχνει Έλληνες καλλιτέχνες για ανοιξιάτικη έκθεση. Είναι μικρή αλλά σοβαρή. Είδε τα έργα σου online και θέλει να μιλήσει.
Η Ελένη έγραψε το τηλέφωνο.
Μαρία, ψάχνουν σοβαρά πράγματα. Δεν έχω τίτλους.
Πέντε χρόνια δε ζωγράφιζες. Τώρα έχεις εκατόν πενήντα έργα. Δεν είναι σοβαρό αυτό;
Θα τηλεφωνήσω. Αργότερα.
Έβαλε τσάι, κοίταξε έξω το χιόνι να, λες και της έδωσαν λευκό καινούριο φύλλο.
Άρχισε να ζωγραφίζει. Θα πάρει αργότερα. Τώρα πρέπει να προλάβει το χιόνι όσο πέφτει.
***
Αργότερα ήρθε ο Λεωνίδας να την πάρει. Χτύπησε ελαφρά, μπήκε, την είδε να τελειώνει τον πίνακα.
Έτοιμη;
Πέντε λεπτά.
Κάθισε σε ένα σκαμπό κοιτώντας πώς δούλευε. Κι εκείνη μερικές φορές τον κοίταζεήσυχος, συγκεντρωμένος. Έτσι κοιτάς κάτι που το εκτιμάς.
Έβαλε κάτω τις μπογιές μετά.
Τελείωσα.
Ωραίο το κανες.
Δεν ξέρω, το χιόνι είναι δύσκολο. Δεν είναι ποτέ λευκό μπλε, γκρι, ροζ Όχι λευκό τελικά.
Εντυπωσιακό, της είπε. Εγώ νόμιζα μόνο λευκό.
Ναι, αλλά είναι όλα τα χρώματα. Λες και δεν τα βλέπει ο κόσμος.
Βγήκαν μαζί έξω καθαρός αέρας, κρύο, απόλυτη σιγή στην νύχτα, το χιόνι είχε σταματήσει.
Ελένη, μου πρότειναν γκαλερί για έκθεση στο κέντρο.
Και;
Αναρωτιέμαι να πάω.
Θέλεις;
Μικρή σιωπή.
Θέλω. Αλλά φοβάμαι.
Τι ακριβώς φοβάσαι;
Μήπως με προσβάλλουν, πουν «δεν είσαι ζωγράφος» ή «δεν είναι αρκετά καλά αυτά».
Ο Λεωνίδας περπατούσε δίπλα της, χέρια στις τσέπες.
Ελένη, το ξέρεις πως το πιο δύσκολο πέρασε ήδη;
Πώς το λες αυτό;
Εικοσιοκτώ χρόνια άκουγες πως είσαι τίποτα. Σήκωσες μια τσάντα κι έφυγες. Αυτό ήταν ο φόβος. Η γκαλερί τι να σου κάνει; Ας σου πουν όχι, δεν χάθηκε ο κόσμος.
Η Ελένη στάθηκε.
Έχεις μια ειλικρίνεια με τα λόγια, έτσι; Σαν να καρφώνεις καρφί.
Ελπίζω.
Γέλασε. Κι αυτός χαμογέλασε στο φως του δρόμου.
Πάμε, έχει παγωνιά.
Βάδισαν μαζί, το χιόνι έτριζε. Τα φώτα καθρεφτίζονταν στον πάγο, μπροστά φαίνονταν φωτεινά παράθυρα.
Λεωνίδα…
Ναι;
Σε ευχαριστώ.
Γιατί;
Που ποτέ δε μου λες «πρέπει» ή «να κάνεις».
Έμεινε λίγο σιωπηλός.
Ο άνθρωπος ξέρει μόνος τι πρέπει, είπε. Εγώ μόνο να θυμίζω μπορώ, όχι να διατάζω.
Μπήκαν σπίτι. Μύριζε ξύλο κι ελαφρώς μήλο.
Η Ελένη μπήκε κουζίνα, άναψε φως.
Το μπλοκάκι με τα σκίτσα της ήταν εκεί που το άφησε.
Άνοιξε στη χτεσινή σελίδα: μια κουζίνα, άντρας με κατσαβίδι, γυναίκα με φλιτζάνι, παράθυρο, αυλή.
Τώρα έμενε να προσθέσει το χιόνι.
Πήρε το μολύβι.





