Κάποια μέρα με πήρε τηλέφωνο η μακρινή μου θεία και με κάλεσε στον γάμο της κόρης της — της μακρινής μου ανιψιάς, που είχα να δω απ’ όταν ήταν έξι ετών. Στα δικά της έξι χρόνια. Δεν φημίζομαι για τις οικογενειακές μου ευαισθησίες, αλλά δεν κατάφερα να ξεγλιστρήσω. «Τουλάχιστον μία φορά στα είκοσι χρόνια ας βρεθούμε, και μην τολμήσεις να μην έρθεις», μου είπε αυστηρά η θεία. Κάλεσμα με περιστέρια και ροζ τριανταφυλλάκια από τη Σβετα και τον Ανατόλι έφτασε, και υπενθύμιση δυο μέρες πριν — οπότε αναγκάστηκα να πάω. Εντάξει, χάθηκε το Σάββατο, αλλά τι να κάνεις; Έτσι με ένα μπουκέτο λουλούδια, χάλια διάθεση και τη σκέψη να φύγω νωρίς-νωρίς, μπαίνω στο εστιατόριο, κάθομαι σε ένα τραπέζι με χαρούμενους νεαρούς — φίλους του γαμπρού — που αφού ήπιαν δυο σφηνάκια, άρχισαν με θαυμασμό να λένε τι ωραία θεία έχει η νύφη και ότι δεν φαίνομαι για θεία καθόλου, και γενικά να γνωριστούμε καλύτερα και να το ρίξουμε έξω. Και το κάναμε. Τη νύφη φυσικά δεν την αναγνώρισα — τόσα χρόνια, από μελαχρινό ποντικάκι είχε γίνει μια πληθωρική ξανθιά με μπούστο. Πιο πολύ μου άρεσε ως ποντικάκι. Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως βαριά: πολλές θυμωμένες θείες με συζύγους, ο γαμπρός με βλέμμα κυνηγημένου, η νύφη περήφανη για την ομορφιά και το μπούστο της και, αν δεν ήταν η δικιά μας όλο και πιο κεφάτη παρέα, θα έμοιαζε με μνημόσυνο. Οι θείες στραβοκοίταζαν. Είχα χάσει τον πρώτο γύρο των ευχών, άρχισε ο δεύτερος — από εμένα. Ο παρουσιαστής, όταν κατάλαβε ποια είμαι, αναγγέλλει χαρούμενα: «Τώρα θα ευχηθεί η νέα και όμορφη θεία της νύφης!» Και λέω συγκινημένη: «Αγαπητοί Σβετα και Ανατόλι!» Ούτως ή άλλως ο γάμος δεν ήταν και ο πιο κεφάτος, αλλά ξαφνικά έπεσε απόλυτη σιγή — κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ ότι δε βλέπω πουθενά τη θεία μου και μάλλον δεν θα είχε αλλάξει τόσο που να μην την αναγνωρίσω. «Η νύφη λέγεται Λούδα», μου σφυρίζει μια θειά απέναντι, ντυμένη ροζ. «Και ο γαμπρός Ολέγκ». «Πώς Λούδα; Ποιος Ολέγκ;» «Έρχονται στα ξένα γλέντια να φάνε και να πιουν τζάμπα», συμπλήρωσε η θειά. «Το ίδιο μας έτυχε στη γιορτή αποχαιρετισμού στο στρατό, με το ζόρι τον διώξαμε. Καμία ντροπή, καμία συνείδηση.» Τότε κατάλαβα ότι το πάρτι μόλις αρχίζει. Όλοι οι καλεσμένοι μαζεύτηκαν και άρχισαν να με κοιτάζουν και να σηκώνονται. Δεν είχαν σηκώσει τα μανίκια τους ακόμα, αλλά εκεί πήγαινε το πράγμα. «Μα να, εδώ έχω την πρόσκληση!» φώναξα κυριολεκτικά, κουνώντας το προσκλητήριο. «Γράφει: Σβετα και Ανατόλι, εστιατόριο τάδε, αίθουσα δεξιώσεων!» Με έσωσε ο σερβιτόρος: «Κυρία μου, έχουμε άλλη μία αίθουσα στο δεύτερο όροφο, μήπως για εκεί είστε;» «Ναι, εκεί να πας! Να φας τζάμπα θέλεις! Καταγράφηκες εδώ, θα περάσεις κι από πάνω να συμπληρώσεις! Πώς κουβαλάει τέτοιους η γη; Απατεώνισσα!» «Και το θράσος, Ιρίνα Πετρόβνα, είναι δεύτερη ευτυχία» τσόνταρε άλλη θείτσα, με ανοιχτό πράσινο, ακόμα πιο σπαστική. Θέλω να τονίσω ότι δεν μοιάζω ούτε με περιθωριακή ούτε με μικροαπατεώνισσα, αλλά όπως λένε έξω από το χορό… Η αντροπαρέα του γαμπρού πήρε το μέρος μου, γι’ αυτό κι έφαγε κατσάδα απ’ τη θεία με το μωβ: «Ω του θαύματος, έβαλε και τους άντρες στο τσεπάκι της!» Και η ροζ συμπλήρωσε: «Έτσι μας πήραν τον άντρα του λογιστή μας, μια στιγμή να γυρίσεις αλλού — σου έχει κόψει τα κορδόνια, φίδι!» Δεν έχω πάρει ποτέ άντρα άλλης, αλλά εκεί ένιωσα ελαφρώς μοιχαλίδα κι άρχισα μάλιστα να κοιτάζω τους άντρες μπας και ταιριάξει κανείς, τι σημασία έχει πλέον… Δόξα τω Θεώ, ο ευγενικός σερβιτόρος πήγε στη σωστή αίθουσα και έφερε τη θεία μου, που κατάλαβε γρήγορα τι συνέβαινε κι έδωσε όρκο ότι με ξέρει, κλείνοντας παράλληλα το μάτι δεξιά κι αριστερά, σαν να έλεγε πως είχα θέμα ανέκαθεν. Εν ολίγοις, με μετέφεραν στην άλλη αίθουσα, όπου ήταν όντως η μελαχρινή καλλονή Σβετα και ο, όπως τον θυμάμαι, Ανατόλι, και με έκαναν να ξεχάσω τα πάντα με δυνατά ποτά. Ευτυχώς που δεν πρόλαβα να δώσω το δώρο. Αλλά στην έξοδο με συνόδευαν οι φίλοι του γαμπρού… από τον πρώτο γάμο.

Однажды позвонила мне моя μακρινή θεία, η Θεοδώρα, и пригласила на свадьбу своей дочери моей троюродной племянницы, Αννέτα, которую я последний раз видела, когда ей было всего шесть. Мне её шестилетний возраст и запомнился.

У меня никогда не было особой сентиментальности по отношению к дальним родственникам, но избежать приглашения не удалось.
Μια φορά στα είκοσι χρόνια δεν μπορούμε να βρεθούμε; Μην τολμήσεις να μην έρθεις! сказала μου θεία Θεοδώρα достаточно επιτακτικά.

Днем позже пришло и пригласительный конверт настоящий ελληνικός, с περιστέρια και τριαντάφυλλα, «Αννέτα και Νικόλας σας προσκαλούν». Ε, τι να κάνω; Δυο μέρες μετά и телефонное напоминание. Μου ήταν αδύνατο να αποφύγω τη μοίρα μου.

Το πήρα απόφαση. Σάββατο για πέταμα, σκέφτηκα. Αλλά τι να γίνει; Πήρα το μπουκέτο μου, κακή διάθεση, κι ακόμα πιο μεγάλη διάθεση να εξαφανιστώ στα μουλωχτά μετά από μια ώρα. Έφτασα στο εστιατόριο στη Γλυφάδα, περπάτησα στο μεγάλο αίθριο όπου γινόταν το τραπέζι, και με έβαλαν να κάτσω με μια παρέα γελαστών νεαρών φίλοι του γαμπρού.

Οι παρέες είχαν ήδη πιει τα πρώτα ποτηράκια τσίπουρο, οπότε δεν άργησαν να με πλέξουν στα αστεία τους.
Τι καταπληκτική θεία έχει η νύφη! Και δεν σου φαίνεται καθόλου ότι είσαι θεία! Για να γνωριστούμε καλύτερα, να το ρίξουμε έξω απόψε!

Δεν αναγνώρισα φυσικά την Αννέτα τόσα χρόνια μετά, από το μελαχρινό ποντικάκι είχε εξελιχθεί σε εντυπωσιακή ξανθιά με προκλητικό ντεκολτέ. Ως „ποντικάκι” μου άρεσε πιο πολύ, να σας πω την αλήθεια.

Η διάθεση ήταν κάπως βαριά: παρέες νευριασμένων θειάδων με συζύγους, ο γαμπρός με ανήσυχο βλέμμα, η νύφη σχεδόν αγέρωχη μέσα στην ασύγκριτη ωραιότητά της, και αν δεν ήταν η νεανική μας παρέα, θα λεγες ότι βρισκόμασταν σε μνημόσυνο κι όχι σε γάμο. Οι θειάδες με κοίταζαν πολύ στραβά.

Στον πρώτο γύρο ευχών άργησα, αλλά μόλις άρχισε ο δεύτερος κύκλος. Μου δόθηκε ο λόγος. Ο τελετάρχης με ρώτησε ποια είμαι κι όταν απάντησα, φώναξε με ενθουσιασμό:
Τώρα θα ευχηθεί στους νεόνυμφους η νέα και πανέμορφη θεία της νύφης!

Κι εγώ, με όλη μου τη ψυχή, είπα:
Αγαπημένοι μου Αννέτα και Νικόλα,

Η γιορτή ησύχασε τελείως, σαν να πάγωσε ο αέρας. Τότε ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν έβλεπα πουθενά τη θεία Θεοδώρα και δύσκολα θα άλλαζε τόσο, ώστε να μην την αναγνωρίσω.

Τη νύφη τη λένε Μαρία, ψυθίρισε άγρια η θειά απέναντί μου, ντυμένη στο ροζ. Και το γαμπρό Στέφανο!
Τι; Μαρία; Ποιος Στέφανος;
Μπαίνουν σε ξένα τραπέζια για ένα τσάμπα γλέντι, συνέχισε η ίδια θειά. Τέτοιοι ήρθαν και στα αποχαιρετιστήρια του ανιψιού μου για τον στρατό! Με το ζόρι τους διώξαμε! Ο κόσμος δεν έχει τσίπα πια, ούτε ντροπή.

Η ατμόσφαιρα γέμισε με ανησυχητικά βλέμματα όλοι οι καλεσμένοι σαν να πλησίασαν με διάθεση να δημιουργήσουν σκηνή, σηκώνονταν από τις θέσεις τους, έτοιμοι για φασαρία. Ρολά προσέθετα δεν ανέβηκαν, αλλά το περίμενες.

Μα ιδού, έχω την πρόσκληση! φώναξα κουνώντας το χαρτί μου. Να, όλα γράφονται εδώ: Αννέτα και Νικόλας, το συγκεκριμένο εστιατόριο, συγκεκριμένο τραπέζι!

Γλίτωσα χάρη σ έναν σερβιτόρο.
Κοπέλα μου, μου γνέφει, έχουμε ακόμα ένα τραπέζι στον επάνω όροφο, μήπως είναι εκεί;

Ε ναι, εκεί θα είναι! Ήθελε και τσάμπα δείπνο! Εδώ να γράψει παρουσία, ύστερα να πάει κι απάνω, να τσιμπήσει κι εκεί. Πού τόση ξεδιαντροπιά; απάντησε η ροζ θεια, σχεδόν φτύνοντας. Από που ξεφύτρωσε αυτή η απατεώνισσα;

Η ξεδιαντροπιά, Ιουλία, δεύτερη ευλογία για τη γυναίκα! ανακατεύτηκε άλλη αγέρωχη θεια με πράσινο.

Και να σκεφτείτε, δεν έχω καμιά σχέση με περιθωριακούς τύπους ούτε με μικροαπατεώνες αν και, άμα το δεις απ έξω, ποιος ξέρει; Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, οι φίλοι του γαμπρού με υπερασπίστηκαν, οπότε ήρθε και η αντίδραση της θειας με το λιλά:
Να η άλλη, έχει ήδη ξελογιάσει τους άντρες!

Κι η ροζ συμπλήρωσε:
Έτσι έχασε τον άντρα της η λογίστρια μας. Μόλις γυρίσει κανείς το βλέμμα του, να σου η Θεία, αρπάζει άντρα!

Δεν έχω αποπλανήσει ποτέ ξένους συζύγους, αλλά εκεί ένιωσα σαν πανούργα διαφθορέας κι αναρωτήθηκα αν αξίζει να διαλέξω και εκείνον που μου ταίριαζε, να χουμε να πορευόμαστε με παραπάνω κατηγορίες.

Δόξα τω Θεώ, ο ευσυνείδητος σερβιτόρος έτρεξε πάνω και βρήκε τη Θεοδώρα τη θεία μου, που, καταλαβαίνοντας αμέσως, διαβεβαίωσε τους πάντες πως με γνωρίζει, κλείνοντας το μάτι και προς εμένα και προς εκείνους σαν να λέει, «όλο και κάτι δεν πάει καλά στο κεφάλι της, μα από πάντα έτσι ήταν».

Με ξέμπλεξαν γρήγορα και με μετέφεραν με ασφάλεια στο σωστό τραπέζι, μόνο εκεί βρήκα την πραγματική Αννέτα μια μελαχρινή καλλονή και τον Νικόλα, κι εκεί με πότιζαν ούζο και ρακόμελο για πολλή ώρα.

Δόξα τω Θεώ, δώρο δεν πρόλαβα να δώσω λάθος και όταν έφευγα αργά τη νύχτα, με ξεπροβόδισαν με γέλια οι φίλοι του πρώτου γάμου!

Oceń artykuł
Κάποια μέρα με πήρε τηλέφωνο η μακρινή μου θεία και με κάλεσε στον γάμο της κόρης της — της μακρινής μου ανιψιάς, που είχα να δω απ’ όταν ήταν έξι ετών. Στα δικά της έξι χρόνια. Δεν φημίζομαι για τις οικογενειακές μου ευαισθησίες, αλλά δεν κατάφερα να ξεγλιστρήσω. «Τουλάχιστον μία φορά στα είκοσι χρόνια ας βρεθούμε, και μην τολμήσεις να μην έρθεις», μου είπε αυστηρά η θεία. Κάλεσμα με περιστέρια και ροζ τριανταφυλλάκια από τη Σβετα και τον Ανατόλι έφτασε, και υπενθύμιση δυο μέρες πριν — οπότε αναγκάστηκα να πάω. Εντάξει, χάθηκε το Σάββατο, αλλά τι να κάνεις; Έτσι με ένα μπουκέτο λουλούδια, χάλια διάθεση και τη σκέψη να φύγω νωρίς-νωρίς, μπαίνω στο εστιατόριο, κάθομαι σε ένα τραπέζι με χαρούμενους νεαρούς — φίλους του γαμπρού — που αφού ήπιαν δυο σφηνάκια, άρχισαν με θαυμασμό να λένε τι ωραία θεία έχει η νύφη και ότι δεν φαίνομαι για θεία καθόλου, και γενικά να γνωριστούμε καλύτερα και να το ρίξουμε έξω. Και το κάναμε. Τη νύφη φυσικά δεν την αναγνώρισα — τόσα χρόνια, από μελαχρινό ποντικάκι είχε γίνει μια πληθωρική ξανθιά με μπούστο. Πιο πολύ μου άρεσε ως ποντικάκι. Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως βαριά: πολλές θυμωμένες θείες με συζύγους, ο γαμπρός με βλέμμα κυνηγημένου, η νύφη περήφανη για την ομορφιά και το μπούστο της και, αν δεν ήταν η δικιά μας όλο και πιο κεφάτη παρέα, θα έμοιαζε με μνημόσυνο. Οι θείες στραβοκοίταζαν. Είχα χάσει τον πρώτο γύρο των ευχών, άρχισε ο δεύτερος — από εμένα. Ο παρουσιαστής, όταν κατάλαβε ποια είμαι, αναγγέλλει χαρούμενα: «Τώρα θα ευχηθεί η νέα και όμορφη θεία της νύφης!» Και λέω συγκινημένη: «Αγαπητοί Σβετα και Ανατόλι!» Ούτως ή άλλως ο γάμος δεν ήταν και ο πιο κεφάτος, αλλά ξαφνικά έπεσε απόλυτη σιγή — κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ ότι δε βλέπω πουθενά τη θεία μου και μάλλον δεν θα είχε αλλάξει τόσο που να μην την αναγνωρίσω. «Η νύφη λέγεται Λούδα», μου σφυρίζει μια θειά απέναντι, ντυμένη ροζ. «Και ο γαμπρός Ολέγκ». «Πώς Λούδα; Ποιος Ολέγκ;» «Έρχονται στα ξένα γλέντια να φάνε και να πιουν τζάμπα», συμπλήρωσε η θειά. «Το ίδιο μας έτυχε στη γιορτή αποχαιρετισμού στο στρατό, με το ζόρι τον διώξαμε. Καμία ντροπή, καμία συνείδηση.» Τότε κατάλαβα ότι το πάρτι μόλις αρχίζει. Όλοι οι καλεσμένοι μαζεύτηκαν και άρχισαν να με κοιτάζουν και να σηκώνονται. Δεν είχαν σηκώσει τα μανίκια τους ακόμα, αλλά εκεί πήγαινε το πράγμα. «Μα να, εδώ έχω την πρόσκληση!» φώναξα κυριολεκτικά, κουνώντας το προσκλητήριο. «Γράφει: Σβετα και Ανατόλι, εστιατόριο τάδε, αίθουσα δεξιώσεων!» Με έσωσε ο σερβιτόρος: «Κυρία μου, έχουμε άλλη μία αίθουσα στο δεύτερο όροφο, μήπως για εκεί είστε;» «Ναι, εκεί να πας! Να φας τζάμπα θέλεις! Καταγράφηκες εδώ, θα περάσεις κι από πάνω να συμπληρώσεις! Πώς κουβαλάει τέτοιους η γη; Απατεώνισσα!» «Και το θράσος, Ιρίνα Πετρόβνα, είναι δεύτερη ευτυχία» τσόνταρε άλλη θείτσα, με ανοιχτό πράσινο, ακόμα πιο σπαστική. Θέλω να τονίσω ότι δεν μοιάζω ούτε με περιθωριακή ούτε με μικροαπατεώνισσα, αλλά όπως λένε έξω από το χορό… Η αντροπαρέα του γαμπρού πήρε το μέρος μου, γι’ αυτό κι έφαγε κατσάδα απ’ τη θεία με το μωβ: «Ω του θαύματος, έβαλε και τους άντρες στο τσεπάκι της!» Και η ροζ συμπλήρωσε: «Έτσι μας πήραν τον άντρα του λογιστή μας, μια στιγμή να γυρίσεις αλλού — σου έχει κόψει τα κορδόνια, φίδι!» Δεν έχω πάρει ποτέ άντρα άλλης, αλλά εκεί ένιωσα ελαφρώς μοιχαλίδα κι άρχισα μάλιστα να κοιτάζω τους άντρες μπας και ταιριάξει κανείς, τι σημασία έχει πλέον… Δόξα τω Θεώ, ο ευγενικός σερβιτόρος πήγε στη σωστή αίθουσα και έφερε τη θεία μου, που κατάλαβε γρήγορα τι συνέβαινε κι έδωσε όρκο ότι με ξέρει, κλείνοντας παράλληλα το μάτι δεξιά κι αριστερά, σαν να έλεγε πως είχα θέμα ανέκαθεν. Εν ολίγοις, με μετέφεραν στην άλλη αίθουσα, όπου ήταν όντως η μελαχρινή καλλονή Σβετα και ο, όπως τον θυμάμαι, Ανατόλι, και με έκαναν να ξεχάσω τα πάντα με δυνατά ποτά. Ευτυχώς που δεν πρόλαβα να δώσω το δώρο. Αλλά στην έξοδο με συνόδευαν οι φίλοι του γαμπρού… από τον πρώτο γάμο.