Καθάρισα το σπίτι, ντύθηκα καλά, έστρωσα το τραπέζι, αλλά κανείς δεν ήρθε. Παρ’ όλα αυτά, περίμενα μέχρι το τέλος την κόρη μου και τον γαμπρό μου.

Ξέρεις τι, φίλε μου; Όταν η γυναίκα μου, η Μαρία, «έφυγε» και άφησε εμένα και τη μικρή Ειρήνη, ήταν σαν να σταμάτησε ο κόσμος να γυρίζει για μένα. Η Ειρήνη ήταν τότε έξι χρονών, τόσο τρυφερή και γλυκιά ψυχούλα… Στην κηδεία της Μαρίας, της υποσχέθηκα δημόσια ότι το παιδί μας θα γίνει η προτεραιότητά μου και θα την αγαπάω και για τους δυο μας μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.
Η Ειρήνη μεγάλωσε και έγινε πανέξυπνη και τρυφερή κόρη. Ήταν συνεπής στο σχολείο, βοηθούσε και στο σπίτι, και μαγείρευε σαν τη Μαρία τα φαγητά της ό,τι και να πω θα είναι λίγο, να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Με τον καιρό μπήκε στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Εκεί τα πράγματα με τα μαθήματα δεν της πήγαν και τόσο καλά. Αλλά εμένα δεν με ένοιαζε, γιατί το κορίτσι μου δούλευε και παράλληλα παραμέριζε χρόνο για να με βοηθάει στο σπίτι.
Μετά γνώρισε τον Αλέξανδρο. Τον έφερε στο σπίτι να τον γνωρίσω. Μου φάνηκε καλό παιδί κι ένιωσα χαρούμενος όταν μου ανακοίνωσαν πως αποφάσισαν να παντρευτούν και να μείνουν μαζί μου στο σπιτικό μας μετά το γάμο. Εκεί ήταν όμως που όλα άλλαξαν… Ο Αλέξανδρος, ο γαμπρός μου, άρχισε να φέρεται αγενώς, να βρίζει και να μου φωνάζει χωρίς λόγο.
Γι αυτό και όταν η Ειρήνη πρότεινε να πουλήσουμε το διώροφό μας στο Χαλάνδρι και να αγοράσουμε ένα μεγάλο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, τους είπα έναν όρο: ήθελα το καινούριο διαμέρισμα να γραφτεί στο δικό μου όνομα. Φυσικά ο Αλέξανδρος έγινε έξαλλος, άρχισε να φωνάζει πως δεν τον εμπιστεύομαι. Εγώ όμως ήμουν ξεκάθαρος. Τους είπα, «χρειάζομαι μια διαβεβαίωση, μια ασφάλεια, ότι στα γεράματά μου δεν θα βρεθώ στο πεζοδρόμιο. Μετά τον θάνατό μου, το σπίτι είναι δικό σας, κάντε το ό,τι θέλετε.»
Σηκώθηκαν λοιπόν, πακετάρισαν τα πράγματά τους, μου είπαν λόγια βαριά που ακόμα τα θυμάμαι και μετά από δυο μέρες έφυγαν για την Αθήνα. Από τότε η Ειρήνη, λες και με διέγραψε. Κι όμως, μέσα μου πάντα κρατούσα μια ελπίδα ότι το κορίτσι μου θα καταλάβαινε και θα τα ξαναβρίσκαμε.
Έφτασαν τα 60α γενέθλιά μου, ξέρεις. Ήμουν σίγουρος πως η Ειρήνη θα μου ετοίμαζε καμιά έκπληξη. Καθάρισα το σπίτι, μαγείρεψα όλα όσα της άρεσαν, ντύθηκα όμορφα και κάθισα στο τραπέζι. Όλη μέρα ήμουν εκεί, κοίταζα από το παράθυρο, περίμενα να χτυπήσει το κουδούνι, να δω το χαμόγελό της. Περίμενα μέχρι που βράδιασε, και τίποτα. Ξεντύθηκα, έπεσα στο κρεβάτι, άφησα το τραπέζι στρωμένο, μιλούσα με τη φωτογραφία της Μαρίας και κάπου εκεί με πήρε ο ύπνος μέσα στα δάκρυα.
Λες να είναι ακόμα τόσο θυμωμένη μαζί μου που ούτε ένα «χρόνια πολλά» στο τηλέφωνο δεν ήθελε να μου πει; Ή μήπως της συνέβη κάτι κακό; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι η δική μου Ειρήνη θα μπορούσε στ αλήθεια να ξεχάσει έτσι τον πατέρα τηςΤο πρωί, με βρήκε το φως να με χαϊδεύει στο πρόσωπο και να ζεσταίνει τη μοναξιά μου. Καθώς σηκώθηκα αργά, ακούστηκε το κουδούνι στην εξώπορτα. Πίστεψα ότι ήταν η ταχυδρόμος ή κάποιος γείτονας. Άνοιξα βαριά, σχεδόν μηχανικά, και τότε την είδα: η Ειρήνη στεκόταν εκεί, με μάτια κόκκινα και τσάντα στο χέρι. Πίσω της, διακριτικά, ο Αλέξανδρος με κατεβασμένο κεφάλι.
«Μπαμπά» μου ψιθύρισε και η φωνή της έσπασε. «Άργησα, το ξέρω Μα δεν έχω πάψει ούτε μια μέρα να σ αγαπάω. Συγγνώμη» Έτρεξε και με αγκάλιασε όπως τότε που ήταν μικρή με όλο της το είναι. Ένιωσα τα δάκρυά της να λιώνουν τη σκουριά που είχε πιάσει η καρδιά μου.
Αφήσαμε για λίγο τα λόγια στην άκρη. Καθίσαμε μαζί στο τραπέζι, δοκιμάσαμε το φαγητό που είχα μαγειρέψει, γελάσαμε αδέξια, σα να ξανασυστηνόμασταν. Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε, μου έδωσε το χέρι του και είπε σιγανά: «Σας ευχαριστώ και τους δυο, που δεν τα παρατήσατε.» Και τότε είδα στα μάτια του μια ταπεινότητα που δεν περίμενα. Ίσως και να άλλαξε το αγόρι της κόρης μου.
Εκείνο το βράδυ, ξάπλωσα πάλι στο κρεβάτι μου μετά από γέλια, φωνές, ιστορίες και χαμόγελα. Χάιδεψα τη φωτογραφία της Μαρίας και της ψιθύρισα: «Κράτησα την υπόσχεσή μου. Την αγάπησα και για τους δυο μας κι εκείνη ξαναβρήκε το δρόμο για το σπίτι.»
Κι εκεί, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, άκουσα τη φωνή της Ειρήνης από το άλλο δωμάτιο να λέει «Καληνύχτα, μπαμπά» Έκλεισα τα μάτια χαμογελώντας. Ο κόσμος μου άρχισε πάλι να γυρίζει.

Oceń artykuł
Καθάρισα το σπίτι, ντύθηκα καλά, έστρωσα το τραπέζι, αλλά κανείς δεν ήρθε. Παρ’ όλα αυτά, περίμενα μέχρι το τέλος την κόρη μου και τον γαμπρό μου.