Ισοπέδωσε το χωράφι, έφτιαξε παρτέρια για λουλούδια στη Μαρίνα, έχτισε κιόσκι – στο σπίτι φαινόταν η στιβαρή αντρική παρουσία. Όχι, σωστά η Μαρίνα διάλεξε άντρα. Απόλυτα σωστά. Και ο Ιγκόρ έφερνε λεφτά, πάντα προσπαθούσε να την ευχαριστήσει με δώρα. — Εσύ δεν με αγάπησες. Χωρίς αγάπη με παντρεύτηκες. Τώρα θα με αφήσεις που αρρώστησα… — Δεν θα σε αφήσω! – είπε η Μαρίνα και αγκάλιασε τον Ιγκόρ. – Είσαι ο καλύτερος άντρας! Ποτέ δεν θα σε αφήσω… Δεν πίστευε πως ήταν αλήθεια. Και η διάθεση του Ιγκόρ ήταν άσχημη… Η Μαρίνα έζησε παντρεμένη είκοσι πέντε χρόνια, κι όλα αυτά τα χρόνια συνέχιζε να αρέσει στους άντρες. Κι ας μην ήταν κλασική καλλονή. Δεν χώρισε με τον πρώτο άντρα της, τον Βαντίκ, όσο και αν ήταν “δύσκολη περίπτωση”. Μεγάλωσαν την κόρη, τη Δάφνη, που παντρεύτηκε και ζει πια στην Ιταλία. Ο Βαντίκ σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό, “παράξενη ιστορία”, ίσως τον πρόδωσε η καρδιά του στο τιμόνι. Η φίλη της, η Ελένη, έμαθε τα πάντα· βοήθησε με την κηδεία και τις βαριές μέρες που ακολούθησαν. Έμεινε η Μαρίνα μόνη στο μεγάλο σπίτι που έχτιζαν μια ζωή. Για μια γυναίκα, όλα φάνταζαν πελώρια – και βαρύ φορτίο. Η Δάφνη, που ήρθε για το τελευταίο αντίο, πρότεινε να πουλήσουν το σπίτι, να αγοράσουν διαμέρισμα, να πάει η Μαρίνα Ιταλία μαζί τους. — Όχι! Εγώ αυτό το σπίτι δεν το έχτισα για να το πουλήσω. Ούτε στην Ιταλία σας έρχομαι, την ξέρω καλά… Και έτσι, όσο κι αν όλα ήταν αμφίθυμα – όπως και ο Βαντίκ – ο χρόνος κύλησε. Η Δάφνη έφυγε, η Μαρίνα έμεινε μόνη, μα ήξερε πως όλα θα αλλάξουν γρήγορα. Πράγματι, έξι μήνες μετά, είχε ξανά μνηστήρες, δύο μάλιστα! Καρδιά της ήθελε τον Δημήτρη – ευγενικό, γοητευτικό, έξυπνο, μα όχι “άντρας του σπιτιού”. Ο άλλος, ο Ιγκόρ, δυνατός, εργατικός, χρυσοχέρης, όχι ομιλητικός, αλλά “βράχος”. Διάλεξε τον Ιγκόρ, παντρεύτηκαν και ήταν ευτυχισμένοι – αν και φίλες της την πείραζαν πως άντρες… δεν βρίσκονται ούτε με το φανάρι! Ο Ιγκόρ σε λίγους μήνες μεταμόρφωσε το χωράφι τους σε παράδεισο. Τα βράδια, τρώγανε μαζί στην καινούργια πέργκολα, γελούσαν. Όμως, ξαφνικά, έπεσε άρρωστος. Η Μαρίνα τον στήριξε, ήταν βράχος δίπλα του: — Θα σε αφήσω εγώ; Σ’ αγαπώ! Αργά, αλλά σταθερά, ο Ιγκόρ βελτιωνόταν. Γιόρτασαν τα γενέθλιά του με φίλους, χωρίς ποτό – αλλά με χαμόγελα και αγάπη. Το βράδυ, κοιτώντας στ’ αστέρια, ο Ιγκόρ κατάλαβε ότι η γυναίκα του πραγματικά δεν θα τον άφηνε ποτέ. Τη φίλησε και χαμογέλασε. Ήταν ευτυχισμένοι…

Γη που απλωνόταν ολόισια, μοσχοβολούσε βασιλικό και θυμάρι. Για την Ειρήνη έφτιαξα παρτέρια γεμάτα λουλούδια. Έστησα κιόσκι σκιερό. Ακόμη και μέσα στο σπίτι ο αέρας μύριζε φρέσκο βάψιμο, με την αντρική μου μαστοριά παντού αισθητή. Καθόλου λάθος δεν έκανε η Ειρήνη που με διάλεξε για άντρα της. Καθόλου. Και μην ξεχνάς, έφερνα και λεφτά στο σπίτι, πάντα προσπαθούσα να της παίρνω δώρα.

Δηλαδή δεν μ αγαπούσες ποτέ; Χωρίς αγάπη με παντρεύτηκες; Και τώρα θα μ αφήσεις, τώρα που αρρώστησα

Δεν θα σ αφήσω! μου είπε η Ειρήνη, και με αγκάλιασε σφιχτά. Είσαι ο καλύτερος άντρας! Ποτέ δεν θα σ αφήσω

Αδυνατούσα να το πιστέψω, κι ας με είχε πάρει από κάτω

Η Ειρήνη έζησε παντρεμένη μαζί μου είκοσι πέντε χρόνια, κι όλα αυτά τα χρόνια έστρεφε τα βλέμματα των αντρών. Ακόμη και στο σχολείο, τα αγόρια κάνανε παρέλαση πίσω της. Κι ας μην ήταν καλλονή.

Ποτέ δεν χωρίσαμε, κι ας ήμουν ας πούμε την αλήθεια χαρακτήρας „περίεργος”.

Μέχρι το τέλος με άντεξε η Ειρήνη. Μεγαλώσαμε τη Σοφία μας και την παντρέψαμε καλά. Ο γαμπρός της την πήρε στην Ιταλία· τώρα μας στέλνανε ωραίες φωτογραφίες, μας καλούσαν να πάμε. Τελικά, Ειρήνη δεν πήγε ποτέ… ίσως να πάει κάποτε, όμως εγώ τέλος.

Έφυγα από τη ζωή χαζά, κοίτα να δεις μετά λέγανε ότι μάλλον ζαλίστηκα στο τιμόνι, η καρδιά μου, μπερδεύτηκα, έχασα την πορεία.

Λες να έχασε τις αισθήσεις του; αναρωτήθηκε η Ειρήνη.

Ποιος ξέρει τώρα πια; αναστέναξε η φίλη της γιατρός, η Αθηνά. Πολύπλοκα τραύματα, ασύμβατα με τη ζωή.

Η Ειρήνη τα είχε χαμένα, η φίλη της βοήθησε να τα τακτοποιήσει όλα.

Η Αθηνά έμαθε και τις λεπτομέρειες από τα τα κανάλια της. Να μαστε τώρα: η Ειρήνη μόνη στο μεγάλο τους σπίτι, εκείνο που χτίζαμε χρόνια.

Για δυο ανθρώπους τον χτιζες, μεγαλοπρεπής. Μα όταν όλα σιγούν, όταν μείνεις μόνη βαρύ φορτίο. Το σπίτι θέλει αντρικό χέρι.

Η Σοφία ήρθε για το τελευταίο αντίο. Άνοιξε κουβέντα για να πουληθεί το σπίτι, να πάρουν διαμέρισμα, αν ήθελε η μάνα να μετακομίσει μαζί τους.

Όχι! φώναξε η Ειρήνη. Δεν έχω ιδρώσει σ αυτά τα ντουβάρια για να το δώσω. Ούτε στην Ιταλία σας έρχομαι, την έχω χορτάσει στα ταξίδια!

Μαμά μου!

Άβυσσος εσύ, Σοφάκι! χαμογέλασε η Ειρήνη με δάκρυα. Αστειεύομαι.

Ε, τότε ίσως δεν είναι και τόσο άσχημα τα πράγματα.

Τίποτα δεν ήταν απλό, καθετί φλου, όπως ακριβώς ήταν κι ο ίδιος ο μακαρίτης: Τη μια μέριμνα, την άλλη σκοτεινιά. Ήξερε να τρίβει τα νεύρα της, μετά μετάνιωνε, μα η Ειρήνη ήταν ελαφριά ψυχή, τ άφηνε πίσω. Έτσι ζήσαν, 25 χρόνια, τρελά πράγματα

Η Σοφία έμεινε λίγο, έφυγε βιαστικά πίσω στον άντρα της, να κρατήσουν τη φλόγα στο σπιτικό. Η Ειρήνη έμεινε μόνη. Το ήξερε πάντως, πως δε θα κρατήσει και πολύ.

Κι έτσι έγινε. Μισό χρόνο έμεινε να πενθεί, κι ύστερα σκουπίζοντας τα δάκρυα, βρήκε γύρω της μια μικρή ομάδα θαυμαστών ήδη μαζεμένη.

Μέχρι κι η μάνα της παλιά απορούσε για το σουξέ της κόρης της.

Τι της βρίσκουν όλοι σου, παιδί μου; Στοιβάζονται για πάρτη σου! Καμιά καλλονή δεν είσαι ή μήπως κάτι δεν καταλαβαίνω;

Καλοσύνη, μαμά. Γελούσε η Ειρήνη, βάζοντας κραγιόν. Δεν παίζει ρόλο η ομορφιά, παλιόχαρτο! Η γυναίκα πρέπει να χει χάρη, να ναι θελκτική, να ξεχωρίζει.

Άντε τράβα, βγες, γιατί ο γαμπρός θα κουραστεί να περιμένει και θα φύγει! ξεκαρδίστηκε η μάνα.

Θα ρθει άλλος, αδιάφορα σήκωνε τους ώμους η Ειρήνη.

Τριάντα χρόνια σχεδόν απ τη συζήτηση μ τη μάνα της κι ακόμη τίποτα δεν είχε αλλάξει. Οι γυναίκες γκρίνιαζαν πως μετά τα σαράντα δεν υπάρχουν άντρες για να παντρευτούν και η Ειρήνη δεν το καταλάβαινε. Εκείνη στα σαράντα έξι είχε ήδη δυο μνηστήρες, κι αμφότεροι καλοί!

Η καρδιά της πήγαινε προς τον Νίκο. Της άρεσε από κάθε άποψη. Συμπαθητικός, διανοούμενος, ωραία συζήτηση, δεν σ έφερνε σε δύσκολη θέση.

Μα ο Νίκος το χε μόνο στο λέγειν. Τον αγάπησε με τ αυτιά, μα ήξερε: δεν ήταν για το δικό της μεγάλο σπίτι, δεν ήταν για τη ζωή της.

Ο άλλος, ο Πέτρος, γεροδεμένος, λαϊκός τύπος, που όταν ρίχνει μια, όλα τα πιάνει, όλα γίνονται δρόμος μπρος του. Με χρυσά χέρια, με ψυχή γερή, γλυκός με τη γυναίκα του, φυλακτό για εκείνη, έσωνε βουνά αν χρειαζόταν. Κι όμως, της άρεσε λιγότερο ο Πέτρος παράλογη λογική γυναικών.

Δεν της έλεγε γλυκόλογα, νηφάλιος λίγα μιλούσε. Όταν όμως έπινε, έλεγες θ ακούσεις όλο το Πέραμα να γελάει, αστεία, ιστορίες, το χε αυτό.

Κι έπινε, όντως, μπορούσε πολύ. Αλλά την άλλη μέρα σα να μη συνέβη τίποτα: μπάνιο με παγωμένο νερό και πάλι στον αγώνα. Η Ειρήνη εκείνον διάλεξε.

Ο Νίκος θίχτηκε κι έφυγε σχεδόν θυμωμένος. Η Ειρήνη παντρεύτηκε τον Πέτρο. Εκείνος πετούσε απ τη χαρά του στο γαμήλιο γλέντι ήπιε παραπάνω, τραγούδησε, χόρεψε ώσπου σωριάστηκε.

Ε, Ειρήνη μου, για σένα μιλάμε; γέλασε η Αθηνά. Δεν πέρασε ούτε χρόνος από τον Αντώνη, και να σε πάλι νύφη! Οι άλλες με το φανάρι δε βρίσκουν άντρα, εσύ βγαίνεις λίγο κι όλο κάτι γίνεται!

Για πες, δεν είμαι και καμιά καλλονή, ε;

Ποτέ δεν σου το πα, αλλά ήσουν πάντα μυστηριωδώς περιζήτητη, αυτό είναι γεγονός.

Ούτε κι εγώ ξέρω τι βρίσκουν, πήγαινε ρώτα τη μαμά μου κι έκανε νόημα στην Αθηνά να πάει στη μάνα της.

Χάθηκε στο χορό με τον άντρα της, τον Πέτρο, διώχνοντας τις τελευταίες αμφιβολίες.

Και λοιπόν, τι πειράζει που είναι απλός; Τι να τα κάνεις τα όμορφα λόγια; Εδώ ο Πέτρος είναι γερός, στέκεται, όμορφος κι ήσυχος τις περισσότερες φορές μήπως αυτό δεν είναι καλύτερο;

Αν διάλεγε τον Νίκο, τι; Από τα όμορφα λόγια, δεν χορταίνεις την ψυχή.

Σε μερικούς μήνες ο Πέτρος μετέτρεψε το κτήμα της Ειρήνης σε παραμύθι. Έβγαλε περσικά και πλατάνια, έστρωσε λουλουδόκηπους, έχτισε κιόσκι. Γενναιόδωρος, εργατικός, έφερνε χρήματα, γέμιζε το σπίτι δώρα.

Σύγκρινε τα χρόνια που πέρασε μαζί του με τα προηγούμενα 25 κι ευχόταν να τον είχε συναντήσει νωρίτερα.

Τα καλοκαίρια ψήνανε σουβλάκια στο μπάρμπεκιου που χε φτιάξει ο Πέτρος, τρώγανε στο κιόσκι στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι.

Η Ειρήνη, χορτασμένη, μισόκλεινε τα μάτια σαν γάτα στον ήλιο, κι ο Πέτρος την κοιτούσε ευχαριστημένος.

Τι κοιτάς έτσι, Πέτρο;

Τίποτα. Είμαι ευτυχισμένος.

Η πρώτη του γυναίκα ήταν βαρετή. Ποτέ δεν περίμενε να βρει τέτοια γυναίκα.

Τέσσερα χρόνια κράτησε αυτό το οικογενειακό όνειρο, κι ύστερα άρχισε να αισθάνεται περίεργα. Κούραση, αδυνάτισμα, ειδικά μετά από ένα τσίπουρο όλο χειρότερα.

Πρέπει να πας σε γιατρό! Ειρήνη ανήσυχη. Όχι αστεία, κάτι έχεις.

Έλα, βρε Ειρήνη, θα περάσει μόνο του.

Πάλι με τα παλιά; Και αν δεν περάσει δηλαδή; Τι περιμένεις; Τους γιατρούς φοβάσαι σαν όλους τους άντρες;

Όχι…

Ο Πέτρος δεν της έλεγε τον πραγματικό του φόβο: αν αρρωστήσει σοβαρά, μήπως η Ειρήνη τον παρατήσει; Είχε μπει στην καρδιά του, κι ας φοβόταν ότι τον πήρε από πρακτικότητα, όχι από πάθος. Μα εκείνος ήτανε ερωτευμένος.

Τη θυμόταν απ το μπακάλικο, μπερδεμένη μέσα στις σακούλες και τον πήρε η τρυφερότητα, ήθελε να την προστατέψει για πάντα. Κι ας έλεγε η μάνα του:

Τι βρήκες σ αυτήν, παιδάκι μου; Ούτε μικρή, ούτε όμορφη. Για σένα η μισή Ελλάδα έπεφτε.

Μα Πέτρος άλλην δεν ήθελε. Μα αν αρρωστήσει Η Ειρήνη θα τον θέλει ακόμη;

Δεν την έπεισε να πάει στο γιατρό. Ένα Σάββατο, καλεσμένοι η Αθηνά και ο άντρας της, Μάριος, περιμένανε το κρέας στη σχάρα. Μέσα, στην κουζίνα, η Αθηνά είπε:

Μήπως ο Πέτρος έχει κάτι;

Δεν ξέρω! αγχώθηκε η Ειρήνη. Τον παρακαλώ να πάει για εξετάσεις και τίποτα. Εσύ βλέπεις κάτι; Εσύ γιατρός!

Χμμμ, έχασε κιλά, το δέρμα του λίγο κίτρινο

Παναγία μου, Αθηνά, πείσε τον εσύ, εσύ είσαι γιατρός, ίσως σε ακούσει!

Η Αθηνά σήκωσε φρύδια.

Ειρήνη… τον αγαπάς πραγματικά;

Η Ειρήνη σιώπησε, δάγκωσε τα χείλη. Δεν απάντησε.

Ούτε πρόλαβε. Ο Πέτρος λιποθύμησε την ώρα που γελούσαν. Τον πήγαν με ασθενοφόρο, η Ειρήνη μαζί του, τον κρατούσε απ το χέρι, προσευχόταν.

Άμεση χειρουργική επέμβαση.

Όγκος στο συκώτι, κυρία μου.

Καρκίνος; τρομοκρατημένη.

Τα αποτελέσματα θα δείξουν.

Ήταν καλόηθες, όμως ήδη σε μεγάλο μέγεθος. Οι γιατροί αυστηροί: όλα σχεδόν απαγορευμένα, ανάρρωση μακρόχρονη, και ποτέ ξανά πλήρως.

Ο Πέτρος έπεσε σε κατάθλιψη. Τον επισκέφτηκε η μάνα του, η Κωνσταντίνα.

Η Ειρήνη στη δουλειά η μάνα έφερε ατζέμ πιλάφι και κολοκυθάκια, όλα σύμφωνα με τη λίστα του διαιτολόγου.

Δεν σε καταλαβαίνω, αγόρι μου! του λέει. Ζη λεσ! Καρκίνος τέλος, έφυγε! Τώρα ξεκουράσου και κοίτα μπροστά. Φάε τα μπιφτέκια σου!

Δεν πεινάω.

Πρέπει να φας! Η Ειρήνη έρχεται;

Έρχεται προς το παρόν.

Μη φοβάσαι μην σε αφήσει; Θα είναι μεγάλη βλακεία αν το κάνει!

Εγώ τελείωσα. Τίποτα δεν μπορώ πια, ούτε να δουλέψω, άχρηστος, σαν ανάπηρος πριν τα πενήντα. Ποιος θέλει έναν άχρηστο;

Τι στο καλό συμβαίνει; διακόπτει η Ειρήνη, μόλις μπαίνει. Φωνάζετε; Γεια σου, κυρία Κωνσταντίνα!

Πάω εγώ, γεια. Καλή δύναμη.

Η Ειρήνη πλύνε τα χέρια, ήρθε κοντά στο κρεβάτι.

Μη μου λες τέτοια „ανάπηρε”! Έχεις τα πάντα στη θέση τους. Δεν είσαι άχρηστος. Ξέρεις τι έμαθα για το συκώτι;

Τι;

Αν έχει μείνει πάνω από 50% συκώτι, αναγεννάται. Εσένα σου έμεινε 60%. Δώσε του χρόνο, όλα θα ρθουν.

Κι αν δεν έχω χρόνο;

Τι δεν έχεις;

Χρόνο.

Έκρυψες κάτι από μένα; Μιλά, να ξέρω.

Όχι, όχι όχι αυτό.

Βγήκε απ το νοσοκομείο. Άρχισε το πιο σκληρό κεφάλαιο της ζωής του. Με το που έκανε κάτι, εξαντλούνταν, κι αυτό τον ροκάνιζε.

Κι ο χρόνος περνούσε, καθώς πλησίαζαν τα πενήντα του για πρώτη φορά γιόρταζε χωρίς κρασί και τσικουδιά. Τι να το κάνεις τέτοιο „γλέντι”;

Η Ειρήνη ωστόσο το έκανε να φαίνεται φυσιολογικό: μαγείρευε μαζί, έτρωγαν σιταρότο και λαχανικά.

Ειρήνη ξεκίνησε, τι θα απογίνουμε;

Δηλαδή;

Εγώ θεραπεύομαι αργά, μάλλον θα με αφήσεις, ε;

Γιατί να σε αφήσω; Κανένας δεν μ έκανε να περάσω τόσο όμορφα.

Εκεί ήταν καλά όταν δούλευα, όταν άντεχα τώρα τι;

Τώρα σου λέω: πάρε τα πάνω σου!

Προσπαθώ! Μα δυο φορές να χτυπήσω με το σφυρί κι εξαντλούμε σαν το σκυλί.

Η Ειρήνη τον αγκάλιασε απ το πλάι.

Σ αγαπάω πολύ, και δεν πρόκειται να σε αφήσω. Μην βιάζεσαι να γίνεις καλά. Άσε τα να ρθουν μόνα τους.

Μ αγαπάς; Στα αλήθεια;

Αλήθεια-αλήθεια.

Δεν παράτησε ποτέ η Ειρήνη τον Πέτρο. Και χρόνο με το χρόνο, εκείνος άρχιζε να στέκεται ξανά.

Για τα γενέθλια χωρίς οινόπνευμα, για να μη στεναχωριέται μάζεψαν δυο φίλους, παίξαν επιτραπέζια, γέλασαν κάτω από το κιόσκι.

Σε ζηλεύουν όλοι για τη γυναίκα σου, του είπαν όταν έφευγαν.

Εσείς θα τα πιείτε για μένα απόψε, ε;

Γέλια. Έφυγαν. Το βράδυ, οι δυο τους στην αυλή, με θέα τη θάλασσα και τις άστρα. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, ο Πέτρος ένιωσε ότι κάτι μέσα του άνοιγε ξανά.

Πίστεψε πως θα συνέλθει. Κι ήξερε: τη γυναίκα του, ποτέ δεν θα τη χάσει. Την έσφιξε, κόντρα στο αεράκι.

Τι έγινε, Πέτρο;

Όλα καλά! μουρμούρισε, μέσα στο παράξενο όνειρο.

Έτσι μπράβο, γέλασε η Ειρήνη, και τον φίλησε γλυκά στο μάγουλο.

Ήταν ευτυχισμένοι.

Oceń artykuł
Ισοπέδωσε το χωράφι, έφτιαξε παρτέρια για λουλούδια στη Μαρίνα, έχτισε κιόσκι – στο σπίτι φαινόταν η στιβαρή αντρική παρουσία. Όχι, σωστά η Μαρίνα διάλεξε άντρα. Απόλυτα σωστά. Και ο Ιγκόρ έφερνε λεφτά, πάντα προσπαθούσε να την ευχαριστήσει με δώρα. — Εσύ δεν με αγάπησες. Χωρίς αγάπη με παντρεύτηκες. Τώρα θα με αφήσεις που αρρώστησα… — Δεν θα σε αφήσω! – είπε η Μαρίνα και αγκάλιασε τον Ιγκόρ. – Είσαι ο καλύτερος άντρας! Ποτέ δεν θα σε αφήσω… Δεν πίστευε πως ήταν αλήθεια. Και η διάθεση του Ιγκόρ ήταν άσχημη… Η Μαρίνα έζησε παντρεμένη είκοσι πέντε χρόνια, κι όλα αυτά τα χρόνια συνέχιζε να αρέσει στους άντρες. Κι ας μην ήταν κλασική καλλονή. Δεν χώρισε με τον πρώτο άντρα της, τον Βαντίκ, όσο και αν ήταν “δύσκολη περίπτωση”. Μεγάλωσαν την κόρη, τη Δάφνη, που παντρεύτηκε και ζει πια στην Ιταλία. Ο Βαντίκ σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό, “παράξενη ιστορία”, ίσως τον πρόδωσε η καρδιά του στο τιμόνι. Η φίλη της, η Ελένη, έμαθε τα πάντα· βοήθησε με την κηδεία και τις βαριές μέρες που ακολούθησαν. Έμεινε η Μαρίνα μόνη στο μεγάλο σπίτι που έχτιζαν μια ζωή. Για μια γυναίκα, όλα φάνταζαν πελώρια – και βαρύ φορτίο. Η Δάφνη, που ήρθε για το τελευταίο αντίο, πρότεινε να πουλήσουν το σπίτι, να αγοράσουν διαμέρισμα, να πάει η Μαρίνα Ιταλία μαζί τους. — Όχι! Εγώ αυτό το σπίτι δεν το έχτισα για να το πουλήσω. Ούτε στην Ιταλία σας έρχομαι, την ξέρω καλά… Και έτσι, όσο κι αν όλα ήταν αμφίθυμα – όπως και ο Βαντίκ – ο χρόνος κύλησε. Η Δάφνη έφυγε, η Μαρίνα έμεινε μόνη, μα ήξερε πως όλα θα αλλάξουν γρήγορα. Πράγματι, έξι μήνες μετά, είχε ξανά μνηστήρες, δύο μάλιστα! Καρδιά της ήθελε τον Δημήτρη – ευγενικό, γοητευτικό, έξυπνο, μα όχι “άντρας του σπιτιού”. Ο άλλος, ο Ιγκόρ, δυνατός, εργατικός, χρυσοχέρης, όχι ομιλητικός, αλλά “βράχος”. Διάλεξε τον Ιγκόρ, παντρεύτηκαν και ήταν ευτυχισμένοι – αν και φίλες της την πείραζαν πως άντρες… δεν βρίσκονται ούτε με το φανάρι! Ο Ιγκόρ σε λίγους μήνες μεταμόρφωσε το χωράφι τους σε παράδεισο. Τα βράδια, τρώγανε μαζί στην καινούργια πέργκολα, γελούσαν. Όμως, ξαφνικά, έπεσε άρρωστος. Η Μαρίνα τον στήριξε, ήταν βράχος δίπλα του: — Θα σε αφήσω εγώ; Σ’ αγαπώ! Αργά, αλλά σταθερά, ο Ιγκόρ βελτιωνόταν. Γιόρτασαν τα γενέθλιά του με φίλους, χωρίς ποτό – αλλά με χαμόγελα και αγάπη. Το βράδυ, κοιτώντας στ’ αστέρια, ο Ιγκόρ κατάλαβε ότι η γυναίκα του πραγματικά δεν θα τον άφηνε ποτέ. Τη φίλησε και χαμογέλασε. Ήταν ευτυχισμένοι…