Θυμάσαι, Σβετάκι μου… Είχε συνηθίσει να ρίχνει μια ματιά στο παράθυρό τους, αφού έμεναν στο ισόγειο…

Θυμάσαι, Χρυσάνθη…

Ο Γιάννης είχε συνηθίσει να ρίχνει μια ματιά απ το παράθυρό τους, αφού ζούσαν στο ισόγειο της μικρής πολυκατοικίας στα Πατήσια. Την αρχή τους φαινόταν κάπως, αλλά έμαθαν να το αγαπούν. Περισσότερο χαρούμενη ήταν η γιαγιά δεν είχε σκαλιά για να ανεβαίνει. Κάθε Σάββατο, η γιαγιά, η κυρά Αλεξάνδρα, έφτιαχνε κουλούρια, λουκουμάδες ή κάτι άλλο παραδοσιακό, πάντα αρωματικό, πάντα νόστιμο.

Η μυρωδιά της ζύμης γέμιζε τη γειτονιά απ το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας, γλυκά βασανίζοντας τα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην πλατεία. Ο Γιάννης περπατούσε με άνεση προς το παράθυρο όχι εκείνο της κουζίνας, αλλά από τη μεριά της αυλής, όπου η Χρυσάνθη ήξερε πως σε λίγο θα φανεί. Έσπρωχνε ένα παλιό κιβώτιο κάτω απ το παράθυρο και σκαρφαλώνοντας πάνω, έψαχνε τη φίλη του.

Φέρνω κουλουράκια τώρα, η γιαγιά μας έφτιαξε το φιογκάκι της Χρυσάνθης, ροζ, κρατούσε μαζεμένα τα ξανθά της μαλλιά, κουνιόταν καθώς έτρεχε.

Μμμ, νοστιμιά! Ο Γιάννης μασούσε με λαχτάρα, κοιτώντας μέσα. Τα έκανες με παραδοσιακή συνταγή;

Ναι, όπως πάντα.

Θα μου δώσεις να αντιγράψω;

Η Χρυσάνθη του έδινε το τετράδιο με χαρά. Μην ξεχάσεις να το φέρεις αύριο το πρωί, πριν το σχολείο, θα το χρειαστώ.

Ο Γιάννης ήταν καλός μαθητής, αλλά όπως πολλά αγόρια, ήθελε να παίζει στην πλατεία και να βλέπει τους φίλους του. Στη δεκαετία του 90 δεν υπήρχαν κινητά τα παιδιά γυρνούσαν ως αργά, χωρίς να θέλουν να μαζευτούν σπίτι.

Στη Β Γυμνασίου, για πρώτη φορά κουβάλησε την τσάντα της Χρυσάνθης, ξεσηκωμένος από μια ταινία που μόλις είχε δει. Και στη Γ Γυμνασίου η λεπτεπίλεπτη, μελαμψή Ιφιγένεια, που όλοι συμφώνησαν ότι ήταν η πιο όμορφη στο σχολείο, έκανε τον Γιάννη να «κολλήσει». Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της, την ακολουθούσε ως το σπίτι της. Η Χρυσάνθη πίστευε πως τούτο θα περάσει. Και πάλι τον περίμενε ή τον ξεπροβόδιζε, μέχρι να χτυπήσει το παράθυρο και να πει: Χρυσάνθη, θα μου δώσεις τετράδιο;

Η Ιφιγένεια τον κρατούσε στο ύψος, χωρίς να του δίνεται, αλλά ήταν αδύνατον να την βγάλει από το μυαλό του. Ο Γιάννης σκιζόταν ανάμεσα στην αγάπη του για την Ιφιγένεια και την ασφάλεια που του πρόσφερε η Χρυσάνθη.

Πάντα έριχνε μια ματιά από το παράθυρο κι εκείνη άφηνε μια κούπα με τσάι και λίγα μπισκότα δίπλα αν δεν υπήρχαν κουλουράκια.

Άκουσες, οι δικοί μας μάθαν και έχασαν του έλεγε για τον αγώνα. Η Χρυσάνθη καταλάβαινε τι τον απασχολούσε, παρακολουθούσε ποδόσφαιρο, διάβαζε τα νέα, έβλεπε ταινίες ακόμα κι αν έβλεπε τρόμου που την πανικοβάλουν, αρκεί να συμμετέχει στη συζήτηση του Γιάννη.

Ήταν πάντα φίλη στο πλευρό του τον άκουγε, τον στήριζε. Ο Γιάννης έτρεχε σ αυτήν σαν σε φίλο που πάντα εμπιστευόταν. Η Ιφιγένεια τον γοήτευε, δεν μπορούσε να της αντισταθεί κι ας απογοητευόταν. Συχνά παραπονιόταν στη Χρυσάνθη πως ο Μάκης πήγαινε με την Ιφιγένεια.

Μετά το σχολείο, και οι τρεις βρέθηκαν σε διαφορετικές σχολές. Ο Γιάννης δεν έψαχνε τετράδια πια, ακολουθούσε την Ιφιγένεια καταπόδας. Στη Χρυσάνθη περνούσε σπάνια, από συνήθεια. Κάποτε πηγαίναν μαζί κινηματογράφο και ο Γιάννης μιλούσε ασταμάτητα, σαν να πρέπει να ξεσπάσει.

Χρυσάνθη, έχω γενέθλια το Σάββατο. Σε καλώ! Θα έρθεις; τον ρώτησε με μάτια γεμάτα φως.

Ο Γιάννης το σκέφτηκε. Το Σάββατο; Ναι, μπορώ. Ποιοι θα είναι πρώτα;

Γονείς, η γιαγιά, η Βέρα με τον Βασίλη, η Όλγα οι γνωστοί μας.

Εντάξει, βλέπουμε.

Το Σάββατο δεν εμφανίστηκε. Ήρθε μετά από μια εβδομάδα, στενοχωρημένος.

Γιάννη, τι έγινε; Σε βλέπω θλιμμένο…

Εκμυστηρεύθηκε πως η Ιφιγένεια έφυγε για πρακτική και ούτε καν τον ενημέρωσε. Η Χρυσάνθη τον παρηγορούσε, όσο κι αν την έπνιγε η θλίψη.

Σε περίμενα το Σάββατο…

Τι είχε το Σάββατο;

Είχα γενέθλια…

Αχ… Συγγνώμη, το ξέχασα. Μην μου κρατάς κακία…

Όχι, συμβαίνει…

Ο Γιάννης πλησίασε το παράθυρο. Θυμάσαι το καλοκαίρι που με τάιζες κουλουράκια; Έβαζα το κουτί, ανέβαινα, κι εσύ άφηνες τσάι με μαρμελάδα.

Η Χρυσάνθη χαμογέλασε, τη ζέσταναν οι αναμνήσεις. Ξαφνικά, γελούσαν, αναπολώντας φίλους, συμμαθητές, παλιές αταξίες και μια διπλή κοπάνα από το μάθημα, όταν η καθηγήτρια τους ξεδιάλυνε στο πάρκο.

Στο πέμπτο έτος σπουδών ο Γιάννης πετούσε η Ιφιγένεια δέχτηκε να παντρευτούν. Έφερε τη χαρμόσυνη είδηση στη Χρυσάνθη. Εκείνη κρατήθηκε να μην ξέσπασε, τον άκουγε σαν να παρέμενε πάντα η φίλη που μπορεί να εμπιστευτεί.

Έκλαψε κρυφά για μήνες, κακίζοντας τον εαυτό της που ποτέ δεν του είπε πως τον αγαπούσε.

Κάποια στιγμή, γύρισε σπίτι της. Γιαγιά κι οι γονείς ήταν σε επισκέψεις, το σπίτι άδειο. Η Χρυσάνθη τυλιγμένη με μια παλιά κουβέρτα, έβλεπε τηλεόραση, ώσπου άκουσε τη φωνή του Γιάννη.

Άνοιξε, κι είδε τον Γιάννη, σακατεμένο, να στηρίζεται στον τοίχο. Τι έχεις; ρώτησε έντρομη.

Κάθισαν στο δωμάτιό της. Ο Γιάννης ήταν έτοιμος να κλάψει. Ιφιγένεια… δεν θα γίνει γάμος… είπε πως αγαπάει άλλον…

Η Χρυσάνθη δεν τον είχε δει πιο απελπισμένο. Τον αγκάλιασε, Γιάννη, ήρεμα, θα δούμε, μπορεί να αλλάξουν όλα.

Τίποτα δεν φτιάχνει, κράτησε και το χαρτί… καταλαβαίνεις, είναι το τέλος…

Έδωσε το κεφάλι στα πόδια της, σφιχταγκαλιάστηκε απ το φόρεμά της. Δεν γίνεται, Χρυσάνθη, δεν γίνεται…

Γιάννη, γλυκέ μου, ήρεμα… να σου βράσω τσάι με δυόσμο; Θυμάσαι τις μέρες που πίναμε τσάι στο παράθυρο;

Θυμάμαι… θυμάμαι… μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, είσαι καλή…

Άρχισε να φιλά τα γόνατά της πρώτα διστακτικά, μετά ορμητικά, σαν να ξεδιπλώνει τον πόνο. Ύψωσε τα χέρια στη μέση της, φιλήνοντας το πρόσωπό της.

Σταμάτα, Γιάννη…

Χρυσάνθη… Χρυσάνθη…

Γιάννη, σε αγαπώ! Σε αγαπώ από το Γυμνάσιο, πάντα, πάντα σε αγαπούσα, γλυκέ μου…

Έφυγε έπειτα από τα μεσάνυχτα, τα μάτια χαμηλωμένα. Τα λέμε…

Θα περιμένω του είπε, και κοίταζε ώσπου η πόρτα έκλεισε.

Ο Γιάννης δεν ξαναφάνηκε σαν να μην υπήρξε εκείνο το βράδυ. Η ίδια ένιωθε πως ολόκληρη η στιγμή ήταν όνειρο. Σε λίγο καιρό, ο Γιάννης πήρε το πτυχίο του και έφυγε για την Κρήτη.

Κάτι πρέπει να κάνουμε! ψιθύρισε ο πατέρας με οργή. Να μιλήσουμε στους δικούς του.

Μα, δεν θέλει! Δεν καταλαβαίνεις; Είναι νευρική, αυτό είναι επικίνδυνο για το παιδί απαντούσε η μητέρα. Ο Γιάννης ξέρει ότι είναι έγκυος, του το είπε. Και εκείνος έκανε πως είναι ξένος, ίσως γι αυτό έφυγε…

Δεν μπορούμε να μείνουμε αδρανείς! συνέχιζε ο πατέρας.

Η γιαγιά έπλεκε για να ξεχαστεί, σκούπιζε συχνά τα δάκρυα πικράθηκε για τη μικρή της εγγονή…

Μετά τη γέννηση της κόρης, η Χρυσάνθη έψαξε και βρήκε το κινητό του Γιάννη. Πήρε τηλέφωνο και είπε μόνο: Γιάννη, έχουμε κόρη. Την λένε Ιωάννα.

Εκείνος μουρμούρισε κάτι ασυνάρτητο άκουσε μόνο: Συγχαρητήρια.

Όταν η Ιωάννα έγινε ενός και μισού, οι γονείς της Χρυσάνθης ανακοίνωσαν πως είχαν εξοφλήσει το δάνειο για το καινούριο σπίτι και θα μετακόμιζαν μαζί με τη γιαγιά. Ίδιο διαμέρισμα, μόνο σε άλλη γειτονιά, στον Νέο Κόσμο.

Θα ερχόμαστε εναλλάξ να βοηθάμε, υποσχέθηκε η μαμά.

Η Χρυσάνθη ξέσπασε στα κλάματα.

Γιατί κλαις; Εμείς δεν θα φύγουμε, κάθε μέρα θα σε στηρίζουμε, θα πάρουμε και την Ιωάννα μαζί μας όποτε χρειαστεί, να δουλεύεις στο σπίτι…

Απλά συνήθισα να είμαστε όλοι μαζί…

Κόρη μου, ο χρόνος κυλάει, πρέπει να φτιάξεις τη ζωή σου. Θα είσαι πιο οργανωμένη αν μένεις μόνη σου είπε η μητέρα.

Τελευταία, όλοι γονείς, γιαγιά, φίλες της έλεγαν πως πρέπει να συνεχίσει τη ζωή της, πως είναι νέα, πως παντρεύονται ακόμα κι αν έχουν παιδιά.

Σε μια εβδομάδα, η Χρυσάνθη είχε το σπίτι στην διάθεσή της. Η μικρή Ιωάννα γελούσε, προσπαθούσε να περπατήσει, κι όποτε έπεφτε, σηκωνόταν και άπλωνε τα χεράκια. Η Χρυσάνθη την έπαιρνε αγκαλιά, με γέλιο και χαρά.

Ο Γιάννης εμφανίστηκε ξαφνικά, όπως εκείνη τη φορά που ακυρώθηκε ο γάμος του με την Ιφιγένεια.

Νόμιζε ότι θα ήταν ο πατέρας της, αλλά ο Γιάννης στεκόταν στην πόρτα, κρατώντας μια τεράστια κόκκινη πυροσβεστική μηχανή.

Γεια! Είσαι μόνη; Να μπω;

Είχε μεγαλώσει, φαινόταν πιο λεπτός, τα χαρακτηριστικά του πιο έντονα.

Πέρνα.

Ορίστε άφησε τη μηχανή κάτω.

Η Ιωάννα έκλαψε η Χρυσάνθη την σήκωσε.

Έχω κόρη του είπε, δείχνοντας τη μηχανή.

Ο Γιάννης χτύπησε το μέτωπό του. Συγγνώμη…

Πάρε τη μηχανή, δώσ την αλλού…

Βγάλε το μπουφάν, πήγε στην κουζίνα. Όλα ίδια, τίποτα δεν άλλαξε. Θα με κεράσεις τσάι;

Άναψε τον βραστήρα, κρατώντας την κόρη της. Ο Γιάννης ένιωθε αμήχανος.

Την έβλεπε ξανθιά, μακριά μαλλιά, μακρύ φόρεμα, αγκαλιά με την κόρη. Μοιάζεις με Μαντόνα μουρμούρισε, καρφώνοντας το βλέμμα του.

Η Χρυσάνθη δεν απάντησε.

Θυμάμαι τη γιαγιά σου που έφτιαχνε τα ωραιότερα κουλουράκια. Θυμάσαι το τσάι μας στο παράθυρο; Κι εκείνη τη φορά που η γιαγιά σου πότιζε τα λουλούδια, κι εγώ ήμουν κάτω απ το παράθυρο και δεν με είδε; Ο Γιάννης προσπάθησε να χαμογελάσει. Θυμάσαι, Χρυσάνθη;

Όχι, δεν θυμάμαι είπε η Χρυσάνθη, αδιάφορα. Ο Γιάννης σταμάτησε, σιώπησε. Δεν ήταν εκδίκηση ήταν αληθινό, είχε αρχίσει να ξεχνά τις λεπτομέρειες. Τώρα είχε κόρη, ζούσε γι αυτήν, χαιρόταν κάθε λέξη της, κάθε παιχνίδι, κάθε ξύπνημα.

Πιες το τσάι σου γρήγορα, πρέπει να φτιάξω κρέμα για την Ιωάννα.

Για πρώτη φορά ο Γιάννης ένιωσε πως δεν τον περίμεναν. Σηκώθηκε, φόρεσε το μπουφάν.

Εντάξει, άλλη φορά. Πάω, δεν έχεις χρόνο…

Έμεινε λίγο ακόμα, σαν να περίμενε να τον κρατήσει, αλλά η Χρυσάνθη δεν το έκανε.

Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εκείνη είπε χαμηλόφωνα: Άλλη φορά δεν θα υπάρξει, εδώ δεν σερβίρεται πια τσάι. Ούτε καφές.

Γύρισε κοντά στην κόρη της, την φίλησε και έβαλε την κατσαρόλα να ετοιμάσει κρέμα.

Oceń artykuł
Θυμάσαι, Σβετάκι μου… Είχε συνηθίσει να ρίχνει μια ματιά στο παράθυρό τους, αφού έμεναν στο ισόγειο…