Σήμερα μου ήρθε το μυαλό η συγκινητική σκηνή όταν η δαμέά μου, η κυριά Μαρία, μου έδωσε τη ζωή μου νέα τροπή.
«Θα πάρω το σκυλάκι σας στην τάξη μου, αν δεν έχετε αντίρρησι», είπε η δασκάλα, που έτυχε να ακούσει τη συζήτηση μεταξύ της μητέρας μου, του διευθυντή και μια άλλης δασκάλας.
Εκείνη τη δασκάλα, στην τάξη της οποίας η μητέρα μου προσπαθούσε να με γράψει, δεν ήθελε καθόλου να με δεχτεί.
«Θα είναι μόνο μέτριες βαθμολογίες, δεν ξέρει να διαβάζει, ούτε καν να συλλαβίζει», ήταν το επιχείρημά της. «Πού έχει δει κανείς στην τάξη «Α» να υπάρχουν μέτριοι μαθητές;»
Είχε δίκιο. Ούτε να διαβάζω, ούτε να γράφω δεν είχα μάθει. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να ασκληθεί μαζί μου, γιατί εγώ απλώς δεν ήθελα να κάθομαι με το αλφαβητάξιο τις καλοκαιριές. Ήθελα να παίζω έξω. Η μητέρα μου έλεγε συνεχώς: «Τρέχεις από το πρωί ως το βράδυ στους δρόμους». Εγώ όμως απλώς ήθελα να εξερευνήσω κάθε γωνιά της γειτονιάς μας, μετά και των άλλων γειτονιών, και να σκαρφαλώσω σε κάθε δέντρο. Με τέτοιες επιθυμίες, ούτε όλη μέρα δεν έφτανε.
Αλλά η κυρία Ειρήνη κάτι είδε σε μένα εκείνη τη μέρα. Έτσι βρέθηκα στην τάξη «Β». Η συμπεριφορά μου ήταν τρομερή, αλλά τα μαθήματα τα πήγαινα άριστα. Ήταν εύκολα και ενδιαφέροντα. Εκείνη ήξερε να βρίσκει το κλειδί για κάθε παιδί.
Πόσο την αγαπούσαμε! Στην τάξη μας μέχρι την πέμπτη δημοτικού δεν υπήρχαν μέτριοι, ούτε καν καλοί μαθητέςμόνο άριστοι. Διαφορετικά, με την κυρία Ειρήνη δεν θα μπορούσες να μάθεις.
Η κυρία Ειρήνη ήταν ήδη σαποχώρηση όταν αποφοιτήσαμε από το δημοτικό. Δεν είχε δικά της παιδιά, ούτε ήταν συζευγμένη. Όλη της ζωή την αφιέρωσε στη μάθηση των παιδιών.
Συνηθίζαμε να μαζευόμαστε στο σπίτι της τα σαββατοκύρια, και για μας ήταν πραγματική γάστη. Το σπίτι της ήταν γεμάτο φρέσκα λουλούδια, πάρα πολλά γλυκά, παρόλο που τότε ήταν δύσκολο να βρεθούν.
Συχνά βρίσκαμε κάποιον από τους παλιούς της μαθητές να την επισκέπτεται. Κάποιοι έμεναν μαζί μας και μας διηγούνταν ιστορίες από τα σχολικά τους χρόνια, για ταξίδια που είχαν κάνει όλη η τάξη. Κι εμείς ονειρευόμασταν ότι μετά από χρόνια εμείς θα πηγαίναμε και θα φέρναμε γλυκά, και θα αφηγόμασταν σε άλλα παιδιά πώς ήμασταν κι εμείς έτσι.
Η κυρία Ειρήνη ζούσε μόνη σε ένα τρίδωμο διαμέρισμα, που είχε κληρονομήσει από τους γονείς της. Τα έπιτελα ήταν απλά, αλλά με γούστο. Μπορούσες να περπατέ





