Πώς μπορείτε να ζείτε έτσι, μες στη μιζέρια; Η Ελένη συνοφρυώθηκε, μούτρα γεμάτα αποστροφή. Κοιτάξτε, είκοσι χρόνια κι ούτε έναν βάψιμο στους τοίχους δεν κάνατε! Αλλά με συμβουλεύετε για τη ζωή!
Η Νίκη Μαυρογιάννη κατέβασε κουρασμένα τους ώμους της. Ο Γιώργος Μαυρογιάννης ήπιε μια γουλιά από τη φλυτζάνα του καφέ και δεν σήκωσε μάτια στη μοναχοκόρη του. Η Ελένη, κατακόκκινη απ τα νεύρα, στεκόταν καταμεσής στην κουζίνα και περίμενε να αντιδράσουν. Καμία λέξη δεν έβγαινε από τα στόματα των γονιών της και η σιωπή τους την εκνεύριζε πιο πολύ απ οποιαδήποτε κουβέντα.
Ο Μιχάλης είναι σωστός άνθρωπος συνέχισε η Ελένη. Απλώς δεν καταλαβαίνετε τίποτα από ζωή!
Η Νίκη σήκωσε τα κουρασμένα της μάτια πάνω στην κόρη της.
Ελενάκι, δεν έχουμε τίποτα με το Μιχάλη, η φωνή της γλυκιά κι ήρεμη. Απλά θέλουμε πρώτα να τελειώσεις τις σπουδές σου, να σταθείς λιγάκι στα πόδια σου.
Τι σταθερότητα δηλαδή; απάντησε ξινισμένα η Ελένη. Σαν και εσάς; Δύο δεκαετίες σε ένα σπίτι που ρημάζει!
Είσαι μόλις δεκαεννιά, ψιθύρισε η Νίκη απαλά. Είναι πολύ νωρίς για γάμο, παιδί μου.
Ο Γιώργος άφησε το φλιτζάνι στο τραπέζι, σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε βαθιά την Ελένη. Δεν υπήρχε οργή, μόνο μια ήσυχη θλίψη.
Θα κάνεις τη ζωή σου, δεν είμαστε αντίθετοι, πρόσθεσε η Νίκη. Απλώς μη βιαστείς έτσι πολύ.
Θέλετε μόνο να μου καταστρέψετε την ευτυχία! κάγχασε η Ελένη, χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα λες κι ήταν ακόμη παιδί.
Η Ελένη γύρισε απότομα, έπιασε την τσάντα της και διέσχισε τον διάδρομο. Η Νίκη σηκώθηκε από το τραπέζι και έκανε να την ακολουθήσει.
Ελένη, περίμενε… άπλωσε το χέρι, αλλά η κόρη της κουμπώθηκε νευρικά με το μπουφάν της, κάνοντας αδέξιες κινήσεις και φανερή αγωνία.
Εγώ και ο Μιχάλης θα είμαστε ευτυχισμένοι, φώναξε από τον διάδρομο. Κόντρα σε εσάς!
Ο Γιώργος στάθηκε στην κουζίνα, πιάνοντας το κάσωμα της πόρτας.
Κόρη μου, δεν το βλέπεις…, άρχισε, αλλά η Ελένη τον έκοψε.
Εγώ θα ζήσω καλύτερα από εσάς! Θα έχω λεφτά, όλα μου τα όνειρα θα γίνουν! Είχε ήδη πιάσει το πόμολο της εξώπορτας. Όχι σαν εσάς!
Η Ελένη άνοιξε με δύναμη την πόρτα, βγήκε στη σκάλα, παίρνοντας σαν τελευταία ανάμνηση τον αχνό αναστεναγμό της μάνας της και έναν απαλό ήχο από κάτι που έπεσε
Η Ελένη κατέβηκε τις σκάλες χωρίς να κοιτάξει πίσω, βηματίζοντας όλο και πιο πεπεισμένη για το δίκιο της…
…Τέσσερα χρόνια μετά, η Ελένη στεκόταν μπροστά στην ίδια παλιά πόρτα της πολυκατοικίας, το χρώμα είχε ξεφτίσει ακόμη πιο πολύ. Στο δεξί της χέρι κρατούσε το ζεστό χεράκι του μικρού της, του Μανώλη, τριών ετών, που κοιτούσε την άγνωστη πόρτα με παιδική απορία. Το αριστερό της χέρι, μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει, μα κοκκάλωσε λίγα εκατοστά πριν την πόρτα. Δεν μπορούσε. Ο Μανώλης την τράβηξε δειλά.
Μαμά… μουρμούρισε με ανησυχία.
Η Ελένη κοίταξε το γιο της, μετά τη βαλίτσα που είχε παραπίσω τους: μεγάλη, ταλαιπωρημένη, με ραγισμένο τροχό. Ό,τι είχε απομείνει απ την παλιά της ζωή, τα μεγάλα της όνειρα, τις υποσχέσεις της. Τέσσερα χρόνια μακριά απ’ τους γονείς της, ούτε κλήση, ούτε γράμμα. Πίστευε πως ήταν ανώτερη, καλύτερη, πιο πετυχημένη από αυτούς, με το ταπεινό διαμέρισμά τους και τις απλές χαρές. Τώρα, σ αυτό το κατώφλι, μόνο δάκρυα, αποτυχία κι ηττημένες ελπίδες…
Βρήκε κουράγιο, χτύπησε τρεις φορές αδύναμα. Αμέσως ακούστηκαν βήματα, η πόρτα ξεκλειδώθηκε. Η Νίκη Μαυρογιάννη άνοιξε και σήκωσε τα φρύδια της απορημένη. Η μάνα είχε γεράσει, περισσότερες ρυτίδες, γκρίζα στους κροτάφους.
Είδε το δακρυσμένο πρόσωπο της κόρης της με τη μάσκαρα μουτζουρωμένη, το παιδί κολλημένο στα πόδια της, πρόσεξε τη βαλιστα. Δεν είπε τίποτα, ούτε θύμισε τα σκληρά λόγια του παρελθόντος. Μόνο έκανε στην άκρη κι άφησε την κόρη και τον εγγονό μέσα.
Η Ελένη πέρασε το κατώφλι κι έριξε μια ματιά στο διαμέρισμα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει, μόνο που όλα έμοιαζαν ακόμη πιο παλιά και ξεθωριασμένα. Οι ίδιες ταπετσαρίες, ίδια ντουλάπα, η γνώριμη μυρωδιά οικειότητας που κάποτε κορόιδευε. Ο Μανώλης παρατηρούσε το καινούριο σπίτι με αθώο ενδιαφέρον.
Πήγαινε στην άλλη εκείνη την κάμαρα, Μανώλη, γονάτισε μπροστά του έχει παιχνίδια μέσα, πήγαινε να δεις.
Ο μικρός μπήκε χαρούμενος στο δωμάτιο. Η Ελένη στάθηκε μπροστά στη μάνα της, ήθελε να μιλήσει, να δικαιολογηθεί, αλλά δεν υπήρχαν λόγια, μόνο η πίκρα και οι διαψευσμένες προσδοκίες. Έκανε βήμα μπροστά, μετά άλλο ένα κι έπεσε με λυγμούς στην αγκαλιά της Νίκης. Έκλαιγε με αναφυλητά, μυρίζοντας το ίδιο απορρυπαντικό που θυμόταν από παιδί.
Μανούλα… τραύλισε ανάμεσα στους λυγμούς, μανούλα, συγγνώμη.
Η Νίκη την αγκάλιασε σφιχτά και της χάιδεψε την πλάτη όπως τότε. Η Ελένη έκλαιγε για τις ανόητες φαντασιώσεις της. Έκλαιγε για έναν γάμο που βιάστηκε να κάνει με άνθρωπο που δεν ήξερε. Έκλαιγε για την περηφάνια της, που τόσο καιρό έκρυβε κάτω από περιφρονητικά λόγια για τους γονείς της.
Είχες δίκιο, κατάφερε να ψελλίσει σηκώνοντας το δακρυσμένο της πρόσωπο. Σε όλα είχες δίκιο.
Η μητέρα της δεν απάντησε, μόνο την αγκάλιασε σφιχτά.
Πάμε στην κουζίνα. Θα σου φτιάξω ένα τσάι, είπε απαλά και πήραν αγκαζέ για μέσα.
Η Ελένη σκούπισε τα δάκρυά της κι έκατσε στη γνωστή θέση κάτω απ το παράθυρο. Η Νίκη έβαλε νερό να βράζει και έβγαλε φλυτζάνια. Η Ελένη την πρόσεχε κι αναρωτιόταν πόσα είχε χάσει σ αυτά τα χρόνια.
Ο μπαμπάς; ρώτησε.
Στη δουλειά. Θα γυρίσει σε λίγο, απάντησε η Νίκη, ακουμπώντας μπροστά της το φλυτζάνι.
Η Ελένη κατάπιε έναν κόμπο και άρχισε δειλά:
Είπα τότε πολλά άσχημα… Για φτώχεια, για το σπίτι…
Η Νίκη κάθισε απέναντί της, έπιασε το χέρι της με στοργή.
Το μόνο που μετράει είναι πως είσαι εδώ, ψιθύρισε. Όλα τ άλλα είναι λεπτομέρειες.
Με πρόδωσε, μαμά. Ξέσπασε. Με πέταξε έξω έτσι απλά.
Η μάνα της τη χάιδεψε στο κεφάλι, όπως τότε, παιδί ακόμα.
Τον πίστευα, μαμά, σκούπισε τη μύτη της. Τώρα πώς να τελειώσω τη σχολή; Πώς να χτίσω ξανά τη ζωή μου με ένα παιδί;
Η Νίκη την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά της.
Θα τα καταφέρουμε μωρό μου. Μαζί θα βρούμε τη λύση. Μπορεί να αργήσει, αλλά θα γίνει…
…Μήνες πέρασαν από την επιστροφή. Όλα τα όνειρα της ωραίας ζωής διαλύθηκαν. Ελένη βρισκόταν σ ένα καφέ με δυο φίλες. Η Αναστασία έπαιζε αφηρημένα με το άδειο φλυτζάνι του καφέ της, μουτρώνουσα. Ο Πέτρος παράτησε την Αναστασία πέρυσι, αφήνοντάς της και χρέη στην τράπεζα.
Οι τράπεζες με παίρνουν κάθε μέρα, γκρίνιαξε η Αναστασία. Κι αυτός την έκανε για τη Θεσσαλονίκη.
Η Ελένη κοίταξε προς τη δεύτερη φίλη, τη Μαρίνα, που μεγάλωνε μόνη την κόρη της αφού ο άντρας της δεν τόλμησε να παντρευτεί.
Εμένα τουλάχιστον έφυγε χωρίς χρέη, είπε πικρόχολα η Μαρίνα. Απλώς δεν ήθελε ευθύνες.
Ο δικός μου ήταν έτοιμος μόνο για ευθύνες με άλλες, γελούσε με πίκρα η Ελένη.
Η Αναστασία γέλασε στεγνά.
Τι κουτές που ήμασταν… Νομίζαμε πως βρήκαμε πρίγκιπες από τα παραμύθια.
Και πέσαμε σε γελοίους με χαρτόνια και χρέη, συμπλήρωσε η Μαρίνα.
Η Ελένη άκουγε και σκεφτόταν πόσο έμοιαζαν όλες τους: τρεις νέες γυναίκες με όνειρα σπασμένα, μοίρες στο πάτωμα, σ ένα φτηνό καφέ κάποιας συνοικίας της Αθήνας.
Άντε, αρκετά κλάψαμε! φώναξε ξαφνικά η Αναστασία και χτύπησε το τραπέζι. Τουλάχιστον ένα γλυκό θα το παραγγείλουμε.
Η Ελένη χαμογέλασε, φωνάζοντας τον σερβιτόρο. Μια μικρή παρηγοριά, κάπου ανάμεσα στα βάρη που κουβαλούσε.
Το βράδυ, η Ελένη γύρισε σπίτι περπατώντας στους γνώριμους δρόμους του Νέου Κόσμου. Άνοιξε ήσυχα την πόρτα, αφουγκράστηκε τις φωνές από μέσα. Άκουσε παιδικά γέλια και τους γονείς μέσα να συζητούν γλυκά.
Στάθηκε στη πόρτα του σαλονιού: ο Γιώργος έφτιαχνε έναν πύργο με ξύλινα τουβλάκια στο πάτωμα, ο Μανώλης χτυπούσε παλαμάκια κάθε φορά που τελείωνε. Η Νίκη στολίζοντας, πλεκόταν κουβερτούλα και γελούσε χαμογελαστή.
Η Ελένη το έβλεπε αυτό και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της. Θυμήθηκε πόσο γελούσε ειρωνικά γι αυτό το σπίτι, γι αυτές τις απλές χαρές, πώς είχε φύγει με ύφος ξεχωριστής.
Τώρα έβλεπε ξεκάθαρα ό,τι δεν είχε δει τότε, τυφλωμένη από την περηφάνια της. Οι γονείς της, τριάντα χρόνια μαζί, αδιαίρετοι. Ξεπέρασαν τις κρίσεις, την ανεργία, τις δύσκολες εποχές. Είχαν το δικό τους σπίτι μικρό, παλιό, μα δικό τους. Σταθερή δουλειά και αγάπη για όλη την οικογένεια.
Ναι, δεν πήγαιναν κάθε καλοκαίρι παραλίες, ούτε είχαν σπορ αυτοκίνητα κι επώνυμα ρούχα. Μα είχαν οικογένεια αληθινή, που έμενε ενωμένη στο δύσκολο καιρό.
Κι η Ελένη είχε μείνει μόνη, με ένα παιδί στην αγκαλιά και πληγωμένη καρδιά. Η περηφάνια της μούγκριζε μέσα της, πάλευε να μη δεχτεί την αλήθεια. Είναι προσωρινά, της έλεγε. Μα ήδη καταλάβαινε πικρά ότι η χαμένη σ αυτή την ιστορία δεν ήταν η μαμά της με το ταπεινό της σπίτι ούτε ο πατέρας της που κάθε βράδυ έφερνε στο σπίτι ψωμάκι. Η χαμένη ήταν η ίδια, που κυνήγησε το φανταχτερό περιτύλιγμα και έχασε τα πάντα.





