Θα φύγεις όπως ήρθες! – Δήλωσε ο άντρας με αυτοπεποίθηση. Όμως η υπερβολική του σιγουριά γύρισε εναντίον του

«Θα φύγεις όπως ήρθες!» μου πέταξε ο άντρας μου. Μα η αυτοπεποίθησή του τον πρόδωσε στο τέλος.

Πήγα και έσβησα το γκάζι. Καθόμουν και έβραζα φασολάδα δεν ήθελα να τρέχει παντού, ήταν το μόνο που μου ένοιαζε εκείνη τη στιγμή.

Μιχάλη, τι συμβαίνει; του είπα ήρεμα.

Τίποτα δε συμβαίνει, μουρμούρισε ο Μιχάλης. Απλά εσύ δεν μένεις πια εδώ. Το διαμέρισμα δικό μου, το αμάξι δικό μου, το εξοχικό δικό μου. Εσύ… Θα φύγεις όπως ήρθες.

Το είπε με φωνή ψυχρή, επαγγελματική, λες και ανακοίνωνε τα ποσοστά της εταιρείας. Δεκατέσσερα χρόνια γάμου, και τώρα με πέταγε σαν να ήμουν σκυλάκι.

Δηλαδή μιλάς σοβαρά;

Απολύτως, απάντησε σταθερά.

Κάτσαμε σιωπηλοί για λίγο. Εγώ τσίμπησα τον εαυτό μου διακριτικά να δω αν ονειρεύομαι.

Προσωπική ανάπτυξη

Δηλαδή δε θα μου πεις τουλάχιστον τι σε πείραξε; ξαναρώτησα.

Δεν με πείραξες σε τίποτα, απλώς… γνώρισα άλλη. Και πάω για διαζύγιο.

Έλιωσαν τα πόδια μου, κάθισα στην καρέκλα χωρίς να το σκεφτώ. Ο Μιχάλης απέφευγε το βλέμμα μου, είχε μαζευτεί όλος σαν κουκουβάγια.

Μιχάλη, προσπάθησα να του μιλήσω, τουλάχιστον μιλάμε σαν άνθρωποι. Δεκατέσσερα χρόνια μαζί

Δεν έχει νόημα! με έκοψε απότομα. Μη μου σφυράς για τα δεκατέσσερα χρόνια. Η Δανάη είναι η κόρη του κυρίου Παύλου του διευθυντή. Οπότε όλα κανονίστηκαν.

Η Δανάη Έτσι λένε την κόρη του αφεντικού. Είκοσι έξι, κουκλάρα, Instagram με τριακόσιες χιλιάδες followers Την είχα δει σε εκδήλωση της εταιρείας, μόνο φωτογράφιζε τα πιάτα της και έγλυφε το κουτάλι στο story.

Κι αυτή έβαλε στο μάτι τον Μιχάλη. Και αυτός έτοιμος να παντρευτεί, αλλά καθαρά για συμφέρον, όχι αγάπη.

Και εγώ; πήγα να πω.

Τίποτα «και εγώ»! πέταξε. Εσύ τίποτα δεν έχεις. Όλα στο όνομά μου. Δεκατέσσερα χρόνια κάθεσαι στον σβέρκο μου. Έλεος!

Αντρικά πορτοφόλια…

Δεν ήταν έτσι, βέβαια. Δούλευα στην εταιρεία του, ώσπου μου ζήτησε να παραιτηθώ για να φροντίζω σπίτι και τα πάντα δικά του. Μόνο που τώρα όλα αυτά δεν είχαν σημασία, είχε πάρει τις αποφάσεις του.

«Και τώρα τι κάνω;» σκέφτηκα.

Δεν είχα τίποτα, ούτε φίλες να με φιλοξενήσουν, ούτε καν κάποιο μαξιλαράκι ασφαλείας. Εκτός από τη μάνα μου.

Το ίδιο βράδυ της τηλεφώνησα. Η κυρία Σοφία, έτσι τη λένε όλοι ακόμα κι εγώ! το σήκωσε με το πρώτο χτύπημα, λες και με περίμενε.

Μαμά, μπορώ να έρθω να μείνω; τη ρώτησα.

Έλα, σε περιμένω.

Κι αυτό ήταν. Καμία ερώτηση παραπάνω. Η μάνα μου πάντα έβαζε πράξεις πριν από τα λόγια.

Το χωριό της μάνας μου είναι στα εκατόν είκοσι χιλιόμετρα από την Αθήνα. Ένα παλιό σπίτι με μπλε κάγκελα που ακόμη στέκει όρθιο.

Κάτω από το παράθυρο μια άγρια μηλιά πετούσε κάθε Αύγουστο τα ξινά μηλαράκια της στην αυλή.

Μ υποδέχτηκε στο κατώφλι με ένα ποδιά γεμάτη ηλιοτρόπια κι άρωμα ζύμης και βατόμουρου. Μ αγκάλιασε και με τράβηξε μέσα.

Για πες μου τώρα, είπε κατευθείαν μόλις καθίσαμε στην κουζίνα.

Τα πα όλα. Πώς μπήκε ο Μιχάλης, πώς μου έδωσε τρεις μέρες να μαζευτώ, πώς είπε για τη Δανάη… Η μαμά με άκουγε σιωπηλή.

Δηλαδή θα φύγεις όπως ήρθες, επανέλαβε όταν τελείωσα.

Ναι, έτσι είπε.

Και το leasing;

Στην αρχή δεν κατάλαβα.

Ποιο leasing;

Το αμάξι κι εκείνο το parking στην Πατησίων. Όλα στ όνομά μου, δε θυμάσαι;

Πραγματικά, το είχα ξεχάσει. Δημόσιος υπάλληλος ο Μιχάλης, δεν μπορούσε να έχει επιχειρήσεις τα είχε βάλει όλα στο όνομα της πεθεράς. Της χωριάτισσας πεθεράς, που, όπως έλεγε, δεν ξεχωρίζει το ευρώ από το σεντ.

Η μαμά έφερε από το συρτάρι έναν φάκελο.

Εγώ σπούδασα οικονομολόγος, Μαρία, μου λέει σοβαρά, σαράντα χρόνια στη Νομαρχία στα χρηματοοικονομικά. Δηλαδή νόμιζες πως δεν κατάλαβα τι υπόγραφα;

Άπλωσε χαρτιά, συμβόλαια, πληρεξουσιότητες όλα τακτοποιημένα κατά σειρά και ημερομηνία.

Άκου, λοιπόν. Αύριο κιόλας ανακαλώ την πληρεξουσιότητα, αποφάσισε. Πάμε μαζί στην Αθήνα, θα το τακτοποιήσουμε.

Η επόμενη εβδομάδα πέρασε σαν όνειρο. Η μαμά τα έκανε όλα ψύχραιμα και μεθοδικά. Πρώτα ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα, μετά πήγε τράπεζα και μπλόκαρε κάθε πρόσβαση του Μιχάλη στους λογαριασμούς.

Και, για καλό και για κακό, μίλησε με τον παλιό της συμμαθητή τον Βασίλη, που τώρα είναι «μεγάλο κεφάλι» σε νομικό γραφείο. Έφερα τα πράγματα, έμεινα εκεί.

Ο Μιχάλης στο μεταξύ είχε ήδη καταθέσει διαζύγιο. Με πήρε άπειρες φορές, να υπογράψω κάτι χαρτιά.

Μιχάλη, θα τα υπογράψω όλα, του είπα. Μην ανησυχείς, απλώς όχι τώρα.

Πότε δηλαδή;

Την άλλη βδομάδα.

Βράζει, διαμαρτύρεται αλλά τι να κάνει έπρεπε να ετοιμάσει γάμο με τη Δανάη, να πάρει βέρες, να κλείσει μαγαζί…

Η μαμά μ έλεγε «άσ τον να χαλάσει λεφτά, ζόρι μη δίνεις όσο περισσότερο ξοδέψει, τόσο πιο αστείο θα του κάτσει μετά».

Οι αγοραστές για τον στόλο βρέθηκαν γρήγορα ιδιοκτήτες του διπλανού γκαράζ, ήθελαν να επεκταθούν. Η μαμά διαπραγματεύτηκε λες και ήταν το επάγγελμά της μια ζωή ίσως έτσι ήταν. Γιατί και στα οικονομικά της νομαρχίας, διαπραγμάτευση ήθελε.

Το deal έκλεισε Πέμπτη, τα λεφτά, ένα σεβαστό ποσό σε ευρώ, μπήκαν στον λογαριασμό της μαμάς την Παρασκευή πρωί.

Ο Μιχάλης το έμαθε Σάββατο.

Χωρίς να πάρει καν τηλέφωνο, ήρθε φουριόζος, άνοιξε τη μικρή αυλόπορτα τόσο βίαια που ακούμπησε στη μάντρα. Τότε η μαμά μάζευε μήλα για κομπόστα.

Τι ακριβώς κάνετε εδώ;! φώναξε κι ανησύχησαν οι κότες του γείτονα.

Τι κάνω, Μιχάλη; τον ρώτησε ατάραχη η μαμά.

ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ! κοκκινίζει ο Μιχάλης. Θα σας καταστρέψω και τις δυο!

Για ποιο λόγο, ακριβώς; του απαντάει εκείνη, βάζοντας άλλα μήλα μέσα στο κουβά. Εδώ μιλούμε για δική μου περιουσία.

ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ;

Όλα τα χαρτιά είναι κανονικά, κύριε Μιχάλη, του λέει με το ίδιο ήσυχο ύφος. Τσέκαρέ τα αν θες.

Θα σας… την πλησίασε θυμωμένος.

Τι θα κάνεις; τον κοίταξε ίσια στα μάτια, πρώτη φορά στη ζωή μου τη φοβήθηκα. Είχε γίνει η παλιά σιδερένια οικονομολόγος της Νομαρχίας, όχι η γιαγιάκα με την ποδιά.

Με απειλείς, τώρα; και μου έκανε νόημα. Μπροστά σε μάρτυρα;

Σήκωσε το κινητό, του το κούνησε. Τα γράφω όλα Μιχάλη. Όλα από την αρχή.

Ο Μιχάλης σταμάτησε ακίνητος. Καταλάβαινε δημόσιος υπάλληλος ήτανε. Σ αυτές τις δουλειές, μια κουβέντα αρκεί να σε κάψει…

Δεν είχατε… ψιθύρισε.

Είχα, του λέει η μαμά βάζοντας το κινητό στην τσέπη. Όλα δικά μου, όλα νόμιμα. Και να θυμάσαι, Μιχάλη, μην υποτιμάς τον άλλον έτσι εύκολα…

Σε δέκα λεπτά έφυγε βιαστικά.

Σε έναν μήνα τον πέταξαν και από τη δουλειά. Ο κύριος Παύλος, πατέρας της Δανάης, δεν αγαπάει τους χαμένους. Η Δανάη, λένε, τα φτιαξε με κάποιον βουλευτή.

Εμείς με τη μαμά μείναμε στο χωριό. Πλέον έχουμε καινούργιο φράχτη, κουφώματα και ένα κανονικό αμάξι. Τη φασολάδα τη βράζω σε καινούργια κουζίνα, και τον Μιχάλη, αλήθεια, αποφεύγω να τον σκέφτομαι. Γιατί να ασχοληθώ; Ό,τι έσπειρε, θέρισε

Εσύ τι λες για το θάρρος της μάνας μου; Στείλε μου μήνυμα με τη γνώμη σου, κι αν σου άρεσε, δώσε και μια καρδούλα!

Oceń artykuł
Θα φύγεις όπως ήρθες! – Δήλωσε ο άντρας με αυτοπεποίθηση. Όμως η υπερβολική του σιγουριά γύρισε εναντίον του