Η Όλγα όλη μέρα ετοιμαζόταν για τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς: καθάριζε, μαγείρευε, έστρωνε το τραπέζι. Ήταν η πρώτη της Πρωτοχρονιά χωρίς τους γονείς, αλλά με τον αγαπημένο της. Εδώ και τρεις μήνες ζούσε με τον Τόλη στο διαμέρισμά του. Ήταν 15 χρόνια μεγαλύτερός της, είχε περάσει διαζύγιο, πλήρωνε διατροφή και του άρεσε να πίνει καμιά φορά… Μα όλα αυτά, δεν μετράνε όταν αγαπάς κάποιον. Κανείς δεν καταλάβαινε τι της βρήκε – δεν ήταν εμφανίσιμος, ούτε όμορφος, μάλλον άσχημος, με δύσκολο χαρακτήρα, τσιγκούνης και πάντα χωρίς λεφτά, κι αν είχε, μόνο για τον εαυτό του. Κι όμως, αυτή ερωτεύτηκε αυτό το «θαύμα-Γιάννη». Η Όλγα τρεις μήνες πίστευε πως ο Τόλης θα εκτιμήσει πόσο υπομονετική και νοικοκυρά είναι και θα τη θελήσει για γυναίκα του. Της έλεγε: «Πρέπει να ζήσουμε μαζί, να δω αν είσαι καλή νοικοκυρά. Μη βγω όπως με την πρώην μου». Ποια ήταν η πρώην του, η Όλγα δεν ήξερε – ποτέ δεν μιλούσε ξεκάθαρα. Έτσι προσπαθούσε, έδινε τον καλύτερό της εαυτό: δεν φώναζε αν ερχόταν μεθυσμένος, μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε, αγόραζε ψώνια με δικά της χρήματα (μην νομίσει πως είναι συμφεροντολόγα). Και το γιορτινό τραπέζι εκείνη το έστρωσε, κι ακόμα του αγόρασε και καινούριο κινητό δώρο. Ενώ η Όλγα ετοίμαζε τη γιορτή, ο «θαύμα-Γιάννης» της ετοίμαζε το… δικό του ρεβεγιόν: μέθυσε με φίλους. Ήρθε στο σπίτι σχεδόν μεθυσμένος και είπε πως για την Πρωτοχρονιά θα έρθουν οι φίλοι του, που εκείνη δεν ήξερε. Η Όλγα είχε στρώσει το τραπέζι, έμενε μια ώρα για τη χρονιά να αλλάξει. Η διάθεσή της είχε χαλάσει, αλλά κρατήθηκε, για να μην του πει τίποτα – δεν ήθελε να γίνει όπως η πρώην του. Μισή ώρα πριν το 2024, μπουκάρει στο σπίτι μια μεθυσμένη παρέα ανδρών και γυναικών. Ο Τόλης πετάχτηκε από τη χαρά του, τους κάθισε στο τραπέζι κι άρχισαν το γλέντι. Ούτε καν τη σύστησε στους καλεσμένους – κανείς δεν της έδωσε σημασία, απλώς κάθονταν, έπιναν κι έκαναν τα δικά τους αστεία. Όταν η Όλγα είπε ότι μένουν δύο λεπτά για την αλλαγή χρόνου κι ότι πρέπει να γεμίσουν τα ποτήρια με σαμπάνια, την κοίταξαν λες κι ήταν απρόσκλητος επισκέπτης. «Και αυτή ποια είναι;» ρώτησε μια μεθυσμένη. «Συγκάτοικος στο κρεβάτι», απάντησε γελώντας ο Τόλης, και μαζί του γέλασαν όλοι. Έτρωγαν τα φαγητά που εκείνη είχε μαγειρέψει και την κορόιδευαν. Τα μεσάνυχτα γέλαγαν με την αθωότητά της και συγχαίρανε τον Τόλη για το «κόλπο» του – βρήκε τσάμπα μαγείρισσα και καθαρίστρια. Ο Τόλης δεν την υπερασπίστηκε – γελούσε μαζί τους, χορταίνοντας από τα φαγητά της και «σκούπιζε τα πόδια του πάνω της». Η Όλγα βγήκε από το δωμάτιο, μάζεψε τα πράγματά της και γύρισε στους γονείς της. Τέτοια απαίσια Πρωτοχρονιά δεν είχε ξαναζήσει. Η μαμά της είπε το κλασικό «εγώ σε προειδοποίησα», ο πατέρας ανακούφισμένος αναστέναξε και η Όλγα, αφού έκλαψε την πίκρα της, έβγαλε τα ροζ γυαλιά. Μια βδομάδα αργότερα, μόλις τέλειωσαν τα λεφτά του Τόλη, της χτυπάει την πόρτα και λέει λες και δεν τρέχει τίποτα: «Γιατί έφυγες; Έθιξες, δηλαδή;» – κι όταν είδε πως δεν πρόκειται να συμβιβαστεί, πέρασε στην επίθεση: «Καλά τα κατάφερες – εσύ ξεκουράζεσαι με τη μαμά και τον μπαμπά κι εγώ δεν έχω ούτε ψίχουλα στο ψυγείο! Έγινες σαν την πρώην μου!». Από τη θρασύτητά του η Όλγα τα έχασε. Εκατοντάδες φορές είχε σκεφτεί να του τα πει όλα, μα τώρα δεν ήξερε τι να πει. Το μόνο που κατάφερε ήταν να τον στείλει στο διάολο και να του κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Έτσι, για την Όλγα, η νέα χρονιά ξεκίνησε με μια νέα ζωή.

31 Δεκεμβρίου
Δεν θυμάμαι να έχω νιώσει ποτέ τόση αγωνία για την παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έτρεχα όλη μέρα καθάριζα το σπίτι, έφτιαχνα μεζέδες, στόλιζα το τραπέζι. Ήταν η πρώτη μου Πρωτοχρονιά μακριά από τους γονείς μου, δίπλα στον άνθρωπο που αγαπώ.

Έχω ήδη τρεις μήνες που ζω με τον Στέφανο στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη. Είναι δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός μου, έχει πίσω του ένα διαζύγιο, πληρώνει διατροφή και πίνει πού και πού πάνω από το κανονικό αλλά όλα αυτά μου φαίνονταν ασήμαντα όταν σ έναν άνθρωπο έχει χτυπήσει η καρδιά σου. Κανείς δεν καταλάβαινε γιατί τον ερωτεύτηκα: ούτε όμορφος, ίσα-ίσα θα έλεγα άχαρος, με χαρακτήρα δύστροπο, τσιγκούνης όσο δεν πάει και, αν είχε λεφτά, ήταν μόνο για τον εαυτό του. Με αυτόν τον περίεργο μπλέχτηκα.

Τους τρεις μήνες ελπίζω ότι ο Στέφανος θα καταλάβει πόσο ήσυχη και νοικοκυρά είμαι και ίσως το δει σοβαρά μεταξύ μας. Μου έλεγε: «Να ζήσουμε λίγο μαζί, να δω αν είσαι καλή νοικοκυρά. Μην είσαι σαν την πρώην μου» Μα πώς ακριβώς ήταν η πρώην του δεν κατάλαβα ποτέ, δεν εξηγούσε. Έτσι εγώ, στο φουλ: δεν του λέω τίποτα όταν γυρίζει μεθυσμένος, μαγειρεύω, πλένω, καθαρίζω, αγοράζω τρόφιμα με δικά μου χρήματα (μην τυχόν και νομίσει πως είμαι συμφεροντολόγα). Και το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι το έστρωσα με δικά μου λεφτά. Ακόμα και το δώρο του ένα καινούριο κινητό εγώ του το πήρα.

Ενώ εγώ έτρεχα για την ετοιμασία, ο θαυμάσιος Στέφανος ετοιμάστηκε… με τον δικό του τρόπο. Δηλαδή, το ριξε στο τσίπουρο με τους φίλους του. Ήρθε κατά τις δέκα σπίτι, χαρωπός, ανακοινώνοντας ότι θα ρθουν κι οι φίλοι του, για να γιορτάσουμε μαζί. Φίλοι του, άγνωστοι σε μένα. Εγώ είχα τελειώσει το στρώσιμο, έμενε μία ώρα για τη νέα χρονιά. Είχα στραβώσει μ αυτά, αλλά κράτησα τον εαυτό μου δεν ήθελα να γίνω σαν την πρώην του.

Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα, κατέφθασε μια μεθυσμένη παρέα, άντρες και γυναίκες. Ο Στέφανος κατευχαριστημένος έβαλε όλους στο τραπέζι και το μεθύσι καλά κρατούσε. Εμένα, όχι μόνο δε με σύστησε, αλλά ούτε που με παρατήρησε κανείς κάθονταν εκεί, έπιναν και γελούσαν μόνοι τους, λες και δεν υπήρχα. Όταν είπα ότι σε δύο λεπτά αλλάζει ο χρόνος και να κεράσουμε σαμπάνια, με κοιτούσαν λες και ήμουν απρόσκλητη.

Και ποια είναι αυτή; ρώτησε θολά μια γυναίκα.

Συγκάτοικος στο κρεβάτι! γέλασε ο Στέφανος, και μεμιάς γέλασαν όλοι μαζί του.

Έτρωγαν το φαγητό που εγώ είχα μαγειρέψει, έκαιγαν και ταυτόχρονα με ειρωνεύονταν. Με τα μεσάνυχτα, χαχανίζαν πάνω στην αφέλειά μου και επαινούσαν το έξυπνο κόλπο του Στέφανου: Μπράβο, ρε φίλε, βρήκες τσάμπα μαγείρισσα και καθαρίστρια!. Κι εκείνος ούτε καν σκέφτηκε να με υπερασπιστεί, γελούσε με τους άλλους. Έτρωγε το φαγητό που πλήρωσα και μαγείρεψα εγώ και με ποδοπατούσε χωρίς τύψεις.

Σηκώθηκα ήσυχα, πήρα δυο ρούχα και έφυγα με τις βαλίτσες στου γονείς μου, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ποτέ δεν πέρασα χειρότερη Πρωτοχρονιά. Η μαμά μου είπε το κλασικό: «Εγώ σου τα λεγα» και ο πατέρας αναστέναξε με ανακούφιση. Έκλαψα τη στεναχώρια μου και επιτέλους είδα τα πράγματα όπως είναι.

Ένα βράδυ, σχεδόν μια εβδομάδα μετά, έρχεται ο Στέφανος να με βρει. Μόλις του τέλειωσαν τα λεφτά. Με βλέπει και λέει σα να μην έγινε τίποτα:

Καλά, γιατί έφυγες δηλαδή, Παρέξταρες; και, μόλις κατάλαβε ότι δεν θα του κάνω το χατίρι, αρχίζει να απαιτεί: Μπράβο, ωραία τα κατάφερες, εγώ πεινάω κι εσύ στον μπαμπά και τη μαμά έξω καρδιά! Ξεκίνησες να μου μοιάζεις στην πρώην μου.

Έμεινα να τον κοιτάζω, μου κοψε η φωνή από το θράσος του. Σκεφτόμουν τόσες μέρες τι θα του πω, και τώρα δεν έβγαινε τίποτα. Το μόνο που κατάφερα, ήταν να του πω μια βαριά κουβέντα και να του κλείσω την πόρτα κατάμουτρα.

Έτσι, με τη νέα χρονιά, ξεκίνησα κι εγώ καινούργια ζωή.

Oceń artykuł
Η Όλγα όλη μέρα ετοιμαζόταν για τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς: καθάριζε, μαγείρευε, έστρωνε το τραπέζι. Ήταν η πρώτη της Πρωτοχρονιά χωρίς τους γονείς, αλλά με τον αγαπημένο της. Εδώ και τρεις μήνες ζούσε με τον Τόλη στο διαμέρισμά του. Ήταν 15 χρόνια μεγαλύτερός της, είχε περάσει διαζύγιο, πλήρωνε διατροφή και του άρεσε να πίνει καμιά φορά… Μα όλα αυτά, δεν μετράνε όταν αγαπάς κάποιον. Κανείς δεν καταλάβαινε τι της βρήκε – δεν ήταν εμφανίσιμος, ούτε όμορφος, μάλλον άσχημος, με δύσκολο χαρακτήρα, τσιγκούνης και πάντα χωρίς λεφτά, κι αν είχε, μόνο για τον εαυτό του. Κι όμως, αυτή ερωτεύτηκε αυτό το «θαύμα-Γιάννη». Η Όλγα τρεις μήνες πίστευε πως ο Τόλης θα εκτιμήσει πόσο υπομονετική και νοικοκυρά είναι και θα τη θελήσει για γυναίκα του. Της έλεγε: «Πρέπει να ζήσουμε μαζί, να δω αν είσαι καλή νοικοκυρά. Μη βγω όπως με την πρώην μου». Ποια ήταν η πρώην του, η Όλγα δεν ήξερε – ποτέ δεν μιλούσε ξεκάθαρα. Έτσι προσπαθούσε, έδινε τον καλύτερό της εαυτό: δεν φώναζε αν ερχόταν μεθυσμένος, μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε, αγόραζε ψώνια με δικά της χρήματα (μην νομίσει πως είναι συμφεροντολόγα). Και το γιορτινό τραπέζι εκείνη το έστρωσε, κι ακόμα του αγόρασε και καινούριο κινητό δώρο. Ενώ η Όλγα ετοίμαζε τη γιορτή, ο «θαύμα-Γιάννης» της ετοίμαζε το… δικό του ρεβεγιόν: μέθυσε με φίλους. Ήρθε στο σπίτι σχεδόν μεθυσμένος και είπε πως για την Πρωτοχρονιά θα έρθουν οι φίλοι του, που εκείνη δεν ήξερε. Η Όλγα είχε στρώσει το τραπέζι, έμενε μια ώρα για τη χρονιά να αλλάξει. Η διάθεσή της είχε χαλάσει, αλλά κρατήθηκε, για να μην του πει τίποτα – δεν ήθελε να γίνει όπως η πρώην του. Μισή ώρα πριν το 2024, μπουκάρει στο σπίτι μια μεθυσμένη παρέα ανδρών και γυναικών. Ο Τόλης πετάχτηκε από τη χαρά του, τους κάθισε στο τραπέζι κι άρχισαν το γλέντι. Ούτε καν τη σύστησε στους καλεσμένους – κανείς δεν της έδωσε σημασία, απλώς κάθονταν, έπιναν κι έκαναν τα δικά τους αστεία. Όταν η Όλγα είπε ότι μένουν δύο λεπτά για την αλλαγή χρόνου κι ότι πρέπει να γεμίσουν τα ποτήρια με σαμπάνια, την κοίταξαν λες κι ήταν απρόσκλητος επισκέπτης. «Και αυτή ποια είναι;» ρώτησε μια μεθυσμένη. «Συγκάτοικος στο κρεβάτι», απάντησε γελώντας ο Τόλης, και μαζί του γέλασαν όλοι. Έτρωγαν τα φαγητά που εκείνη είχε μαγειρέψει και την κορόιδευαν. Τα μεσάνυχτα γέλαγαν με την αθωότητά της και συγχαίρανε τον Τόλη για το «κόλπο» του – βρήκε τσάμπα μαγείρισσα και καθαρίστρια. Ο Τόλης δεν την υπερασπίστηκε – γελούσε μαζί τους, χορταίνοντας από τα φαγητά της και «σκούπιζε τα πόδια του πάνω της». Η Όλγα βγήκε από το δωμάτιο, μάζεψε τα πράγματά της και γύρισε στους γονείς της. Τέτοια απαίσια Πρωτοχρονιά δεν είχε ξαναζήσει. Η μαμά της είπε το κλασικό «εγώ σε προειδοποίησα», ο πατέρας ανακούφισμένος αναστέναξε και η Όλγα, αφού έκλαψε την πίκρα της, έβγαλε τα ροζ γυαλιά. Μια βδομάδα αργότερα, μόλις τέλειωσαν τα λεφτά του Τόλη, της χτυπάει την πόρτα και λέει λες και δεν τρέχει τίποτα: «Γιατί έφυγες; Έθιξες, δηλαδή;» – κι όταν είδε πως δεν πρόκειται να συμβιβαστεί, πέρασε στην επίθεση: «Καλά τα κατάφερες – εσύ ξεκουράζεσαι με τη μαμά και τον μπαμπά κι εγώ δεν έχω ούτε ψίχουλα στο ψυγείο! Έγινες σαν την πρώην μου!». Από τη θρασύτητά του η Όλγα τα έχασε. Εκατοντάδες φορές είχε σκεφτεί να του τα πει όλα, μα τώρα δεν ήξερε τι να πει. Το μόνο που κατάφερε ήταν να τον στείλει στο διάολο και να του κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Έτσι, για την Όλγα, η νέα χρονιά ξεκίνησε με μια νέα ζωή.