31 Δεκέμβρη
Όλη μέρα ετοιμαζόμουν για την Πρωτοχρονιά: καθάριζα, μαγείρευα, στόλιζα το τραπέζι. Ήταν η πρώτη μου Πρωτοχρονιά χωρίς τους γονείς, μα με τον άνθρωπο που πίστευα ότι αγαπώ.
Έμενα ήδη τρεις μήνες με τον Περικλή, στο διαμέρισμά του στα Πατήσια. Μεγαλύτερος από μένα δεκαπέντε χρόνια, χωρισμένος, με παιδί και διατροφή, και καμιά φορά το κρασάκι του το έπινε λιγάκι παραπάνω… Αλλά όταν ερωτεύεσαι, όλα τα άλλα μοιάζουν ασήμαντα. Κανείς δεν καταλάβαινε πώς ακριβώς τον αγάπησα: δεν ήταν και κανένα μοντέλο – μάλλον ό,τι νά 'ναι, με χαρακτήρα δύσκολο, τσιγκούνης απίστευτα, και λεφτά πάντα με το σταγονόμετρο. Κι αν είχε λίγα, πάλι για την πάρτη του τα κράταγε. Κι όμως, εμένα αυτός ο τύπος μ έριξε στα δίχτυα του.
Τρεις μήνες τώρα έκανα τα πάντα για να δει ο Περικλής τί καλή και νοικοκυρά είμαι, μήπως και θελήσει να με παντρευτεί. Εξάλλου, αυτός το λεγε: «Πρέπει να μείνουμε λίγο μαζί, να σε τσεκάρω πώς τα πας με το σπίτι. Μη βγει καμιά ίδια με την πρώην μου». Τι σόι ήταν η πρώην του, ακόμα δεν κατάλαβα ποτέ δεν μου είπε κουβέντα της προκοπής. Έτσι κι εγώ έδινα τον καλύτερο εαυτό μου: δεν του έλεγα κουβέντα όταν γυρνούσε μεθυσμένος, μαγείρευα, έπλενα, καθάριζα, αγόραζα τρόφιμα με δικά μου λεφτά (μη και νομίσει πως είμαι συμφεροντολόγα). Το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι το έστρωσα από το υστέρημά μου. Μέχρι και καινούργιο κινητό του πήρα δώρο.
Όσο ετοίμαζα τα πάντα για τη βραδιά μας, ο «θαυματουργός» Περικλής είχε βρει το δικό του τρόπο να ετοιμαστεί: ήπιε με τους φίλους του στη γειτονιά. Γύρισε στο διαμέρισμα γεμάτος κέφι και μου ανακοίνωσε πως θα έρθουν κι οι φίλοι του για την Πρωτοχρονιά. Δικοί του φίλοι, άγνωστοι για μένα. Είχα ήδη στρώσει το τραπέζι, μέτραγα αντίστροφα, μια ώρα πριν το νέο έτος. Η διάθεση μου χάλασε, αλλά κρατήθηκα: δεν θα έλεγα τίποτα, δεν ήθελα να γίνω «σαν την πρώην του».
Μισή ώρα πριν αλλάξει ο χρόνος, ορμάνε μέσα στο σαλόνι του Περικλή μια παρέα μεθυσμένη, άντρες και γυναίκες μαζί. Εκείνος έλαμψε, τους κάθισε όλους στο τραπέζι και άρχισε το ποτό. Εμένα ούτε που με σύστησε – ήμουν αόρατη, σαν να μην υπήρχα. Αυτοί μιλούσαν μεταξύ τους, γελούσαν μόνοι τους. Όταν θύμισα πως έμεναν δυο λεπτά για την αλλαγή του χρόνου και προτείνα να γεμίσουμε τα ποτήρια με σαμπάνια, με κοίταξαν λες και ήμουν απρόσκλητη.
– Και ποια είναι αυτή; ρώτησε μια μεθυσμένη κοπέλα.
– Η συγκάτοικος στο κρεβάτι, γέλασε δυνατά ο Περικλής κι όλη η παρέα μαζί του.
Έτρωγαν όσα είχα μαγειρέψει κι απ πάνω με χλεύαζαν. Με την αλλαγή του χρόνου, γελούσαν με την απλοϊκότητά μου και έλεγαν στον Περικλή «μπράβο για το κόλπο – βρήκες δωρεάν μαγείρισσα και καθαρίστρια». Ο ίδιος, δεν με υπερασπίστηκε καν. Έτρωγε, γελούσε, χωρίς να δίνει σημασία. Ήμουν το χαλί τους, πάνω μου ξέσπαγαν όλοι.
Με τα χίλια ζόρια βρήκα το κουράγιο, μάζεψα τα πράγματα μου αθόρυβα κι έφυγα για το σπίτι των δικών μου. Τέτοια Πρωτοχρονιά δεν είχα ξαναζήσει ποτέ. Η μάνα μου το μόνο που είπε ήταν: «Εγώ στα λεγα», ο πατέρας αναστέναξε ανακουφισμένος, κι εγώ ξεπλένοντας τα μάτια μου από τα δάκρυα, αποφάσισα να βγάλω τα «ροζ γυαλιά» οριστικά.
Μια βδομάδα μετά, μόλις του τελείωσαν τα ευρώ, ήρθε σπίτι μου χωρίς ντροπή και ρώτησε:
– Γιατί έφυγες; Στεναχωρήθηκες; Κι όταν είδε ότι δεν επρόκειτο να τα βρούμε, το άλλαξε:
– Αυτό είναι, ε; Εσύ κάθεσαι άνετα στη μαμά σου, κι εγώ δεν έχω ούτε ψίχουλο στο ψυγείο! Έτσι ακριβώς έκανε κι η πρώην!
Από το θράσος του, έμεινα άφωνη. Πόσες φορές δεν είχα φανταστεί να του τα πω όλα… κι όμως, το μόνο που κατάφερα ήταν να τον στείλω από εκεί που ήρθε με δυο λόγια και να κλείσω την πόρτα πίσω του.
Έτσι, ξεκίνησα τη χρονιά μου με το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο πολύτιμο μάθημα: Να αγαπάω εμένα πάνω απ όλα.




