Η φτωχή προβατίνα – Γεια σας, γονείς, – μπαίνει φουριόζα η Ντάσα στο σπίτι ένα σαββατιάτικο πρωινό, – παντρεύομαι! Ο Ρόμκος μου έκανε πρόταση κι εγώ αμέσως είπα το ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη. – Παναγία μου, Ντάσα μας, μεγάλωσες πια, – αναφώνησε η Λυδία και κοίταξε τον άντρα της, τον Στέφανο, που καθόταν αγέρωχος, σοβαρός, μασουλώντας ακόμα τα νέα της κόρης. – Ε βέβαια, τι νόμιζες δηλαδή; Τελείωσα τη σχολή, δουλεύω στην πόλη, ο Ρομάνος μου κι αυτός δουλεύει, είπαμε να νοικοκυρευτούμε. Τον Ρομάνο, γέννημα-θρέμμα της πόλης, οι γονείς τον ήξεραν: ζούσε με τη μάνα του στη γειτονική κωμόπολη, ήσυχος και ευγενής νεαρός, γνωρίζονταν καιρό, κανείς δεν είχε αντίρρηση για γαμπρό. Το γλέντι της χαράς το ανέλαβαν η Λυδία κι ο Στέφανος – το χωριό είχε τις παραδόσεις του, το νοικοκυριό δεν τους έλειπε. Ο Ρομάνος είχε βάλει λίγα στην άκρη, αλλά ο Στέφανος ήταν ξεκάθαρος: – Ρομάνο, κράτησέ τα αυτά για το σπίτι όταν με το καλό φτιάξετε, εμείς θα κάνουμε το γάμο με την μάνα σου, κι άμα μπορεί βοηθάει κι αυτή. Η μάνα του Ρομάνου, η Μαία, ξεκαθάρισε γρήγορα: – Δεν υπάρχει ευρώ στην άκρη, μόνη μου τον μεγάλωσα με έναν μισθό, άντε να πάρω κάτι συμβολικό για το γάμο. Οι γονείς της Ντάσας δεν έκριναν σκληρά την συμπεθέρα, όμως η Λυδία, αλήθεια, δεν της εμπιστεύτηκε ποτέ και πολύ. Τον γάμο αξιοπρεπώς τον έκαναν σε καφέ της πόλης, σεμνά κι απέριττα, όμως τον χάρηκαν όλοι. Μετά τον γάμο τα παιδιά πήραν σπίτι με δάνειο, η προίκα ήρθε από τους γονείς της Ντάσας, η συμπεθέρα πάλι δεν μπόρεσε, «τα φανάρια γεμάτα δόσεις» είπε. Η Ντάσα με τον Ρομάνο τούς έκατσε και το εγγόνι – η μικρή Μαρία. Η Λυδία με τον άντρα της με κάθε σύνταξη όλο και κάτι αγοράζανε για το μωρό, προϊόντα από το χωριό, φρούτα, γάλατα, λαχανικά. Καμιά φορά έπαιρνε η Λυδία τη Μαία: – Έλα, να μαζευτείτε οι γιαγιάδες να κάνουμε ένα σωστό δώρο στο παιδί, μεγαλώνει βλέπεις! – Αχ, Λυδία, δεν έχω καθόλου χρήματα, μόνη τα έβγαζα πάντα πέρα… – κι άρχιζε τα δάκρυα… Στα γενέθλια της Ντάσας, οι γονείς ήρθαν φορτωμένοι από το χωριό, η Μαία χάρισε χίλια ευρώ, δεν άρεσε της Λυδίας, αυτή με τον Στέφανο έβαλαν άλλα πέντε χιλιάρικα από πάνω. Ποτέ δεν λυπήθηκε η Λυδία για το παιδί. Όμως την έτρωγε που η συμπεθέρα τίποτα. – Στέφανε, γιατί εμείς δεν λυπόμαστε κόπο και χρήμα για τα παιδιά μας κι εκείνη τίποτα, μόνιμα γκρίνια και κλάψα; Όλοι δύσκολα περνάμε, αλλά δουλεύουμε! Τι είναι δηλαδή, να καθόμουν κι εγώ στην πλάτη σου όλη μέρα; Δε με ξέρεις φαίνεται – δουλεύω δίπλα σου χρόνια τώρα! – Ο Στέφανος άκουγε χωρίς πολλές αντιδράσεις. Η Λυδία έβλεπε ότι η Μαία μια χαρά περιποιημένη, κομμωτήριο, νυχάκια, όλα λαμπερά. Από πού τα βρίσκει τα λεφτά αφού παραπονιέται συνέχεια; Όμως ο Στέφανος την άφησε άφωνη: – Έτσι πρέπει, μια γυναίκα να περιποιείται τον εαυτό της, μπράβο στη συμπεθέρα μας. Γι’ αυτό και φαίνεται νεότερη! Άρπαξαν τα νεύρα τη Λυδία. – Ε, βέβαια, έχει όλη μέρα μπροστά της… Ζει στην πόλη, ούτε κοτέτσι ούτε κήπο, μονάχα ομορφιές. Ενώ εγώ από το χάραμα ως το βράδυ δεν σηκώνω κεφάλι! Θα φτίαξω κι εγώ τον εαυτό μου κι εσύ να τα βγάλεις πέρα μόνος σου – για να σε δω! Ο Στέφανος δεν ήταν για καυγάδες, καλύτερα ησυχία. Όμως, από τις κουβέντες δεν άλλαξε τίποτα. Οι δουλειές στο σπίτι πάνω στη Λυδία, ο Στέφανος οδηγός στο χωριό. Η γιαγιά Μαρία έφτασε τριών, πήγε παιδικό σταθμό αλλά συχνά άρρωστη. Αποφάσισαν να μείνει σπίτι με τη Μαία για λίγο. – Θα κάτσω, τι να κάνω, συνταξιούχα είμαι, – είπε η Μαία. Η Λυδία χάρηκε. – Επιτέλους βοηθάει κι αυτή με τα παιδιά. Πέρασε λίγος καιρός. Η Λυδία πρόσεξε πως ο Στέφανος όλο συχνότερα ταξίδευε στην κωμόπολη: – Λυδία, μάζεψε αυγά, πατάτες, γάλα, τα πάω στα παιδιά, και έχω και δουλειές στη πόλη, για ανταλλακτικό με στέλνουν! Και να δω και το εγγόνι. Η Λυδία ετοίμαζε χαρούμενη – γιατί τα παιδιά στην πόλη δεν έχουν τα δικά τους, όλα ακριβά. Αλλά ο Στέφανος καθυστερούσε όλο και πιο πολύ στην πόλη. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, αλλά όσο συχνότερα αργούσε, μπήκε το «σαράκι» στο μυαλό της. – Παναγία μου, ο άντρας μου μάλλον έχει βάλει στόχο τη συμπεθέρα… Κάτι γίνεται εκεί… Για να δω! Την άλλη φορά, που ετοιμαζόταν ο Στέφανος, η Λυδία είπε: – Στέφανε, έρχομαι κι εγώ, μου έλειψε το εγγονάκι και θέλω να πάω και στο μαγαζί – τον κοίταξε στα μάτια, μπερδεύτηκε κι αυτός, αλλά δεν είπε τίποτα. Στον δρόμο η διάθεση του Στέφανου δεν ήταν καλή. – Τι τρέχει; Του λέει. – Τίποτα, λίγο πονοκέφαλο έχω… Όταν έφτασαν, άνοιξε η Μαία με τη ρόμπα ανοιχτή, βαμμένη και χαμογελαστή· με το που είδε και τη Λυδία, σαν να της έσβησε το χαμόγελο στη στιγμή. – Α, δεν σας περίμενα… Περάστε, – λέει κλείνοντας βιαστικά τη ρόμπα. Έπαιξαν με τη μικρή, της έφεραν δώρα, έδειξε τα παιχνίδια της, μετά κοιμήθηκε κι η Μαία είπε: – Να πιούμε κι ένα τσάι! Στο τραπέζι η Λυδία πρόσεξε κάτι ύποπτες ματιές ανάμεσα στη συμπεθέρα και τον Στέφανο. – Α, μάλιστα, κάνουν πως δεν τρέχει τίποτα – μπροστά στα μάτια μου! – σκέφτεται η Λυδία, αλλά κρατήθηκε. Ο Στέφανος κάποια στιγμή σηκώθηκε δήθεν για τσιγάρο. Η Λυδία εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία: – Άσε τις αθωότητες, δεν είμαι χαζή να μη βλέπω τι γίνεται. Κατάλαβα πού πηγαίνει ο άντρας μου και δεν είναι για το εγγόνι. Σταμάτα να του κάνεις γλυκόλογα – αν θες άντρα, παντρέψου ξανά, αλλά όχι τον δικό μου! Κατάλαβες; Αν συνεχίσεις, εγώ θα έρθω να κάθομαι με το εγγόνι. Μην αναστατώνεις το σπίτι του παιδιού σου, φτάνει οι χαριτωμενιές. Ντροπή και μόνο ντροπή! Η Μαία κοκκίνισε, δεν το περίμενε τόσο ντόμπρα από χωριατιά. Πίστευε πως η Λυδία χαμένη μέσα στα χωράφια της δεν θα πάρει χαμπάρι ποτέ. Βγαίνοντας, η Λυδία απάντησε στη συμπεθέρα, με τον άνδρα μπροστά: – Μη με περνάς για χαζή… Στον δρόμο έβαλε τον άντρα της προ των ευθυνών του: – Ξέχνα το, δεν πας μόνος σου πια, τώρα κατάλαβα. Κι αυτή η φτωχή προβατίνα, δεν θα τολμήσει ξανά να σου κάνει παιχνίδια. Της είπα ένα χεράκι εγώ! – Τι είναι αυτά που λες, Λυδία, δεν συμβαίνει τίποτα! – προσπαθούσε να δικαιολογηθεί ο Στέφανος. – Καλά, όπως θες. Αλλά δεν θα πατήσεις πόδι σε ξένο σπίτι, όταν λείπουν τα παιδιά. Αν χρειαστεί, εγώ θα πάω να κρατάω τη μικρή, εσύ κάτσε να σπαρταράς με το νοικοκυριό! Με ξέρεις, μια φορά τα λέω! Το βράδυ τηλεφωνεί η Ντάσα με παράπονα. – Μαμά, γιατί στεναχώρησες τη Μαία; Μας βοηθάει με την μικρή και την αγαπώ πολύ. Εσύ ζηλεύεις τον μπαμπά με τη γιαγιά! Τι πειράζει που ο πατέρας μου βλέπει το εγγονάκι; Η Λυδία νευρίασε – η συμπεθέρα ανακατεύει και την κόρη! – Κόρη μου, μικρή είσαι ακόμα και δεν έχεις ζήσει. Θα σου άρεσε αν ο άντρας σου κρεμόταν με τις ώρες σε σπίτι κάποιας φίλης; Η συμπεθέρα ξέρει τι κάνει – δεν είναι σωστό να γλυκοκοιτάζει ξένο άντρα! Και κράτα το καλά: μάνα έχεις μία και ό,τι κάνουμε με τον πατέρα σου για σας, είναι δικό μου κατόρθωμα, όχι του μπαμπά. Αυτός είναι άντρας… Κι εάν η Μαία σταματήσει να φυλάει τη μικρή, εγώ θα έρθω. – Μαμά, κατάλαβα, συγγνώμη… Η γιαγιά τα είπε αλλιώς – σε έκανε να φαίνεσαι η κακιά! – Ας πρόσεχε! Τα είπα κι εγώ ένα χεράκι. Με πέρασε για χαζή – αλλά εγώ τα πιάνω όλα… Κοκκίνισε σαν παντζάρι! Από τότε ο Στέφανος κάθε φορά που έπαιρνε τον δρόμο για την πόλη, ρωτούσε αν θα πήγαινε κι η Λυδία. Και η Λυδία ευχάριστα, για να δει τη μικρή της. Ενώ ο Στέφανος, τώρα, βοηθάει περισσότερο στο νοικοκυριό, της προτείνει ακόμα και διαλείμματα. – Ο άντρας πρέπει να ασχολείται με κάτι, αλλιώς κάνει ανοησίες, και να ξέρει να εκτιμά τη γυναίκα του, – συλλογιζόταν πια χαμογελώντας η Λυδία. – Κι εγώ τώρα έχω χρόνο και για εμένα, να φροντίζω τον εαυτό μου. Τι, χειρότερη από τη συμπεθέρα είμαι;

Γεια σας, γονείς πετάγεται στο σπίτι η Ειρήνη ένα κυριακάτικο πρωινό παντρεύομαι, ο Νίκος μου έκανε πρόταση και είπα αμέσως το ναι, χωρίς να το σκεφτώ.

Παναγία μου, Ειρηνάκι, μεγάλωσες πια, είπε με θαυμασμό η μητέρα της, η Σοφία, ρίχνοντας μια ματιά στον σύζυγό της, τον Μανώλη που καθόταν βαρύς και σιωπηλός, μάλλον επεξεργαζόταν ακόμα την είδηση.

Ε, φυσικά! Τέλειωσα τη σχολή, δουλεύω κιόλας στην Αθήνα Ο Νίκος το ίδιο, οπότε το αποφασίσαμε να προχωρήσουμε.

Τον Νίκο τον γνώριζαν οι γονείς, παιδί της Αθήνας, μεγάλωσε μόνος με τους μητέρα του τη Μαρία σε μια πολυκατοικία στο Περιστέρι, ήσυχος και ευγενικός άνθρωπος, τους είχε κερδίσει από την αρχή. Τον ήθελαν για γαμπρό.

Το γάμο τον ανέλαβαν η Σοφία και ο Μανώλης, άλλωστε κατοικούσαν σε χωριό στην Αρκαδία, είχαν το δικό τους νοικοκυριό. Ο Νίκος είχε μαζέψει κάτι χρήματα, αλλά ο Μανώλης του είπε:

Νίκο, τις οικονομίες σας να τις κρατήσετε για το σπίτι. Εσείς θα χρειαστεί να πάρετε διαμέρισμα. Τον γάμο θα τον κάνουμε εμείς με τη μάνα σου αν βοηθήσει.

Η μητέρα του Νίκου, η Μαρία, έσπευσε να ξεκαθαρίσει:

Δεν έχω λεφτά, Μανώλη, μεγάλωσα το παιδί μου μόνη, με έναν μισθό ίσως να δώσω κάτι για το δώρο.

Η Σοφία δεν τη σχολίασε μπροστά σε κανέναν, αλλά βαθιά μέσα της, την είχε βάλει λίγο στο μάτι. Ο γάμος έγινε απλά, λιτά σ ένα ταβερνάκι στην Αθήνα.

Λίγο μετά, οι νέοι αποφάσισαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα με στεγαστικό δάνειο· τα πρώτα ευρώ για την προκαταβολή τα έβαλαν οι γονείς της Ειρήνης, η συμπεθέρα ξανά δεν μπόρεσε έλεγε πως όλο είναι χρεωμένη.

Η Ειρήνη κι ο Νίκος νιώθουν επιτέλους το νέο τους σπιτικό. Αργότερα γεννήθηκε το πρώτο εγγόνι, η μικρούλα Κατερίνα. Η Σοφία με τον Μανώλη κάθε μήνα έφερναν από την επαρχία ό,τι μπορούσαν λάδι, καρπούζια, φέτα, ακόμη και γάλα.

Πότε πότε, η Σοφία έπαιρνε τηλέφωνο τη συμπεθέρα:

Μαρία, να μαζευτούμε να πάρουμε κάτι καλό για την εγγονή μας. Τώρα μεγαλώνει και τα έξοδα αυξάνονται.

Σοφούλα μου, λεφτά δεν έχω, απαντούσε με παράπονο η Μαρία, που ήταν πάντα έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

Στα γενέθλια της Ειρήνης, οι γονείς ήρθαν απ το χωριό με τρόφιμα, πατάτες, καρότα, κρέας η Μαρία έφερε πενήντα ευρώ, ενώ οι πεθεροί έδωσαν διακόσια ως δώρο. Η Σοφία δεν λυπόταν τα έξοδα για την κόρη της, αλλά βαθιά της τη χαλούσε που η συμπεθέρα απέφευγε να συμμετέχει.

Μανώλη, εμείς δε λογαριάζουμε κόπο και χρήματα για τα παιδιά μας, η Μαρία όμως συνέχεια παραπονιέται. Μα αν αρχίσουμε έτσι… Κοίτα να δεις, αν ήμουν εγώ στη θέση σου και καθόμουν όλη μέρα, μόνο παράπονα να κάνω;

Ο Μανώλης άκουγε ήσυχα, γνώριζε τον χαρακτήρα της γυναίκας του μετά από τόσα χρόνια.

Η Σοφία όμως παρατηρούσε ότι η Μαρία ήταν πάντα με φρεσκοβαμμένο μαλλί, περιποιημένη, μανικιούρ. Κοίταζε και απορούσε πού τα έβρισκε τα λεφτά.

Η απάντηση του Μανώλη τη σόκαρε:

Μια χαρά, να περιποιείται τον εαυτό της. Γι αυτό δείχνει μικρότερη. Να τη βλέπεις για παράδειγμα…

Η Σοφία θύμωσε:

Καλά, να δούμε εσένα στη θέση της… Με ένα σπίτι χωρίς φροντίδες, τι άλλο να κάνει; Εγώ εδώ πέρα, από το πρωί ως το βράδυ τρέχω χωράφι, ζώα, όλα εγώ… Να δούμε, αν μπορούσες εσύ να τα κάνεις όλα;

Ο Μανώλης δεν απαντούσε σε τέτοια ξεσπάσματα, ήξερε πότε να σιωπά…

Όταν η μικρούλα Κατερίνα έγινε τριών, ξεκίνησε παιδικό σταθμό, αλλά αρρώσταινε συχνά έτσι συμφώνησαν να τη φυλάει η Μαρία, να μεγαλώσει λίγο.

Θα τη φυλάξω, τι να κάνω άλλο, είπε, τώρα που βγήκε στη σύνταξη.

Η Σοφία χάρηκε:

Επιτέλους, να βοηθήσει λίγο τη Μαρία…

Με τον καιρό, η Σοφία κατάλαβε ότι ο Μανώλης συχνά πήγαινε Αθήνα για δουλειές πάντα με μια τσάντα γεμάτη τυρί, αυγά, πατάτες για την κόρη και την εγγονή.

Τι ξέρουν στην πόλη από σπιτικά όλα από το σούπερ μάρκετ, πανάκριβα και γεμάτα χημικά.

Όμως, τελευταία, ο Μανώλης άργησε να γυρίσει. Πιο παλιά, όλο στο δρόμο, αλλά γύριζε νωρίς. Τώρα, όλο και αργότερα από το σπίτι της κόρης.

Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, αλλά όταν άρχισε να επαναλαμβάνεται, την κυρίευσε η υποψία.

Χμμ, δεν πα να πεις, ρίχνει μάτι στη συμπεθέρα ο Μανώλης μου…! Για να το δω!

Ένα πρωί, μαζεύει τα καλούδια, ετοιμάζεται να φύγει ο Μανώλης κι η Σοφία λέει:

Έρχομαι κι εγώ, μου έλειψε η εγγονή, και θέλω να δω κάτι για το σπίτι

Ο Μανώλης κάπως σκυθρωπός δεν αντέδρασε· κουνούσε το κεφάλι.

Στο αμάξι, η διάθεση βαριά.

Μανώλη, τι έχεις σήμερα και είσαι έτσι;

Τίποτα μωρέ, λίγο πονάει το κεφάλι μου

Χτυπούν το κουδούνι στο σπίτι της κόρης ανοίγει η Μαρία, λίγο ξαφνιασμένη, χαμογελαστή, με μια ρόμπα ανοιχτή, με μακιγιάζ.

Α, δεν περίμενα και τους δυο περάστε, περάστε!

Μετά το παιχνίδι με την εγγονή, κι αφού αποκοιμήθηκε η μικρή, η Μαρία φωνάζει:

Ελάτε για καφεδάκι.

Στη διάρκεια, η Σοφία παρατηρεί τις ματιές ανάμεσα σε Νίκο και Μαρία.

Ε, δεν ντρέπονται λίγο;! Στο ίδιο τραπέζι κιόλας! μουρμούριζε απ μέσα της, αλλά κράτησε ψυχραιμία.

Θα βγω στο μπαλκόνι να καπνίσω, λέει ο Μανώλης και φεύγει.

Η Σοφία δε χάνει στιγμή και πλησιάζει:

Μαρία, μην το παίζεις η καημένη κι αθώα! Βλέπω και καταλαβαίνω πολύ καλά τι παίζεται εδώ μέσα. Ξέρω γιατί ξανάρχεται ο άντρας μου και όχι μόνο για την εγγονή. Σταμάτα να του κλείνεις το μάτι αν θέλεις άντρα, να βρεις κάποιον ελεύθερο. Τον δικό μου άστο στην ησυχία του! Καταλαβαίνεις;

Η Μαρία ντροπαλή, κοκκινίζει ολόκληρη.

Όταν φεύγουν, η Σοφία της ρίχνει μια τελευταία ματιά:

Μη με περνάς για κουτή… Ξέρω και βλέπω!

Στο αυτοκίνητο, το ξέσπασμα:

Μόνος σου δε θα ξαναπάς! Είδα τι γίνεται και η αθώα έχει λάβει το μήνυμα.

Μα τι λες Σοφία, φαντάζεσαι πράγματα… τίποτα δεν τρέχει, απαντά.

Ε, άμα δεν τρέχει… να μην ξαναβγείς σε μοναχικές επισκέψεις. Αν δεν μπορεί η Μαρία να κρατήσει την Κατερίνα, θα πηγαίνω μόνη μου. Τέλος!

Το βράδυ παίρνει τηλέφωνο η Ειρήνη, με παράπονο.

Μαμά, γιατί στενοχώρησες τη Μαρία; Μας βοηθάει με το παιδί…

Η Σοφία φούντωσε η συμπεθέρα ξεκίνησε να στρέφει και την κόρη της εναντίον της.

Κόρη μου, είσαι μικρή ακόμη… Αν ερχόταν ο άντρας σου σπίτι της φίλης σου, θα σου άρεσε; Μην παίζεις με τέτοια θέματα. Άκου τη μάνα σου, όλα τα κάνω εγώ για εσένα, όχι ο πατέρας σου. Αν σταματήσει η Μαρία, εγώ θα κοιτάξω την Κατερίνα. Μη νοιάζεσαι!

Εντάξει, μαμά, συγγνώμη… Τα άκουσα από τη Μαρία, δική της ήταν η γκρίνια.

Εμένα τίποτα δεν μου ξεφεύγει, είπε ήρεμα η Σοφία.

Από κείνη τη μέρα, ο Μανώλης πάντα τις λέει πότε πάει στην Αθήνα, τη ρωτάει μάλιστα αν θέλει να έρθει μαζί. Η Σοφία δέχεται, να δει και την Κατερίνα. Ο Μανώλης ξεκίνησε να βοηθάει πιο πολύ στη φροντίδα του σπιτιού.

Ο άντρας όταν είναι απασχολημένος, δεν του περνούν τρέλες από το μυαλό, και εκτιμά τη γυναίκα του, σκέφτεται με ικανοποίηση η Σοφία. Και τώρα που έχω περισσότερο χρόνο, φροντίζω κι εγώ τον εαυτό μου. Γιατί να υστερώ εγώ από τη Μαρία;

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε, κάθε καλό σε όλους σας!

Oceń artykuł
Η φτωχή προβατίνα – Γεια σας, γονείς, – μπαίνει φουριόζα η Ντάσα στο σπίτι ένα σαββατιάτικο πρωινό, – παντρεύομαι! Ο Ρόμκος μου έκανε πρόταση κι εγώ αμέσως είπα το ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη. – Παναγία μου, Ντάσα μας, μεγάλωσες πια, – αναφώνησε η Λυδία και κοίταξε τον άντρα της, τον Στέφανο, που καθόταν αγέρωχος, σοβαρός, μασουλώντας ακόμα τα νέα της κόρης. – Ε βέβαια, τι νόμιζες δηλαδή; Τελείωσα τη σχολή, δουλεύω στην πόλη, ο Ρομάνος μου κι αυτός δουλεύει, είπαμε να νοικοκυρευτούμε. Τον Ρομάνο, γέννημα-θρέμμα της πόλης, οι γονείς τον ήξεραν: ζούσε με τη μάνα του στη γειτονική κωμόπολη, ήσυχος και ευγενής νεαρός, γνωρίζονταν καιρό, κανείς δεν είχε αντίρρηση για γαμπρό. Το γλέντι της χαράς το ανέλαβαν η Λυδία κι ο Στέφανος – το χωριό είχε τις παραδόσεις του, το νοικοκυριό δεν τους έλειπε. Ο Ρομάνος είχε βάλει λίγα στην άκρη, αλλά ο Στέφανος ήταν ξεκάθαρος: – Ρομάνο, κράτησέ τα αυτά για το σπίτι όταν με το καλό φτιάξετε, εμείς θα κάνουμε το γάμο με την μάνα σου, κι άμα μπορεί βοηθάει κι αυτή. Η μάνα του Ρομάνου, η Μαία, ξεκαθάρισε γρήγορα: – Δεν υπάρχει ευρώ στην άκρη, μόνη μου τον μεγάλωσα με έναν μισθό, άντε να πάρω κάτι συμβολικό για το γάμο. Οι γονείς της Ντάσας δεν έκριναν σκληρά την συμπεθέρα, όμως η Λυδία, αλήθεια, δεν της εμπιστεύτηκε ποτέ και πολύ. Τον γάμο αξιοπρεπώς τον έκαναν σε καφέ της πόλης, σεμνά κι απέριττα, όμως τον χάρηκαν όλοι. Μετά τον γάμο τα παιδιά πήραν σπίτι με δάνειο, η προίκα ήρθε από τους γονείς της Ντάσας, η συμπεθέρα πάλι δεν μπόρεσε, «τα φανάρια γεμάτα δόσεις» είπε. Η Ντάσα με τον Ρομάνο τούς έκατσε και το εγγόνι – η μικρή Μαρία. Η Λυδία με τον άντρα της με κάθε σύνταξη όλο και κάτι αγοράζανε για το μωρό, προϊόντα από το χωριό, φρούτα, γάλατα, λαχανικά. Καμιά φορά έπαιρνε η Λυδία τη Μαία: – Έλα, να μαζευτείτε οι γιαγιάδες να κάνουμε ένα σωστό δώρο στο παιδί, μεγαλώνει βλέπεις! – Αχ, Λυδία, δεν έχω καθόλου χρήματα, μόνη τα έβγαζα πάντα πέρα… – κι άρχιζε τα δάκρυα… Στα γενέθλια της Ντάσας, οι γονείς ήρθαν φορτωμένοι από το χωριό, η Μαία χάρισε χίλια ευρώ, δεν άρεσε της Λυδίας, αυτή με τον Στέφανο έβαλαν άλλα πέντε χιλιάρικα από πάνω. Ποτέ δεν λυπήθηκε η Λυδία για το παιδί. Όμως την έτρωγε που η συμπεθέρα τίποτα. – Στέφανε, γιατί εμείς δεν λυπόμαστε κόπο και χρήμα για τα παιδιά μας κι εκείνη τίποτα, μόνιμα γκρίνια και κλάψα; Όλοι δύσκολα περνάμε, αλλά δουλεύουμε! Τι είναι δηλαδή, να καθόμουν κι εγώ στην πλάτη σου όλη μέρα; Δε με ξέρεις φαίνεται – δουλεύω δίπλα σου χρόνια τώρα! – Ο Στέφανος άκουγε χωρίς πολλές αντιδράσεις. Η Λυδία έβλεπε ότι η Μαία μια χαρά περιποιημένη, κομμωτήριο, νυχάκια, όλα λαμπερά. Από πού τα βρίσκει τα λεφτά αφού παραπονιέται συνέχεια; Όμως ο Στέφανος την άφησε άφωνη: – Έτσι πρέπει, μια γυναίκα να περιποιείται τον εαυτό της, μπράβο στη συμπεθέρα μας. Γι’ αυτό και φαίνεται νεότερη! Άρπαξαν τα νεύρα τη Λυδία. – Ε, βέβαια, έχει όλη μέρα μπροστά της… Ζει στην πόλη, ούτε κοτέτσι ούτε κήπο, μονάχα ομορφιές. Ενώ εγώ από το χάραμα ως το βράδυ δεν σηκώνω κεφάλι! Θα φτίαξω κι εγώ τον εαυτό μου κι εσύ να τα βγάλεις πέρα μόνος σου – για να σε δω! Ο Στέφανος δεν ήταν για καυγάδες, καλύτερα ησυχία. Όμως, από τις κουβέντες δεν άλλαξε τίποτα. Οι δουλειές στο σπίτι πάνω στη Λυδία, ο Στέφανος οδηγός στο χωριό. Η γιαγιά Μαρία έφτασε τριών, πήγε παιδικό σταθμό αλλά συχνά άρρωστη. Αποφάσισαν να μείνει σπίτι με τη Μαία για λίγο. – Θα κάτσω, τι να κάνω, συνταξιούχα είμαι, – είπε η Μαία. Η Λυδία χάρηκε. – Επιτέλους βοηθάει κι αυτή με τα παιδιά. Πέρασε λίγος καιρός. Η Λυδία πρόσεξε πως ο Στέφανος όλο συχνότερα ταξίδευε στην κωμόπολη: – Λυδία, μάζεψε αυγά, πατάτες, γάλα, τα πάω στα παιδιά, και έχω και δουλειές στη πόλη, για ανταλλακτικό με στέλνουν! Και να δω και το εγγόνι. Η Λυδία ετοίμαζε χαρούμενη – γιατί τα παιδιά στην πόλη δεν έχουν τα δικά τους, όλα ακριβά. Αλλά ο Στέφανος καθυστερούσε όλο και πιο πολύ στην πόλη. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, αλλά όσο συχνότερα αργούσε, μπήκε το «σαράκι» στο μυαλό της. – Παναγία μου, ο άντρας μου μάλλον έχει βάλει στόχο τη συμπεθέρα… Κάτι γίνεται εκεί… Για να δω! Την άλλη φορά, που ετοιμαζόταν ο Στέφανος, η Λυδία είπε: – Στέφανε, έρχομαι κι εγώ, μου έλειψε το εγγονάκι και θέλω να πάω και στο μαγαζί – τον κοίταξε στα μάτια, μπερδεύτηκε κι αυτός, αλλά δεν είπε τίποτα. Στον δρόμο η διάθεση του Στέφανου δεν ήταν καλή. – Τι τρέχει; Του λέει. – Τίποτα, λίγο πονοκέφαλο έχω… Όταν έφτασαν, άνοιξε η Μαία με τη ρόμπα ανοιχτή, βαμμένη και χαμογελαστή· με το που είδε και τη Λυδία, σαν να της έσβησε το χαμόγελο στη στιγμή. – Α, δεν σας περίμενα… Περάστε, – λέει κλείνοντας βιαστικά τη ρόμπα. Έπαιξαν με τη μικρή, της έφεραν δώρα, έδειξε τα παιχνίδια της, μετά κοιμήθηκε κι η Μαία είπε: – Να πιούμε κι ένα τσάι! Στο τραπέζι η Λυδία πρόσεξε κάτι ύποπτες ματιές ανάμεσα στη συμπεθέρα και τον Στέφανο. – Α, μάλιστα, κάνουν πως δεν τρέχει τίποτα – μπροστά στα μάτια μου! – σκέφτεται η Λυδία, αλλά κρατήθηκε. Ο Στέφανος κάποια στιγμή σηκώθηκε δήθεν για τσιγάρο. Η Λυδία εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία: – Άσε τις αθωότητες, δεν είμαι χαζή να μη βλέπω τι γίνεται. Κατάλαβα πού πηγαίνει ο άντρας μου και δεν είναι για το εγγόνι. Σταμάτα να του κάνεις γλυκόλογα – αν θες άντρα, παντρέψου ξανά, αλλά όχι τον δικό μου! Κατάλαβες; Αν συνεχίσεις, εγώ θα έρθω να κάθομαι με το εγγόνι. Μην αναστατώνεις το σπίτι του παιδιού σου, φτάνει οι χαριτωμενιές. Ντροπή και μόνο ντροπή! Η Μαία κοκκίνισε, δεν το περίμενε τόσο ντόμπρα από χωριατιά. Πίστευε πως η Λυδία χαμένη μέσα στα χωράφια της δεν θα πάρει χαμπάρι ποτέ. Βγαίνοντας, η Λυδία απάντησε στη συμπεθέρα, με τον άνδρα μπροστά: – Μη με περνάς για χαζή… Στον δρόμο έβαλε τον άντρα της προ των ευθυνών του: – Ξέχνα το, δεν πας μόνος σου πια, τώρα κατάλαβα. Κι αυτή η φτωχή προβατίνα, δεν θα τολμήσει ξανά να σου κάνει παιχνίδια. Της είπα ένα χεράκι εγώ! – Τι είναι αυτά που λες, Λυδία, δεν συμβαίνει τίποτα! – προσπαθούσε να δικαιολογηθεί ο Στέφανος. – Καλά, όπως θες. Αλλά δεν θα πατήσεις πόδι σε ξένο σπίτι, όταν λείπουν τα παιδιά. Αν χρειαστεί, εγώ θα πάω να κρατάω τη μικρή, εσύ κάτσε να σπαρταράς με το νοικοκυριό! Με ξέρεις, μια φορά τα λέω! Το βράδυ τηλεφωνεί η Ντάσα με παράπονα. – Μαμά, γιατί στεναχώρησες τη Μαία; Μας βοηθάει με την μικρή και την αγαπώ πολύ. Εσύ ζηλεύεις τον μπαμπά με τη γιαγιά! Τι πειράζει που ο πατέρας μου βλέπει το εγγονάκι; Η Λυδία νευρίασε – η συμπεθέρα ανακατεύει και την κόρη! – Κόρη μου, μικρή είσαι ακόμα και δεν έχεις ζήσει. Θα σου άρεσε αν ο άντρας σου κρεμόταν με τις ώρες σε σπίτι κάποιας φίλης; Η συμπεθέρα ξέρει τι κάνει – δεν είναι σωστό να γλυκοκοιτάζει ξένο άντρα! Και κράτα το καλά: μάνα έχεις μία και ό,τι κάνουμε με τον πατέρα σου για σας, είναι δικό μου κατόρθωμα, όχι του μπαμπά. Αυτός είναι άντρας… Κι εάν η Μαία σταματήσει να φυλάει τη μικρή, εγώ θα έρθω. – Μαμά, κατάλαβα, συγγνώμη… Η γιαγιά τα είπε αλλιώς – σε έκανε να φαίνεσαι η κακιά! – Ας πρόσεχε! Τα είπα κι εγώ ένα χεράκι. Με πέρασε για χαζή – αλλά εγώ τα πιάνω όλα… Κοκκίνισε σαν παντζάρι! Από τότε ο Στέφανος κάθε φορά που έπαιρνε τον δρόμο για την πόλη, ρωτούσε αν θα πήγαινε κι η Λυδία. Και η Λυδία ευχάριστα, για να δει τη μικρή της. Ενώ ο Στέφανος, τώρα, βοηθάει περισσότερο στο νοικοκυριό, της προτείνει ακόμα και διαλείμματα. – Ο άντρας πρέπει να ασχολείται με κάτι, αλλιώς κάνει ανοησίες, και να ξέρει να εκτιμά τη γυναίκα του, – συλλογιζόταν πια χαμογελώντας η Λυδία. – Κι εγώ τώρα έχω χρόνο και για εμένα, να φροντίζω τον εαυτό μου. Τι, χειρότερη από τη συμπεθέρα είμαι;