Η Ψευδαίσθηση της Προδοσίας

Η ψευδαίσθηση της προδοσίας

Θέλεις αλήθεια να έρθω μαζί σου; Ο Σταύρος έγειρε λίγο το κεφάλι του και κοίταξε τη Λυδία με ένα θερμό, αλλά κάπως πειραχτικό χαμόγελο. Τα μάτια του έλαμπαν από περιέργεια, και η φωνή του είχε μια νότα έκπληξης. Θέλω, φυσικά, να γνωρίσω την οικογένειά σου, αλλά…

Εννοείται, η Λυδία ίσιωσε μια τούφα από τα μαλλιά της, τα μάγουλά της κοκκίνισαν από αμηχανία κι έτεινε το χέρι της, μπλέκοντας προσεκτικά τα δάχτυλά της με τα δικά του. Πρέπει να σε δουν! Τους έχω μιλήσει τόσο πολύ για σένα που η μαμά, νομίζω, σε θεωρεί ήδη σχεδόν μέλος της οικογένειας. Χθες με ρώτησε τι φαγητά προτιμάς! Μπορείς να το φανταστείς;

Ο Σταύρος χαμογέλασε, χωρίς να αντιδράσει περαιτέρω. Του άρεσε αυτό το αίσθημα, ότι η Λυδία ένιωθε περήφανη γι αυτόν τόσο ανοιχτά. Είκοσι χρονών, με ενέργεια που ξεχείλιζε, ένα πηγαίο χαμόγελο και μια ματιά που λαμποκοπούσε όταν τον κοιτούσε, του φαινόταν σαν κάτι φρέσκο, αληθινό σαν την πρώτη ανοιξιάτικη μέρα μετά από μακρύ χειμώνα. Δεν είχε καν αντιληφθεί πώς, μέσα σε μερικούς μήνες σχέσης, άρχισε να νιώθει κομμάτι του κόσμου της ενός κόσμου γεμάτου γέλιο, αυθόρμητες βόλτες και ανεξάντλητη αισιοδοξία.

Η Κυριακή ήρθε ηλιόλουστη, αλλά δροσερή ο αέρας γεμάτος φρεσκάδα υπενθύμιζε πως το φθινόπωρο πλησιάζει, και ο ουρανός απέραντος, γαλανός. Η Λυδία φόρεσε το αγαπημένο της φόρεμα με τα μικρά λουλούδια ανάλαφρο, τονίζοντας τη νεανική της αύρα. Ο Σταύρος διάλεξε τζιν και ένα πουκάμισο, ούτε ιδιαίτερα επίσημο, ούτε ατημέλητο, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο σεβασμό προς τους δικούς της και το δικό του προσωπικό στυλ. Στο δρόμο εκείνη τον κοίταζε συχνά, σα να σιγουρευόταν πως είναι ακόμη μαζί της, πως δεν το έχει μετανιώσει. Τα δάχτυλά της έπαιζαν νευρικά με το τελείωμα του φορέματός της, το βλέμμα συνεχώς επέστρεφε στο πρόσωπό του.

Αγχώνεσαι; ρώτησε ο Σταύρος διακρίνοντας το άγχος στην κίνηση και τις ανάσες της. Έσφιξε απαλά το χέρι της, θέλοντας να της μεταδώσει τη δική του ηρεμία.

Λίγο, παραδέχτηκε, χαμηλώνοντας το βλέμμα της. Είναι… σημαντικό, καταλαβαίνεις; Θέλω να πάνε όλα τέλεια! Είμαι σίγουρη, θα αρέσεις στους γονείς μου! Απλώς υπάρχει και η Σοφία… Η αδερφή μου… Ζηλεύει! Δεν έχει κανέναν στη ζωή της αυτή την περίοδο. Και φοβάμαι…

Η Σοφία ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη ψηλή, λεπτή, μαλλιά σκούρα δεμένα σε προσεγμένη αλογοουρά. Ήταν στο τελευταίο έτος στη σχολή της, ταυτόχρονα δούλευε σε ένα γραφείο στον Πειραιά, μαθαίνοντας το επάγγελμα. Τόσο ώριμη, τόσο σοβαρή… Και αν αρέσει στον Σταύρο; Αυτή η σκέψη την τρόμαζε.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμα στα Ιλίσια, η Λυδία παρατήρησε αμέσως τη Σοφία: πιο στημένη από ποτέ, φόρεμα με έντονο ντεκολτέ, γόβες, διακριτικό μακιγιάζ που τόνιζε τα χαρακτηριστικά της. Ήταν μπροστά στον καθρέφτη, ασχολούταν με τα σκουλαρίκια της. Η ατμόσφαιρα πάγωσε.

Ω, η φωνή της Σοφίας ακούστηκε κρύα, μακρινή, με ένα ελαφρύ τέντωμα στα φρύδια. Ήρθατε νωρίς. Σας περιμέναμε σε καμιά ώρα.

Τελειώσαμε νωρίτερα, απάντησε αυστηρότερα η Λυδία, η φωνή τρεμούλιασε. Εσύ βιαζόσουν κάπου;

Ναι, βγαίνω με φίλες σε ένα μαγαζί στη Γλυφάδα. Ήθελα να φύγω πριν έρθετε.

Ο Σταύρος, που παρατηρούσε τον χώρο γύρω του ήσυχα ως τότε, προσπάθησε να εξομαλύνει την ένταση:

Είστε πολύ όμορφη.

Η Λυδία ένιωσε το στομάχι της να κλείνει. Ήξερε αυτόν τον τόνο ειλικρινής, με ξεκάθαρο θαυμασμό. Και ήξερε πόσο εύκολα η αδερφή της κέρδιζε εντυπώσεις. Η καρδιά της άρχισε να καλπάζει, τα χέρια της ιδρωμένα.

Ευχαριστώ, απάντησε η Σοφία με μικρό χαμόγελο, αλλά το βλέμμα της έμεινε ουδέτερο. Δεν είχε την πρόθεση να φλερτάρει απλά αποδέχτηκε το κομπλιμέντο, σαν να ήταν αναμενόμενο.

Αυτό αρκούσε. Η Λυδία πνίγηκε στην ξαφνική, παρορμητική ζήλια της.

Μα φυσικά, είπε φωναχτά, ο τόνος της αιχμηρός. Πρέπει πάντα να είσαι το κέντρο της προσοχής! Ακόμη και τώρα που φέρνω τον φίλο μου να γνωρίσει την οικογένεια. Λες και είναι διαγωνισμός…

Λυδία, στέναξε η Σοφία, η υπομονή της εξαντλημένη. Δεν σχεδίαζα καν να σε γνωρίσω. Θα έφευγα. Εσύ τα κάνεις όλα πολύπλοκα.

Ετσι ντυμένη; Για να βγεις με φίλες; η Λυδία βήμα μπροστά, τα μάτια της φλογισμένα. Μη λες ψέματα! Το κάνεις για να εντυπωσιάσεις τον Σταύρο. Ζηλεύεις που έχω σχέση και εσύ όχι;

Μια χαρά ντύνομαι κάθε μέρα έτσι. Είναι δική μου υπόθεση. Και μην μου προσάπτεις τα δικά σου συμπλέγματα, είπε η Σοφία, σφίγγοντας τα χέρια της μεταξύ τους.

Ο Σταύρος, ζαλισμένος από την οξύτητα της κατάστασης, προσπαθούσε να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει, γιατί τόση ένταση για ένα αθώο σχόλιο.

Λυδία, ίσως να… έκανε να πει, προσπαθώντας να βάλει ένα φρένο. Να μιλήσουμε ήρεμα καλύτερα;

Δεν τον άκουγε. Ήταν ήδη πλημμυρισμένη από συναίσθημα.

Πάντα έτσι! φώναξε, η φωνή της αντήχησε στο διάδρομο. Πάντα προσπαθείς να με επισκιάζεις. Είσαι μεγαλύτερη, πιο έμπειρη, πιο ωραία πάντα όλοι κοιτάνε εσένα! Και εγώ; Δεύτερη μοίρα…

Σταμάτα, είπε η Σοφία σφιγμένα, τα μάτια της σκοτείνιασαν από θυμό. Δεν είναι διαγωνισμός. Ούτε υπήρξε ποτέ!

Για σένα όχι, για μένα ναι! Η φωνή τρέμουλε, ετοιμοπόλεμη αλλά και έτοιμη να λυγίσει.

Τότε εμφανίστηκαν οι γονείς. Ο πατέρας, ο Μιχάλης, με μια εφημερίδα, κοντοστάθηκε στην πόρτα με υψωμένα φρύδια. Η μητέρα, Κατερίνα, ξεπρόβαλε από την κουζίνα, σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά, το πρόσωπο κουρασμένο και μουδιασμένο.

Τι συμβαίνει; ρώτησε ο πατέρας, μάλλον από συνήθεια.

Μαμά, μπαμπά, γύρισε η Λυδία προς αυτούς, η φωνή της έτρεμε. Κοιτάξτε τη Σοφία! Το έκανε επίτηδες για να μου πάρει τον Σταύρο. Θέλει να δείξει πόσο καλύτερη είναι…

Η Κατερίνα αναστέναξε και κοίταξε τη Σοφία χωρίς να πει πολλά όχι τόσο με κατηγόρια για τη μεγάλη κόρη, όσο λύπη για ολόκληρη την κατάσταση.

Σοφία, δεν έπρεπε… είπε, μαλακά, χωρίς πραγματική επίπληξη. Ήξερες πως θα έρθει ο Σταύρος. Θα μπορούσες να ντυθείς πιο διακριτικά.

Πήγαινα στη φίλη μου, είπε η Σοφία, σταυρώνοντας τα χέρια της. Δεν είχα σκοπό για καμία γνωριμία, για να αποφεύγω τις κατηγορίες της Λυδίας.

Είδες; είπε η Λυδία ξεσπώντας. Πάντα μεταθέτει το φταίξιμο σε μένα!

Ο Σταύρος τάχθηκε να παίξει ειρηνιστικό ρόλο.

Μήπως μπορούμε να ηρεμήσουμε; Είναι κρίμα… Οικογένεια είστε, ας μιλήσουμε νορμάλ…

Όμως όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους. Η Λυδία, εκτός εαυτού, άρπαξε την άκρη του φορέματος της αδερφής της και την τράβηξε. Το φόρεμα σκίστηκε άσχημα στον ώμο.

Τι κάνεις; ψιθύρισε η Σοφία, με πόνο που πάλεψε να κρύψει.

Εσύ; Η Λυδία έτρεμε από θυμό. Νομίζεις δεν σε βλέπω; Νομίζεις μπορείς να μου τον πάρεις;

Ούτε που ασχολούμαι, είπε η Σοφία και απομακρύνθηκε. Δεν με νοιάζει καν. Ήδη φαντάζεσαι πράγματα που δεν υπάρχουν.

Οι γονείς κοίταζαν παράλυτοι. Ο Μιχάλης ξαναπήρε την εφημερίδα του έκανε πως δεν συμμετέχει. Η Κατερίνα απλά κούνησε το κεφάλι της.

Σοφία, έπρεπε να είσαι πιο διακριτική, είναι η αδερφή σου, να νιώθεις τα συναισθήματά της…

Πόση διακριτικότητα πια; είπε η Σοφία, τα χέρια της σφιγμένα. Απλώς βγήκα από το δωμάτιό μου. Η Λυδία ψάχνει αιτία για να κάνει καυγά!

Τίποτα δεν είχε πλέον σημασία. Η Λυδία κοίταξε τον Σταύρο με απελπισία, ζητώντας του να την δικαιώσει.

Σταύρο, πες της! Πες της ότι έχει άδικο!

Εκείνος δίστασε, μετά είπε ήρεμα:

Λυδία, νομίζω όλα αυτά είναι μία παρεξήγηση. Δεν πιστεύω πως η Σοφία έκανε κάτι με σκοπό. Και… με στενοχωρεί όλο αυτό το σκηνικό.

Τα μάτια της φούντωσαν από πληγή.

Είσαι με το μέρος της; Μετά απ όλα όσα σου είπα; Εγώ ήθελα να κάνω τη μέρα αυτή ξεχωριστή!

Ο Σταύρος αναστέναξε βαθιά.

Δεν είμαι με κανενός το μέρος, τα χέρια του υψωμένα συμφιλιωτικά. Δεν καταλαβαίνω γιατί τόση φασαρία. Θα μπορούσαμε να περνάμε όμορφα, να γνωριστούμε… Τώρα έχουμε δάκρυα και σκισμένο φόρεμα.

Η Σοφία που παρακολουθούσε ανέκφραστη, χαμογέλασε πικρά.

Αυτό ακριβώς. Υπέροχη ατμόσφαιρα, όπως πάντα. Ευχαριστώ, Λυδία.

Άγγιξε το σκισμένο φόρεμα, τα δάχτυλά της έτρεμαν. Φαινόταν πραγματικά κουρασμένη, όχι ψυχρή κουρασμένη απ τους μόνιμους καυγάδες και τη ζήλια της μικρής της αδερφής.

Η Λυδία έμεινε ακίνητη, παγωμένη, ανάμεσα στις δύο το βλέμμα της καταιγίδα: πληγή, οργή, αμηχανία, αλλά κάπου βαθιά μέσα της, συνειδητοποίηση πως είχε φερθεί άσχημα.

Δεν το ήθελα, ψιθύρισε, κι ας έμοιαζε πιο πολύ δικαιολογία.

Η Κατερίνα πλησίασε τη Σοφία, ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της.

Να δω αν μπορώ να κάνω κάτι με το φόρεμα…

Άσ το, μαμά, είπε η Σοφία αποτραβηχτή. Θα αλλάξω και θα φύγω. Με περιμένουν ήδη.

Ο Μιχάλης τελικά άφησε την εφημερίδα, η φωνή αυστηρή:

Καλό είναι όλοι να ηρεμήσουμε. Λυδία, να ζητήσεις συγγνώμη. Σοφία, να καταλάβεις τα αισθήματα της αδερφής σου. Η Λυδία είναι ευαίσθητη.

Ήταν όμως πολύ αργά. Οι σπόροι καχυποψίας και πικρίας είχαν ήδη φυτρώσει.

Από εκείνη τη μέρα τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ο Σταύρος μετακόμισε στην Λυδία (στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι γινόταν ανακαίνιση λόγω ζημιάς από τους γείτονες), οι γονείς τους παραχώρησαν το ένα δωμάτιο, η Σοφία έμεινε στο άλλο, αλλά οι σχέσεις μεταξύ των αδερφών ήταν παγωμένες. Κάθε ματιά, κάθε λέξη, φορτίζονταν με παράπονο.

Μια μέρα, η Λυδία βρήκε τη Σοφία στην κουζίνα. Ετοίμαζε τσάι, εξετάζοντας σημειώσεις είχε σημαντική εξέταση στη σχολή.

Το κάνεις επίτηδες! μουρμούρισε η Λυδία, ταραγμένη. Περιμένεις απλά να μπει ο Σταύρος, για να σε κοιτάξει ενώ κοπιάζεις για τις σπουδές σου…

Η Σοφία άφησε τη κούπα στο τραπέζι με ελαφρύ θόρυβο. Τα μάτια της κούραση, κάτω από τα μάτια της μαύροι κύκλοι, και στο μαλλί της δυο τρεις άσπρες τρίχες εμφανίστηκαν ξαφνικά.

Λυδία, είπε ήρεμα, και όμως ο τόνος της είχε κάτι σπάνια σταθερό και κοφτό. Θέλω απλά να πιω τσάι πριν διάβασμα. Έχω δύσκολη εξέταση. Κρίνεται το μέλλον μου.

Εξέταση ή αφορμή να σε καμαρώσει; ανταπάντησε η Λυδία με τα χέρια σταυρωμένα, όμως μέσα της συνταρασσόταν.

Μέχρι πότε να το αντέξω; είπε η Σοφία απότομα, αλλά συγκρατημένη. Γιατί δεν χαίρεσαι απλά, είτε για σένα είτε για εμένα;

Γιατί πάντα εσύ ήσουν η καλύτερη! Η Λυδία χτύπησε το πόδι της, η φωνή έσπασε. Μεγαλύτερη, εξυπνότερη, πιο ωραία. Και τώρα θες κι αυτόν που αγαπώ!

Η Σοφία έμεινε ακίνητη. Η έκφρασή της σκοτείνιασε στιγμιαία, μια παλιά πληγή άνοιξε, αλλά την έκρυψε γρήγορα πίσω από το συνηθισμένο αδιάφορο ύφος της.

Αν αυτό πιστεύεις, είπε μονότονα, δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω εδώ.

Κλείστηκε στο δωμάτιό της και άρχισε να μαζεύει πράγματα. Η Λυδία την παρακολουθούσε, αλλά δε βρήκε τη δύναμη να πει κουβέντα. Βαθιά μέσα της ήξερε πως είχε ξεπεράσει τα όρια.

Την επόμενη μέρα η Σοφία έφυγε. Πήρε τηλέφωνο φίλη της στη Νέα Σμύρνη, που την φιλοξένησε χωρίς πολλά λόγια γνώριζε τα οικογενειακά ζόρια.

Οι πρώτες μέρες δύσκολες. Της έλειπε το σπίτι, ακόμη κι ο γκρινιάρης τρόπος της μαμάς. Μα σιγά σιγά, ανέπνευσε. Επέστρεψε στη ρουτίνα της, στην ηρεμία της μπορούσε να ορίζει, να μαγειρεύει όποτε θέλει, να συναντά όποιους θέλει.

Οι γονείς πήραν δυο φορές τηλέφωνο, αλλά και οι δύο συζητήσεις κατέληγαν σε παράπονα: ότι φταίει, ότι αντέδρασε υπερβολικά, κι ότι το καβγά τον προκάλεσε εκείνη με τη στάση της. Η Σοφία σταμάτησε να απαντά.

*****************

Δύο μήνες μετά, η Λυδία και ο Σταύρος συζούσαν ακόμα αλλά η σχέση διαλυόταν. Η ασταμάτητη ζήλια της, οι εκρήξεις θυμού, κουράσανε τον Σταύρο. Προσπάθησε να της εξηγήσει ότι το πρόβλημα ήταν μέσα της, όχι στην Σοφία, αλλά εκείνη δεν ήθελε ν ακούσει έβλεπε παντού ίντριγκες.

Μια βραδιά μάζεψε τα πράγματά του.

Δε μπορώ άλλο, είπε στην είσοδο, η φωνή του άδεια, κουρασμένη. Δεν αφήνεις χώρο να αναπνεύσω. Κάθε μου ματιά, κάθε λόγος σου, εξετάζεται βαρέθηκα να απολογούμαι για φαντάσματα.

Φεύγεις; ρώτησε η Λυδία, παγωμένη, τα χέρια της κρεμασμένα πλάι της. Εξαιτίας της; Εξαιτίας της Σοφίας;

Όχι, είπε ο Σταύρος κουρασμένα. Εξαιτίας σου. Δεν ξεχωρίζεις το φανταστικό απ το αληθινό. Έχτισες τοίχους και λες ότι εγώ δεν φτάνω σ εσένα.

Άνοιξε και έκλεισε την πόρτα και, μαζί της, κόπηκε και το τελευταίο νήμα που την ένωνε με τον κόσμο που είχε χτίσει στο μυαλό της. Κατέρρευσε στο πάτωμα δίπλα στον τοίχο. Για πρώτη φορά έκλαψε αργά, λυτρωτικά, όπως δεν είχε καταφέρει να κάνει τόσο καιρό.

Το ίδιο βράδυ έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται: αν όντως η Σοφία δε φταίει; Αν όλη η μάχη ήταν στο δικό της μυαλό; Πόσους ακόμη έχασε με τη ζήλια της;

Οι γονείς, όταν έμαθαν τον χωρισμό, νοιάστηκαν αλλά κυρίως για την πρακτική πλευρά. Το σπίτι βάρυνε κι άλλο. Η Λυδία, μες στη στεναχώρια της, σταμάτησε να συμμετέχει στο σπίτι. Η Κατερίνα προσπάθησε να της μιλήσει, να της εξηγήσει πως πρέπει να βοηθάει, αλλά έβρισκε απέναντί της αδιαφορία και νεύρα.

Μαμά, τι νοιάζεσαι για καθαριότητα; έκλαιγε η Λυδία, βουτηγμένη στο μαξιλάρι. Όλα όσα είχα τα έχασα, εσύ μου λες για σκούπισμα;

Η Κατερίνα αναστέναζε και αναλάμβανε τα πάντα μόνη της. Σιγά σιγά κατάλαβαν χωρίς τη Σοφία, τίποτα δεν πήγαινε καλά. Οργανωτικά το σπίτι μάζευε προβλήματα, ενώ η Λυδία, χαμένη στις οθόνες της, χανόταν μέρα με τη μέρα.

Τότε αποφάσισαν να επικοινωνήσουν με τη μεγάλη τους κόρη.

Η Σοφία σήκωσε το κινητό αρκετή ώρα μετά βρισκόταν στη βιβλιοθήκη, διάβαζε για το μάθημά της. Βλέποντας Μαμά στην οθόνη, σφίχτηκε. Η απουσία από το πατρικό της πρόσφερε γαλήνη και προβληματισμό μαζί.

Σοφία, κορίτσι μου, η φωνή της Κατερίνας ασυνήθιστα ήρεμη, σχεδόν παρακλητική. Σκεφτήκαμε… Μήπως γυρίσεις σπίτι;

Η Σοφία έσφιξε το κινητό.

Γιατί;

Ξέρεις… Η Λυδία είναι χάλια. Εμείς δυσκολευόμαστε ο μπαμπάς με τη μέση του, εγώ δεν είμαι πια μικρή… Μιλούσε προσεχτικά, σαν να χε φόβο μήπως τη διώξει η κόρη της.

Μαμά, έκανε παύση εκτιμώ την πρόσκληση. Ήδη έχω φτιάξει τη ζωή μου δουλειά, σχολή, το δικό μου πρόγραμμα… Δεν μπορώ να επιστρέψω σα να μην έγινε τίποτα. Σα να μην πέρασε εκείνη η μέρα με το σκισμένο φόρεμα και τις κατηγορίες…

Ο Σταύρος έφυγε… είπε με μια αλλαγή στον τόνο, από ήπιο σε ελαφρά ενοχλημένο. Τώρα θα ηρεμήσει η Λυδία. Ίσως τα ξαναβρείτε…

Το θέμα δεν είναι ο Σταύρος, μαμά, η φωνή της Σοφίας μαλάκωσε αλλά παρέμεινε σταθερή. Είναι ο τρόπος που έγιναν όλα. Δεν θέλω να βρεθώ πάλι σε θέση που με κατηγορούν επειδή φαίνεται κάτι στα μάτια της αδερφής μου. Θα βρεθεί άλλος άντρας στο μέλλον πάλι το ίδιο θα γίνει;

Μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Δεν περίμενε τέτοια ευθύτητα από την κόρη της.

Δηλαδή μας εγκαταλείπεις; με παράπονο.

Δεν σας εγκαταλείπω. Ζω χωριστά. Και, δίστασε, αλλά το είπε να ξέρεις… Έχω σχέση πια.

Ησυχία στην άλλη γραμμή.

Με ποιον; Δεν μας τον γνώρισες…

Χρήστος λέγεται. Είναι προγραμματιστής. Νοικιάζουμε μαζί. Είμαι πραγματικά ευτυχισμένη, μαμά. Και δεν θα φέρω να τον γνωρίσετε… τουλάχιστον, όχι σύντομα! Δεν αντέχω άλλο σκηνικό με τη Λυδία.

Μετά από μια σιωπή, η Κατερίνα μόνο ψιθύρισε:

Εντάξει… Συγχαρητήρια, τότε.

Ευχαριστώ, απάντησε η Σοφία χαμογελώντας κι ας μη τη βλέπει. Ήθελα να τα μάθετε από εμένα.

Έκλεισε το τηλέφωνο νιώθοντας πιο ανάλαφρη από ποτέ. Γύρω της, φοιτητές διαβάζανε, κουβέντιαζαν για ασκήσεις, μοσχοβολούσε ο καφές. Αυτό ήταν το νέο της σπίτι, η νέα της ισορροπία.

Ο Χρήστος περίμενε απέξω στη σχολή. Εκείνη του χαμογέλασε τι να τον κάνει πια έναν Σταύρο; Της αρκούσε εκείνος.

Όλα καλά; ρώτησε, καθώς την αγκάλιασε.

Ναι, είπε και έπιασε το χέρι του. Η μαμά μου τηλεφώνησε. Θέλουν να γυρίσω.

Κι εσύ;

Τους είπα ότι η ζωή μου είναι εδώ. Μαζί σου.

Της κράτησε το χέρι και φύγανε για την παρέα τους να αποφασίσουν που θα πάνε το Σαββατοκύριακο.

*****************

Η Λυδία, μόνοιμη στο πατρικό, μέρα με τη μέρα ένιωθε πιο ενοχλημένη με τον εαυτό της. Tο περιστατικό με το σκισμένο φόρεμα τη βασάνιζε: η αδερφή της παγωμένη, στη σκηνή, η ίδια με τρεμάμενα χέρια… Δεν τολμούσε να πάρει τηλέφωνο να ζητήσει συγνώμη. Κλεισμένη στο δωμάτιό της, έβλεπε σειρές, έριχνε ματιές στα social media, μπας και ξεχαστεί.

Οι γονείς προσπαθούσαν να την παρακινήσουν, μα χωρίς επιτυχία.

Μια μέρα η Κατερίνα δεν άντεξε πια.

Λυδία, είπε φορώντας αυστηρό τόνο, στεκόταν στην πόρτα Έχεις μήνα να βγεις από το δωμάτιο. Πάρε τα πάνω σου. Δεν θα είμαστε πάντα εδώ να σε νταντεύουμε.

Και τι να κάνω; μουρμούρισε η Λυδία σηκώνοντας τα μάτια της απ το κινητό Ο Σταύρος έφυγε, η Σοφία το ίδιο. Ποτέ δεν με ακούγατε. Εσείς πάντα με το μέρος της…

Σε ακούμε, παρενέβη ο Μιχάλης, μπαίνοντας στο δωμάτιο. Η φωνή του σκληρή, αλλά χωρίς θυμό μόνο κούραση και αγάπη. Πρέπει όμως να καταλάβεις πως οι κατηγορίες στους άλλους δεν βοηθούν. Εσύ εδιώξες αδερφή και φίλο. Μόνη σου έχτισες τοίχο.

Η Λυδία αναρίγησε σπάνια της μιλούσε τόσο καθαρά ο πατέρας της. Κοίταξε και τους δύο, παρατήρησε ότι τα πρόσωπά τους είχαν γεμίσει ρυτίδες, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της μητέρας. Για πρώτη φορά, συνειδητοποίησε το βάρος που κουβαλούν.

Ίσως να έχετε δίκιο, παραδέχτηκε σιγανά. Αλλά τι να κάνω τώρα; Πώς να το φτιάξω;

Από τα απλά, είπε η Κατερίνα, κάθισε δίπλα της. Βοήθησέ με αύριο στο σπίτι. Πάρε τηλέφωνο τη Σοφία. Ζήτα συγγνώμη. Μην περιμένεις θαύματα, αλλά κουνήσου απ τη στασιμότητα.

Δεν θα ζητήσω συγγνώμη! αντέδρασε η Λυδία έτοιμη να κλάψει. Δεν φταίω εγώ!

Η Κατερίνα κούνησε το κεφάλι σκεφτική πώς γίνεται να μην καταλαβαίνει την απλή αλήθεια; Δύσκολος δρόμος την περιμένει…

Oceń artykuł
Η Ψευδαίσθηση της Προδοσίας