Θεία, έχεις λίγο ψωμί; Μπορείς να μου το δώσεις κι εμένα;

Να σου πω λοιπόν, η Ειρήνη είναι 37 χρονών και δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Δούλευε λογίστρια, αλλά ακόμα δεν έχει βρει το νόημα της ζωής της, δεν έχει νιώσει ότι έχει βρει το πραγματικό της πάθος.

Εκείνη τη μέρα ξύπνησε κομμάτια, με το ζόρι άνοιξε τα μάτια της και σηκώθηκε να πάει στη δουλειά. Ήταν πάλι η σειρά της, είχε βρει δεύτερη δουλειά ως σερβιτόρα για να τα βγάζει πέρα. Της έτυχε πάλι η πρωινή βάρδια στην καλοκαιρινή βεράντα. Έπρεπε να είναι στη δουλειά από τις έξι το πρωί, αφού ο κόσμος άρχιζε να έρχεται από τις επτά.

Μιας και έμενε σε ένα προάστιο της Αθήνας, έπρεπε να ξεκινήσει από το σπίτι και πιο νωρίς – κατά τις πέντε, γιατί τα λεωφορεία όποτε τα θυμόταν η τύχη έφταναν και μερικές φορές είχε και μπλοκαρίσματα στη Λεωφόρο Κηφισίας.

Η Ειρήνη, όπως πάντα, καθάριζε τα τραπέζια πριν ανοίξει τη βεράντα, γιατί στης Αθήνας, κάθε μέρα μαζεύεται σκόνη παντού. Οι πελάτες θέλουν τα τραπέζια τους καθαρά, και εκείνη σιγοτραγουδούσε ένα παλιό τραγούδι του Πάριου.

Ξαφνικά, ακούει μια παιδική φωνούλα να της λέει: «Και η μαμά μου τραγουδάει όμορφα.» Γυρνάει και τι να δει; Μια μικρή, γύρω στα έξι. Μονάχη της πρωί πρωί. Έριξε και μια ματιά γύρω, μήπως δει ποιος είναι μαζί της.

«Τι κάνεις εδώ τόση ώρα μόνη σου;» τη ρωτάει η Ειρήνη. «Βγήκα μια βόλτα και να πάρω φαγητό για μένα και τον αδερφό μου. Κυρία, μήπως έχεις λίγο ψωμί;» της είπε διστακτικά η μικρή, φαινόταν νηστική η καημένη.

«Βεβαίως και έχω. Κάτσε εδώ, να πάω στην κουζίνα να βρω κάτι.» Τη ρωτάει πού είναι ο αδελφός της.

«Στο σπίτι, εδώ πιο κάτω με τη γιαγιά.»

Η Ειρήνη δεν τη ρώτησε τι απέγιναν οι γονείς ή γιατί μόνη της κυκλοφορεί πρωί πρωί. Η μικρή, σαν να κατάλαβε, συνέχισε: «Οι γονείς μας έχουν πεθάνει και η γιαγιά μας είναι πολύ μεγάλη, ξεχνάει τα πάντα μέχρι και εμάς.»

Κόμπιασε η Ειρήνη Δεν ήξερε τι να πει. Ένιωσε τον κόμπο στο στομάχι της.

«Δεν σε θέλω να σε ενοχλώ, μόνο λίγο ψωμί να πάρω να το πάω στον αδερφό μου και στη γιαγιά», είπε η μικρή. «Μη βιάζεσαι, θα έρθω μαζί σου. Περίμενε με εδώ, μη φύγεις», της λέει τρυφερά η Ειρήνη.

Ζήτησε από την άλλη σερβιτόρα να την καλύψει και της εξήγησε πως πρέπει να λείψει λίγο. Πήρε τη μικρή και πήγαν σπίτι της.

Η μικρή είχε δικά της κλειδιά. Μπήκαν μέσα και είδαν τον αδερφό της δεν πρέπει να ήταν πάνω από 2 να μπουσουλάει και να παίζει, με το χαμόγελο μέχρι τ αυτιά όταν τις είδε. Στο κρεβάτι, η γιαγιά, σχεδόν σε κώμα, δεν κατάλαβε τίποτα.

«Μα τι γίνεται εδώ!» απόρησε η Ειρήνη.

Φώναξε το ασθενοφόρο. Η γιαγιά δεν άντεχε άλλο, ήταν ανήμπορη. Η Ειρήνη πήρε τα παιδιά μαζί της στο σπίτι της. Εκεί τους υποδέχθηκε ο δικός της γιος, 13 χρονών, που λίγο έλειψε να μείνει με το στόμα ανοιχτό. Όταν όμως του εξήγησε τι είχε γίνει, το κατάλαβε και δεν είπε τίποτα, ήταν το στηριγμά της ο μικρός της. Πάντα τη βοηθούσε, είχαν σχέση εμπιστοσύνης και σπάνια μαλώνανε.

Συμφώνησε να μείνει με τα παιδιά όσο η Ειρήνη δούλευε.

Δέκα μέρες μετά, η γιαγιά πέθανε. Τότε όλοι τους λέγαν ότι τα παιδιά θα πάνε σε κάποιο ίδρυμα. Μα η Ειρήνη δεν άντεχε τη σκέψη. Τα είχε αγαπήσει τόσο και της φαινόταν αδιανόητο να τα αφήσει. Άλλωστε ήξερε πώς είναι να είσαι μόνος σου, χωρίς στήριγμα.

Έτσι, πήρε τη μεγάλη απόφαση να γίνει κηδεμόνας τους. Παράτησε το σερβιτοριλίκι, φίλη της από παλιά της πρότεινε να δουλέψει στο γραφείο της σα λογίστρια, που ήταν και το επάγγελμά της ούτως ή άλλως, και τη βοήθησε ακόμα και με τα χαρτιά.

Σε λίγες βδομάδες, τα παιδιά ήταν πλέον νόμιμα υπό τη φροντίδα της Ειρήνης.

Μια φίλη της την πείραξε: «Α, κατάλαβα, για αυτό ήθελες να γίνεις σερβιτόρα;» „Ναι”, της λέει χαριτολογώντας η Ειρήνη. „Τέτοιο μακροπρόθεσμο σχέδιο ούτε εγώ δεν το είχα καταλάβει!”

Ποιος θα το φανταζόταν πως θα άλλαζε η ζωή της τόσο απότομα; Πως από μια που ψαχνόταν και δεν έβρισκε νόημα, θα έφτανε να μεγαλώνει τρία παιδιά και να διαλέγει νέα επαγγελματική πορεία; Η Ειρήνη μπορεί να μην ήταν συνηθισμένη να παίζει το ρόλο της δυνατής, αλλά τα φερε βόλτα και αποδέχτηκε το καινούριο ταξίδι που της έστειλε η μοίρα.

Oceń artykuł
Θεία, έχεις λίγο ψωμί; Μπορείς να μου το δώσεις κι εμένα;