31 Δεκεμβρίου
Δεν θυμάμαι να έχω νιώσει ποτέ τόση αγωνία για την παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έτρεχα όλη μέρα καθάριζα το σπίτι, έφτιαχνα μεζέδες, στόλιζα το τραπέζι. Ήταν η πρώτη μου Πρωτοχρονιά μακριά από τους γονείς μου, δίπλα στον άνθρωπο που αγαπώ.
Έχω ήδη τρεις μήνες που ζω με τον Στέφανο στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη. Είναι δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός μου, έχει πίσω του ένα διαζύγιο, πληρώνει διατροφή και πίνει πού και πού πάνω από το κανονικό αλλά όλα αυτά μου φαίνονταν ασήμαντα όταν σ έναν άνθρωπο έχει χτυπήσει η καρδιά σου. Κανείς δεν καταλάβαινε γιατί τον ερωτεύτηκα: ούτε όμορφος, ίσα-ίσα θα έλεγα άχαρος, με χαρακτήρα δύστροπο, τσιγκούνης όσο δεν πάει και, αν είχε λεφτά, ήταν μόνο για τον εαυτό του. Με αυτόν τον περίεργο μπλέχτηκα.
Τους τρεις μήνες ελπίζω ότι ο Στέφανος θα καταλάβει πόσο ήσυχη και νοικοκυρά είμαι και ίσως το δει σοβαρά μεταξύ μας. Μου έλεγε: «Να ζήσουμε λίγο μαζί, να δω αν είσαι καλή νοικοκυρά. Μην είσαι σαν την πρώην μου» Μα πώς ακριβώς ήταν η πρώην του δεν κατάλαβα ποτέ, δεν εξηγούσε. Έτσι εγώ, στο φουλ: δεν του λέω τίποτα όταν γυρίζει μεθυσμένος, μαγειρεύω, πλένω, καθαρίζω, αγοράζω τρόφιμα με δικά μου χρήματα (μην τυχόν και νομίσει πως είμαι συμφεροντολόγα). Και το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι το έστρωσα με δικά μου λεφτά. Ακόμα και το δώρο του ένα καινούριο κινητό εγώ του το πήρα.
Ενώ εγώ έτρεχα για την ετοιμασία, ο θαυμάσιος Στέφανος ετοιμάστηκε… με τον δικό του τρόπο. Δηλαδή, το ριξε στο τσίπουρο με τους φίλους του. Ήρθε κατά τις δέκα σπίτι, χαρωπός, ανακοινώνοντας ότι θα ρθουν κι οι φίλοι του, για να γιορτάσουμε μαζί. Φίλοι του, άγνωστοι σε μένα. Εγώ είχα τελειώσει το στρώσιμο, έμενε μία ώρα για τη νέα χρονιά. Είχα στραβώσει μ αυτά, αλλά κράτησα τον εαυτό μου δεν ήθελα να γίνω σαν την πρώην του.
Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα, κατέφθασε μια μεθυσμένη παρέα, άντρες και γυναίκες. Ο Στέφανος κατευχαριστημένος έβαλε όλους στο τραπέζι και το μεθύσι καλά κρατούσε. Εμένα, όχι μόνο δε με σύστησε, αλλά ούτε που με παρατήρησε κανείς κάθονταν εκεί, έπιναν και γελούσαν μόνοι τους, λες και δεν υπήρχα. Όταν είπα ότι σε δύο λεπτά αλλάζει ο χρόνος και να κεράσουμε σαμπάνια, με κοιτούσαν λες και ήμουν απρόσκλητη.
Και ποια είναι αυτή; ρώτησε θολά μια γυναίκα.
Συγκάτοικος στο κρεβάτι! γέλασε ο Στέφανος, και μεμιάς γέλασαν όλοι μαζί του.
Έτρωγαν το φαγητό που εγώ είχα μαγειρέψει, έκαιγαν και ταυτόχρονα με ειρωνεύονταν. Με τα μεσάνυχτα, χαχανίζαν πάνω στην αφέλειά μου και επαινούσαν το έξυπνο κόλπο του Στέφανου: Μπράβο, ρε φίλε, βρήκες τσάμπα μαγείρισσα και καθαρίστρια!. Κι εκείνος ούτε καν σκέφτηκε να με υπερασπιστεί, γελούσε με τους άλλους. Έτρωγε το φαγητό που πλήρωσα και μαγείρεψα εγώ και με ποδοπατούσε χωρίς τύψεις.
Σηκώθηκα ήσυχα, πήρα δυο ρούχα και έφυγα με τις βαλίτσες στου γονείς μου, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ποτέ δεν πέρασα χειρότερη Πρωτοχρονιά. Η μαμά μου είπε το κλασικό: «Εγώ σου τα λεγα» και ο πατέρας αναστέναξε με ανακούφιση. Έκλαψα τη στεναχώρια μου και επιτέλους είδα τα πράγματα όπως είναι.
Ένα βράδυ, σχεδόν μια εβδομάδα μετά, έρχεται ο Στέφανος να με βρει. Μόλις του τέλειωσαν τα λεφτά. Με βλέπει και λέει σα να μην έγινε τίποτα:
Καλά, γιατί έφυγες δηλαδή, Παρέξταρες; και, μόλις κατάλαβε ότι δεν θα του κάνω το χατίρι, αρχίζει να απαιτεί: Μπράβο, ωραία τα κατάφερες, εγώ πεινάω κι εσύ στον μπαμπά και τη μαμά έξω καρδιά! Ξεκίνησες να μου μοιάζεις στην πρώην μου.
Έμεινα να τον κοιτάζω, μου κοψε η φωνή από το θράσος του. Σκεφτόμουν τόσες μέρες τι θα του πω, και τώρα δεν έβγαινε τίποτα. Το μόνο που κατάφερα, ήταν να του πω μια βαριά κουβέντα και να του κλείσω την πόρτα κατάμουτρα.
Έτσι, με τη νέα χρονιά, ξεκίνησα κι εγώ καινούργια ζωή.



