Στο διπλανό μας χωριό, δίπλα στον Ευβοϊκό, ζούσε ένα κορίτσι μόνη της. Η Ελεάνα. Χαμηλών τόνων, σχεδόν αόρατη. Υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι που λες, είναι, αλλά και δεν είναι. Μάτια πάντα χαμηλωμένα, κοτσίδα λεπτή, καστανόξανθη, ένα παλιό μαντήλι στο κεφάλι. Δούλευε στα ΕΛΤΑ, έβαζε σε τάξη γράμματα και μοίραζε συντάξεις στους παππούδες.
Κανείς δεν της έδινε σημασία. Οι δικοί μας, οι νεαροί του χωριού, ήταν σαν τους κόκορες θέλουν ζωντάνια, γέλιο, κορίτσι με τσαγανό. Και η Ελεάνα
Ώσπου εκείνη την άνοιξη ήρθε στον συνεταιρισμό μας καινούριος τεχνικός. Ο Νικόλας. Ψηλός, πλατύς στους ώμους, μαύρο μαλλί σαν κάρβουνο, μάτια γεμάτα πονηριά και νότες. Και μπουζουξής, παρακαλώ! Όταν βράδιαζε κι έβγαινε στην πλατεία με το μπουζούκι, όλες οι κοπέλες καρδιοχτυπούσαν. Ακόμα και της Ελεάνας της πάγωσε το μυαλό από το χτύπο της καρδιάς της.
Μα πού να συγκριθεί το διακριτικό αυτό κορίτσι με τέτοιον αητό; Οι ωραίες τυλίγονταν γύρω του, ενώ η Ελεάνα μόνο από μακριά τον κοιτούσε κι αναστέναζε, ώσπου μου σπάραζε η καρδιά να τη βλέπω έτσι.
Κι έπειτα, άρχισαν να συμβαίνουν περίεργα πράγματα.
Η Ελεάνα άρχισε να λαμβάνει γράμματα από την Αθήνα. Όμορφοι, παχύ χαρτιά, αντρικός γραφικός χαρακτήρας, γεμάτος σιγουριά. Επειδή δούλευε στα ΕΛΤΑ, τα έβλεπε πρώτη, αλλά μυστικό δεν κρατάει σε μικρό χωριό η Κατερίνα, η παλαιότερη ταχυδρόμος κι άσος στη γλώσσα, έσπευσε να το διαδώσει:
Η ήσυχη Ελεάνα μας έχει ρομάντζο! Κάποιος Αθηναίος της γράφει και συχνά! Θα τη ζητήσει σε γάμο, να μου το θυμηθείτε!
Η Ελεάνα έγινε μυστηριώδης, τα μάγουλά της άνθισαν, τα μάτια της έλαμψαν. Σαν ν άλλαξε. Έδεσε την κοτσίδα με γαλάζια κορδέλα, έστρωσε την πλάτη της και περπατούσε περήφανη με το γράμμα στο χέρι λες κι ήταν παράσημο.
Και ο Νικόλας το παρατήρησε. Οι άντρες, βλέπεις, όταν σε βλέπουν να ξεχωρίζεις για κάποιον άλλον, σε προσέχουν πιο πολύ.
Η καημένη, όμως, βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στον κόσμο της. Καθόταν στο σκαλοπάτι των ΕΛΤΑ, διάβαζε τα γράμματα της με ένα χαμόγελο στα χείλη, ενώ οι χωριανοί έγνεφαν με ζήλεια: «Τυχερή η ασχημούλα»
Η ανατροπή ήρθε απότομα, σαν τον ισχυρό Μαΐστρο στις Κυκλάδες. Ήμασταν γιορτή με πλήθος στο κοινοτικό κέντρο, το μπουζούκι έπαιζε, η νεολαία χόρευε. Η Ελεάνα στεκόταν διακριτικά, με καινούριο βαμβακερό φόρεμα και μια τσάντα περασμένη στον ώμο.
Ξάφνου όρμησαν κάτι αλητάκια, τα αδέρφια Κωσταντίνου, μεθυσμένοι κιόλας. Θέλησαν να κάνουν πλάκα, τράβηξαν την τσάντα της, ο ιμάντας έσπασε, πέφτει η τσάντα κάτω, διάφορα κοριτσίστικα πράγματα σκορπίστηκαν, κι ανάμεσά τους και μια δεσμίδα γράμματα.
Ο ένας, ο Στέλιος, άρπαξε τα γράμματα, ξεκαρδίστηκε στο γέλιο:
Για ελάτε όλοι! Να δούμε τι της γράφει ο Αθηναίος πρίγκιπας μας!
Η Ελεάνα έτρεξε κοντά, άσπρη σαν γιασεμί:
Μη! Δώσε τα πίσω!
Ο Στέλιος όμως είχε ήδη αρπάξει ένα γράμμα, το διάβασε δυνατά:
«Αγαπημένη μου Ελεάνα! Τα μάτια σου είναι σαν τον Αργοσαρωνικό»
Ο κόσμος σώπασε σαστισμένος. Ωραία λόγια Ώσπου ο Στέλιος μπλόκαρε. Έβγαλε δεύτερο γράμμα, στραπατσαρισμένο, γραμμένο γύρω-γύρω, το σήκωσε στο φως:
Έλα να δεις γέλιο! Εδώ τα πάντα σβησμένα! Πρώτα γράφει «Γεια σου καλή μου Ελεάνα», το σβήνει και μετά «Χαίρε αγαπημένη μου» και ξανά σβήνει! Πρόχειρο είναι! Τα γράφει και τα διορθώνει μόνη της!
Τα γέλια ξεσπάσανε, να τρίζουν τα κεραμίδια:
Με τον εαυτό της αλληλογραφεί!
Φαντάστηκε γαμπρό!
Η Ελεάνα στεκόταν κέντρο-κέντρο, με τα χέρια στο πρόσωπο, τρεμάμενη. Το ντροπιαστικότερο λεπτό. Ήμουν νέα τότε, ήθελα να τη βοηθήσω, αλλά δεν είχα μιλήσει.
Τότε σταμάτησε η μουσική.
Ο Νικόλας, που καθόταν ως τότε στο πεζούλι με το μπουζούκι, σηκώθηκε. Αργά κι αποφασιστικά. Ο κόσμος χώρισε στα δύο είχε κάτι βαρύ στο βλέμμα.
Πλησίασε τον Στέλιο, πήρε βουβά τα γράμματα. Ο άλλος αμέσως σοβάρεψε.
Μάζεψε τα διασκορπισμένα χαρτιά, τίναξε τη σκόνη. Πήγε στην Ελεάνα. Εκείνη δεν έβγαζε τα χέρια από το πρόσωπο.
Της πιάνει απαλά το χέρι, γερά όμως, και λέει δυνατά για να ακούσουν όλοι:
Γιατί γελάτε, ρε μάγκες; Δεν έχετε δει άνθρωπο που πονάει;
Ύστερα πιο σιγά σ εκείνη:
Έλα, Ελεάνα. Θα σε πάω ως το σπίτι. Σκοτείνιασε.
Και περπάτησαν μαζί, μέσα στη βουβή, γεμάτη ντροπή πλατεία. Εκείνος με το κεφάλι ψηλά, κρατώντας στη μια χέρι τη χαλασμένη τσάντα και με την άλλη το μπράτσο της.
Από εκείνο το βράδυ άλλαξε η τύχη τους. Δεν ήρθε γρήγορα η ευτυχία την πρώτη περίοδο η Ελεάνα δεν τολμούσε να κοιτάξει κανέναν στα μάτια. Ο Νικόλας όμως σταθερός: την έπαιρνε από το ταχυδρομείο, της μιλούσε με ζέση. Έξι μήνες μετά, έγινε ο γάμος.
Έζησαν αγαπημένοι ο Νικόλας δεν της χάλαγε χατίρι, ήταν τρυφερός και προστατευτικός. Η Ελεάνα άνθισε, έγινε εξαίρετη νοικοκυρά, γέννησε τρεις γιους. Και ποτέ ποτέ κανείς δεν της ξαναθύμισε το περιστατικό εκείνο. Οι κακολογίες σταμάτησαν με ένα βλέμμα του Νικόλα.
Πέρασαν χρόνια πολλά. Ο Νικόλας „έφυγε” πριν τρία χρόνια η καρδιά του. Η Ελεάνα, ήσυχη πια, έμεινε σκιά. Την επισκέπτομαι συχνά για να τη συντροφεύω, να πίνουμε ένα τσάι.
Ένα φθινόπωρο, βροχή έξω να χτυπά στα κεραμίδια, στο τζάκι να καίγονται ξύλα, εκείνη ψαχούλευε στο παλιό σερβάν του σαλονιού. Βγάζει μια ξύλινη κασετίνα, λαξευμένη την είχε φτιάξει ο ίδιος ο Νικόλας.
Την ανοίγει Μέσα, εκείνα τα γράμματα. Κίτρινα, παλιά, σε φθαρμένους φακέλους.
Ξέρεις, Άννα μου, μου λέει με φωνή που τρέμει νόμιζα πως τα είχε πετάξει. Ή τα είχε κάψει. Ντρεπόμουν να τον ρωτήσω. Όλη μου τη ζωή ντρεπόμουν για εκείνο το ψέμα.
Παίρνει τον πρώτο φάκελο. Από κάτω, ένα τετράγωνο φύλλο, άσπρο, πρόσφατο. Φαίνεται ότι το είχε γράψει λίγο πριν να φύγει ο Νικόλας.
Η Ελεάνα φορά τα γυαλιά, διαβάζει με δάκρυα που κυλούν στις ρυτίδες. Μου το δίνει:
Διάβασε, Άννα. Τα μάτια μου δε με βοηθάνε.
Το ανοίγω λέξη-λέξη:
«Ελεανάκι μου, βρήκα πάλι την κασετίνα και τα ξανατακτοποίησα. Συγχώρεσέ με, χαζέ γέρε, που δεν είπα τίποτα τόσα χρόνια. Έβλεπα τη ντροπή στα μάτια σου και δεν ήθελα να πονέσεις περισσότερο. Μα τώρα σκέφτομαι πως έπρεπε να το πω τότε, για να γλιτώσεις από το βάρος. Από το πρώτο λεπτό εκείνο ήξερα πως εσύ τα είχες γράψει. Τον γραφικό σου χαρακτήρα τον ξεχώρισα από τα αποδεικτικά στο ταχυδρομείο. Και δεν γέλασα, γιατί μου ράγισε η καρδιά. Σκέφτηκα: Πόση μοναξιά μπορεί να νιώσει μια ψυχή, ώστε να γράφει μόνη της τόσο όμορφα λόγια αγάπης; Κι εμείς, οι άντρες, πόσο τυφλοί ήμασταν που δεν είδαμε μια τέτοια αξία. Αυτά τα γράμματα, Ελεάνα, τα χρωστάω στην ευτυχία μου. Αν δεν υπήρχαν, μπορεί να μην έβλεπα ποτέ αυτό που είχα μπροστά μου. Για μένα, πάντα ήσουν η ομορφότερη. Ο Νικόλας σου».
Καθίσαμε μαζί και κλάψαμε, με άρωμα από χαμομήλι και ξερά σύκα, με μια αγάπη πικρή κι ολοκληρωτική, που κάτι τέτοιο σπάνια θα συναντήσεις στον κόσμο.
Έτσι λοιπόν, αγαπημένοι μου, βλέπεις πώς τα φέρνει η ζωή: Εκείνη είπε ψέματα από απόγνωση για να δώσει ορατότητα στην καρδιά της. Κι εκείνος δεν είδε το ψέμα, αλλά τον πόνο πίσω του και την αγάπη που περίμενε. Όσο ζούμε, να θυμάστε: Μην κρίνετε εκείνους που κάνουν ανοησίες από μοναξιά. Ποτέ δεν ξέρεις τι δίψα για αγάπη κρύβει ο άλλος στα βάθη του.






