Однажды позвонила мне моя μακρινή θεία, η Θεοδώρα, и пригласила на свадьбу своей дочери моей троюродной племянницы, Αννέτα, которую я последний раз видела, когда ей было всего шесть. Мне её шестилетний возраст и запомнился.
У меня никогда не было особой сентиментальности по отношению к дальним родственникам, но избежать приглашения не удалось.
Μια φορά στα είκοσι χρόνια δεν μπορούμε να βρεθούμε; Μην τολμήσεις να μην έρθεις! сказала μου θεία Θεοδώρα достаточно επιτακτικά.
Днем позже пришло и пригласительный конверт настоящий ελληνικός, с περιστέρια και τριαντάφυλλα, «Αννέτα και Νικόλας σας προσκαλούν». Ε, τι να κάνω; Δυο μέρες μετά и телефонное напоминание. Μου ήταν αδύνατο να αποφύγω τη μοίρα μου.
Το πήρα απόφαση. Σάββατο για πέταμα, σκέφτηκα. Αλλά τι να γίνει; Πήρα το μπουκέτο μου, κακή διάθεση, κι ακόμα πιο μεγάλη διάθεση να εξαφανιστώ στα μουλωχτά μετά από μια ώρα. Έφτασα στο εστιατόριο στη Γλυφάδα, περπάτησα στο μεγάλο αίθριο όπου γινόταν το τραπέζι, και με έβαλαν να κάτσω με μια παρέα γελαστών νεαρών φίλοι του γαμπρού.
Οι παρέες είχαν ήδη πιει τα πρώτα ποτηράκια τσίπουρο, οπότε δεν άργησαν να με πλέξουν στα αστεία τους.
Τι καταπληκτική θεία έχει η νύφη! Και δεν σου φαίνεται καθόλου ότι είσαι θεία! Για να γνωριστούμε καλύτερα, να το ρίξουμε έξω απόψε!
Δεν αναγνώρισα φυσικά την Αννέτα τόσα χρόνια μετά, από το μελαχρινό ποντικάκι είχε εξελιχθεί σε εντυπωσιακή ξανθιά με προκλητικό ντεκολτέ. Ως „ποντικάκι” μου άρεσε πιο πολύ, να σας πω την αλήθεια.
Η διάθεση ήταν κάπως βαριά: παρέες νευριασμένων θειάδων με συζύγους, ο γαμπρός με ανήσυχο βλέμμα, η νύφη σχεδόν αγέρωχη μέσα στην ασύγκριτη ωραιότητά της, και αν δεν ήταν η νεανική μας παρέα, θα λεγες ότι βρισκόμασταν σε μνημόσυνο κι όχι σε γάμο. Οι θειάδες με κοίταζαν πολύ στραβά.
Στον πρώτο γύρο ευχών άργησα, αλλά μόλις άρχισε ο δεύτερος κύκλος. Μου δόθηκε ο λόγος. Ο τελετάρχης με ρώτησε ποια είμαι κι όταν απάντησα, φώναξε με ενθουσιασμό:
Τώρα θα ευχηθεί στους νεόνυμφους η νέα και πανέμορφη θεία της νύφης!
Κι εγώ, με όλη μου τη ψυχή, είπα:
Αγαπημένοι μου Αννέτα και Νικόλα,
Η γιορτή ησύχασε τελείως, σαν να πάγωσε ο αέρας. Τότε ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν έβλεπα πουθενά τη θεία Θεοδώρα και δύσκολα θα άλλαζε τόσο, ώστε να μην την αναγνωρίσω.
Τη νύφη τη λένε Μαρία, ψυθίρισε άγρια η θειά απέναντί μου, ντυμένη στο ροζ. Και το γαμπρό Στέφανο!
Τι; Μαρία; Ποιος Στέφανος;
Μπαίνουν σε ξένα τραπέζια για ένα τσάμπα γλέντι, συνέχισε η ίδια θειά. Τέτοιοι ήρθαν και στα αποχαιρετιστήρια του ανιψιού μου για τον στρατό! Με το ζόρι τους διώξαμε! Ο κόσμος δεν έχει τσίπα πια, ούτε ντροπή.
Η ατμόσφαιρα γέμισε με ανησυχητικά βλέμματα όλοι οι καλεσμένοι σαν να πλησίασαν με διάθεση να δημιουργήσουν σκηνή, σηκώνονταν από τις θέσεις τους, έτοιμοι για φασαρία. Ρολά προσέθετα δεν ανέβηκαν, αλλά το περίμενες.
Μα ιδού, έχω την πρόσκληση! φώναξα κουνώντας το χαρτί μου. Να, όλα γράφονται εδώ: Αννέτα και Νικόλας, το συγκεκριμένο εστιατόριο, συγκεκριμένο τραπέζι!
Γλίτωσα χάρη σ έναν σερβιτόρο.
Κοπέλα μου, μου γνέφει, έχουμε ακόμα ένα τραπέζι στον επάνω όροφο, μήπως είναι εκεί;
Ε ναι, εκεί θα είναι! Ήθελε και τσάμπα δείπνο! Εδώ να γράψει παρουσία, ύστερα να πάει κι απάνω, να τσιμπήσει κι εκεί. Πού τόση ξεδιαντροπιά; απάντησε η ροζ θεια, σχεδόν φτύνοντας. Από που ξεφύτρωσε αυτή η απατεώνισσα;
Η ξεδιαντροπιά, Ιουλία, δεύτερη ευλογία για τη γυναίκα! ανακατεύτηκε άλλη αγέρωχη θεια με πράσινο.
Και να σκεφτείτε, δεν έχω καμιά σχέση με περιθωριακούς τύπους ούτε με μικροαπατεώνες αν και, άμα το δεις απ έξω, ποιος ξέρει; Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, οι φίλοι του γαμπρού με υπερασπίστηκαν, οπότε ήρθε και η αντίδραση της θειας με το λιλά:
Να η άλλη, έχει ήδη ξελογιάσει τους άντρες!
Κι η ροζ συμπλήρωσε:
Έτσι έχασε τον άντρα της η λογίστρια μας. Μόλις γυρίσει κανείς το βλέμμα του, να σου η Θεία, αρπάζει άντρα!
Δεν έχω αποπλανήσει ποτέ ξένους συζύγους, αλλά εκεί ένιωσα σαν πανούργα διαφθορέας κι αναρωτήθηκα αν αξίζει να διαλέξω και εκείνον που μου ταίριαζε, να χουμε να πορευόμαστε με παραπάνω κατηγορίες.
Δόξα τω Θεώ, ο ευσυνείδητος σερβιτόρος έτρεξε πάνω και βρήκε τη Θεοδώρα τη θεία μου, που, καταλαβαίνοντας αμέσως, διαβεβαίωσε τους πάντες πως με γνωρίζει, κλείνοντας το μάτι και προς εμένα και προς εκείνους σαν να λέει, «όλο και κάτι δεν πάει καλά στο κεφάλι της, μα από πάντα έτσι ήταν».
Με ξέμπλεξαν γρήγορα και με μετέφεραν με ασφάλεια στο σωστό τραπέζι, μόνο εκεί βρήκα την πραγματική Αννέτα μια μελαχρινή καλλονή και τον Νικόλα, κι εκεί με πότιζαν ούζο και ρακόμελο για πολλή ώρα.
Δόξα τω Θεώ, δώρο δεν πρόλαβα να δώσω λάθος και όταν έφευγα αργά τη νύχτα, με ξεπροβόδισαν με γέλια οι φίλοι του πρώτου γάμου!




