Γεια σας, γονείς πετάγεται στο σπίτι η Ειρήνη ένα κυριακάτικο πρωινό παντρεύομαι, ο Νίκος μου έκανε πρόταση και είπα αμέσως το ναι, χωρίς να το σκεφτώ.
Παναγία μου, Ειρηνάκι, μεγάλωσες πια, είπε με θαυμασμό η μητέρα της, η Σοφία, ρίχνοντας μια ματιά στον σύζυγό της, τον Μανώλη που καθόταν βαρύς και σιωπηλός, μάλλον επεξεργαζόταν ακόμα την είδηση.
Ε, φυσικά! Τέλειωσα τη σχολή, δουλεύω κιόλας στην Αθήνα Ο Νίκος το ίδιο, οπότε το αποφασίσαμε να προχωρήσουμε.
Τον Νίκο τον γνώριζαν οι γονείς, παιδί της Αθήνας, μεγάλωσε μόνος με τους μητέρα του τη Μαρία σε μια πολυκατοικία στο Περιστέρι, ήσυχος και ευγενικός άνθρωπος, τους είχε κερδίσει από την αρχή. Τον ήθελαν για γαμπρό.
Το γάμο τον ανέλαβαν η Σοφία και ο Μανώλης, άλλωστε κατοικούσαν σε χωριό στην Αρκαδία, είχαν το δικό τους νοικοκυριό. Ο Νίκος είχε μαζέψει κάτι χρήματα, αλλά ο Μανώλης του είπε:
Νίκο, τις οικονομίες σας να τις κρατήσετε για το σπίτι. Εσείς θα χρειαστεί να πάρετε διαμέρισμα. Τον γάμο θα τον κάνουμε εμείς με τη μάνα σου αν βοηθήσει.
Η μητέρα του Νίκου, η Μαρία, έσπευσε να ξεκαθαρίσει:
Δεν έχω λεφτά, Μανώλη, μεγάλωσα το παιδί μου μόνη, με έναν μισθό ίσως να δώσω κάτι για το δώρο.
Η Σοφία δεν τη σχολίασε μπροστά σε κανέναν, αλλά βαθιά μέσα της, την είχε βάλει λίγο στο μάτι. Ο γάμος έγινε απλά, λιτά σ ένα ταβερνάκι στην Αθήνα.
Λίγο μετά, οι νέοι αποφάσισαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα με στεγαστικό δάνειο· τα πρώτα ευρώ για την προκαταβολή τα έβαλαν οι γονείς της Ειρήνης, η συμπεθέρα ξανά δεν μπόρεσε έλεγε πως όλο είναι χρεωμένη.
Η Ειρήνη κι ο Νίκος νιώθουν επιτέλους το νέο τους σπιτικό. Αργότερα γεννήθηκε το πρώτο εγγόνι, η μικρούλα Κατερίνα. Η Σοφία με τον Μανώλη κάθε μήνα έφερναν από την επαρχία ό,τι μπορούσαν λάδι, καρπούζια, φέτα, ακόμη και γάλα.
Πότε πότε, η Σοφία έπαιρνε τηλέφωνο τη συμπεθέρα:
Μαρία, να μαζευτούμε να πάρουμε κάτι καλό για την εγγονή μας. Τώρα μεγαλώνει και τα έξοδα αυξάνονται.
Σοφούλα μου, λεφτά δεν έχω, απαντούσε με παράπονο η Μαρία, που ήταν πάντα έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Στα γενέθλια της Ειρήνης, οι γονείς ήρθαν απ το χωριό με τρόφιμα, πατάτες, καρότα, κρέας η Μαρία έφερε πενήντα ευρώ, ενώ οι πεθεροί έδωσαν διακόσια ως δώρο. Η Σοφία δεν λυπόταν τα έξοδα για την κόρη της, αλλά βαθιά της τη χαλούσε που η συμπεθέρα απέφευγε να συμμετέχει.
Μανώλη, εμείς δε λογαριάζουμε κόπο και χρήματα για τα παιδιά μας, η Μαρία όμως συνέχεια παραπονιέται. Μα αν αρχίσουμε έτσι… Κοίτα να δεις, αν ήμουν εγώ στη θέση σου και καθόμουν όλη μέρα, μόνο παράπονα να κάνω;
Ο Μανώλης άκουγε ήσυχα, γνώριζε τον χαρακτήρα της γυναίκας του μετά από τόσα χρόνια.
Η Σοφία όμως παρατηρούσε ότι η Μαρία ήταν πάντα με φρεσκοβαμμένο μαλλί, περιποιημένη, μανικιούρ. Κοίταζε και απορούσε πού τα έβρισκε τα λεφτά.
Η απάντηση του Μανώλη τη σόκαρε:
Μια χαρά, να περιποιείται τον εαυτό της. Γι αυτό δείχνει μικρότερη. Να τη βλέπεις για παράδειγμα…
Η Σοφία θύμωσε:
Καλά, να δούμε εσένα στη θέση της… Με ένα σπίτι χωρίς φροντίδες, τι άλλο να κάνει; Εγώ εδώ πέρα, από το πρωί ως το βράδυ τρέχω χωράφι, ζώα, όλα εγώ… Να δούμε, αν μπορούσες εσύ να τα κάνεις όλα;
Ο Μανώλης δεν απαντούσε σε τέτοια ξεσπάσματα, ήξερε πότε να σιωπά…
Όταν η μικρούλα Κατερίνα έγινε τριών, ξεκίνησε παιδικό σταθμό, αλλά αρρώσταινε συχνά έτσι συμφώνησαν να τη φυλάει η Μαρία, να μεγαλώσει λίγο.
Θα τη φυλάξω, τι να κάνω άλλο, είπε, τώρα που βγήκε στη σύνταξη.
Η Σοφία χάρηκε:
Επιτέλους, να βοηθήσει λίγο τη Μαρία…
Με τον καιρό, η Σοφία κατάλαβε ότι ο Μανώλης συχνά πήγαινε Αθήνα για δουλειές πάντα με μια τσάντα γεμάτη τυρί, αυγά, πατάτες για την κόρη και την εγγονή.
Τι ξέρουν στην πόλη από σπιτικά όλα από το σούπερ μάρκετ, πανάκριβα και γεμάτα χημικά.
Όμως, τελευταία, ο Μανώλης άργησε να γυρίσει. Πιο παλιά, όλο στο δρόμο, αλλά γύριζε νωρίς. Τώρα, όλο και αργότερα από το σπίτι της κόρης.
Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, αλλά όταν άρχισε να επαναλαμβάνεται, την κυρίευσε η υποψία.
Χμμ, δεν πα να πεις, ρίχνει μάτι στη συμπεθέρα ο Μανώλης μου…! Για να το δω!
Ένα πρωί, μαζεύει τα καλούδια, ετοιμάζεται να φύγει ο Μανώλης κι η Σοφία λέει:
Έρχομαι κι εγώ, μου έλειψε η εγγονή, και θέλω να δω κάτι για το σπίτι
Ο Μανώλης κάπως σκυθρωπός δεν αντέδρασε· κουνούσε το κεφάλι.
Στο αμάξι, η διάθεση βαριά.
Μανώλη, τι έχεις σήμερα και είσαι έτσι;
Τίποτα μωρέ, λίγο πονάει το κεφάλι μου
Χτυπούν το κουδούνι στο σπίτι της κόρης ανοίγει η Μαρία, λίγο ξαφνιασμένη, χαμογελαστή, με μια ρόμπα ανοιχτή, με μακιγιάζ.
Α, δεν περίμενα και τους δυο περάστε, περάστε!
Μετά το παιχνίδι με την εγγονή, κι αφού αποκοιμήθηκε η μικρή, η Μαρία φωνάζει:
Ελάτε για καφεδάκι.
Στη διάρκεια, η Σοφία παρατηρεί τις ματιές ανάμεσα σε Νίκο και Μαρία.
Ε, δεν ντρέπονται λίγο;! Στο ίδιο τραπέζι κιόλας! μουρμούριζε απ μέσα της, αλλά κράτησε ψυχραιμία.
Θα βγω στο μπαλκόνι να καπνίσω, λέει ο Μανώλης και φεύγει.
Η Σοφία δε χάνει στιγμή και πλησιάζει:
Μαρία, μην το παίζεις η καημένη κι αθώα! Βλέπω και καταλαβαίνω πολύ καλά τι παίζεται εδώ μέσα. Ξέρω γιατί ξανάρχεται ο άντρας μου και όχι μόνο για την εγγονή. Σταμάτα να του κλείνεις το μάτι αν θέλεις άντρα, να βρεις κάποιον ελεύθερο. Τον δικό μου άστο στην ησυχία του! Καταλαβαίνεις;
Η Μαρία ντροπαλή, κοκκινίζει ολόκληρη.
Όταν φεύγουν, η Σοφία της ρίχνει μια τελευταία ματιά:
Μη με περνάς για κουτή… Ξέρω και βλέπω!
Στο αυτοκίνητο, το ξέσπασμα:
Μόνος σου δε θα ξαναπάς! Είδα τι γίνεται και η αθώα έχει λάβει το μήνυμα.
Μα τι λες Σοφία, φαντάζεσαι πράγματα… τίποτα δεν τρέχει, απαντά.
Ε, άμα δεν τρέχει… να μην ξαναβγείς σε μοναχικές επισκέψεις. Αν δεν μπορεί η Μαρία να κρατήσει την Κατερίνα, θα πηγαίνω μόνη μου. Τέλος!
Το βράδυ παίρνει τηλέφωνο η Ειρήνη, με παράπονο.
Μαμά, γιατί στενοχώρησες τη Μαρία; Μας βοηθάει με το παιδί…
Η Σοφία φούντωσε η συμπεθέρα ξεκίνησε να στρέφει και την κόρη της εναντίον της.
Κόρη μου, είσαι μικρή ακόμη… Αν ερχόταν ο άντρας σου σπίτι της φίλης σου, θα σου άρεσε; Μην παίζεις με τέτοια θέματα. Άκου τη μάνα σου, όλα τα κάνω εγώ για εσένα, όχι ο πατέρας σου. Αν σταματήσει η Μαρία, εγώ θα κοιτάξω την Κατερίνα. Μη νοιάζεσαι!
Εντάξει, μαμά, συγγνώμη… Τα άκουσα από τη Μαρία, δική της ήταν η γκρίνια.
Εμένα τίποτα δεν μου ξεφεύγει, είπε ήρεμα η Σοφία.
Από κείνη τη μέρα, ο Μανώλης πάντα τις λέει πότε πάει στην Αθήνα, τη ρωτάει μάλιστα αν θέλει να έρθει μαζί. Η Σοφία δέχεται, να δει και την Κατερίνα. Ο Μανώλης ξεκίνησε να βοηθάει πιο πολύ στη φροντίδα του σπιτιού.
Ο άντρας όταν είναι απασχολημένος, δεν του περνούν τρέλες από το μυαλό, και εκτιμά τη γυναίκα του, σκέφτεται με ικανοποίηση η Σοφία. Και τώρα που έχω περισσότερο χρόνο, φροντίζω κι εγώ τον εαυτό μου. Γιατί να υστερώ εγώ από τη Μαρία;
Σας ευχαριστώ που διαβάσατε, κάθε καλό σε όλους σας!



