Η φίλη του άντρα μου ζητούσε συνεχώς τη βοήθειά του – ώσπου αναγκάστηκα να βάλω όρια – Μα Ανδρέα μου, σε παρακαλώ! Δεν ξέρω τι να κάνω, το νερό τρέχει ασταμάτητα, θα πλημμυρίσω τους γείτονες, κι εσύ ξέρεις αυτή τη μάγισσα από κάτω – θα με βγάλει νοκ άουτ! Τα χέρια μου τρέμουν, ούτε τη βάνα δεν βρίσκω! – ο ήχος της φωνής της Λάρας στο τηλέφωνο ήταν τόσο διαπεραστικός και παραπονιάρικος που ακουγόταν ακόμα κι από το άλλο άκρο του τραπεζιού, χωρίς ανοιχτή ακρόαση. Η Τάνια άφησε αργά το πιρούνι στο πιάτο της. Ο ήχος του μετάλλου πάνω στη λευκή πορσελάνη διέκοψε τη θαλπωρή της κουζίνας τους σαν το γκονγκ που σηματοδοτεί τον νέο γύρο μιας μάχης που κρατούσε εδώ και τρία χρόνια. Απέναντί της, ο Ανδρέας, ο σύζυγός της, κοιτούσε με ενοχή πότε το κρύο ριζότο και πότε το φωτισμένο κινητό του. – Ηρέμησε, Λάρα, – έλεγε ψιθυριστά. – Ποια βάνα δεν βρίσκεις; Κάτω από το νιπτήρα ή στο μπάνιο; Κλείσε τον γενικό. – Δεν ξέρω πού είναι! Ανδρέα, σε ικετεύω, έλα! Φοβάμαι! Κι αν καίει το νερό; Είμαι μόνη μου και τρομάζω! Ο Ανδρέας γύρισε ενοχικά το βλέμμα του στη γυναίκα του – το απολογητικό βλέμμα του ανθρώπου που ζητά άφεση αλλά ξέρει ότι το έχει παρατραβήξει. – Τάνια, ακούς; Θα πλημμυρίσει… Έρχεται καταστροφή. Η Λαρίσα, είναι για τα τεχνικά εντελώς ανίκανη, σαν μικρό κορίτσι. Πρέπει να πάω. – Μα φυσικά, – του απάντησε με ψυχρή ηρεμία η Τάνια, κρύβοντας τη θύελλα μέσα της. – Εξάλλου, δεν έχουμε σήμερα επέτειο γάμου. Δεν κανονίσαμε το βραδινό αυτό εδώ και δύο βδομάδες. Και δεν μαγείρεψα ώρες. Πήγαινε, Ανδρέα, σώσε τη Λαρίσα. Χωρίς εσένα, τι θα έκανε; – Έλα τώρα, – είπε εκείνος και πετάχτηκε όρθιος, αρπάζοντας τα κλειδιά. – Είμαστε φίλοι από παιδιά. Βρίσκεται σε ανάγκη. Δυο λεπτά θα μου πάρει. Άντε, βάλε το φαγητό στον φούρνο να μη κρυώσει. Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Η Τάνια έμεινε μόνη, με τη γεύση της γιορτινής βραδιάς να πικραίνει στα χείλη της. Κοίταξε από το παράθυρο το αυτοκίνητο του Ανδρέα που χανόταν στη νύχτα. Η Λαρίσα είχε γίνει το τρίτο πρόσωπο στον γάμο τους. Φίλη από τα παλιά, συμμαθήτρια, «ένα από τα παιδιά» – όπως την αποκαλούσε ο Ανδρέας. Εμφανίστηκε ξαφνικά, μετά το διαζύγιό της, και γρήγορα ρίζωσε στην καθημερινότητά τους. Στην αρχή ήταν σπάνιες «μικροεξυπηρετήσεις»: μετακόμιση, λάπτοπ που κολλούσε… Ο Ανδρέας – καλόκαρδος, δεχόταν πάντα. Ορέξεις όμως ανοίγουν με τον καιρό. Οι βοήθειες έγιναν πλέον ζητήματα… θεομηνίας: τρύπασε το λάστιχο στην Εθνική, έπεσε ράφι στο μπάνιο, να συναρμολογηθούν επειγόντως ντουλάπια. Πάντα, μα πάντα, πάνω στα σχέδια του ζευγαριού. Η Τάνια δεν ήταν ζηλόφθονη. Η φιλία είναι φιλία, σκεφτόταν. Όμως το γυναικείο ένστικτό της έλεγε συνεχώς πως το ζήτημα δεν ήταν απλώς τα σπασμένα υδραυλικά. Η Λαρίσα ήταν όμορφη, προσεγμένη, με μαγνητικό βλέμμα και εκείνη την ιδιαίτερη ικανότητα να κάνει κάθε άνδρα να νιώθει θεός – θεός του Ολύμπου. Έπαιζε άριστα το ρόλο του «ανήμπορου κοριτσιού», και ο Ανδρέας ανταποκρίνονταν ενστικτωδώς, νιώθοντας ήρωας. Η Τάνια μάζεψε το βραδινό στο ψυγείο. Η όρεξη είχε φύγει. Ο Ανδρέας επέστρεψε τρεις ώρες αργότερα, ανακουφισμένος. – Φτου, πρόλαβα! Βούλωσε το σιφόνι, έγινε ολόκληρος χαμός… Έτρεχα για ανταλλακτικά. Η Λαρίσα πανικοβλήθηκε. Της πήρα και βαλεριάνα. – Τουλάχιστον σου έκανε ένα τσάι; – ρώτησε ήρεμα η Τάνια. – Μου έκανε, με κέρασε και πίτα μήλου. Μάλιστα, σου στέλνει χαιρετισμούς και συγγνώμη που χάλασε το βράδυ σου. «Μάλιστα – σκέφτηκε η Τάνια. – Όση ώρα φώναζε για το νερό, έψηνε και πίτα. Ενδιαφέρον…» Δεν είπε τίποτα. Βρισκόταν σε αδιέξοδο: αν διαμαρτυρόταν, ο Ανδρέας μιλούσε για αχρείαστη ζήλια. Έπρεπε να το χειριστεί αλλιώς. Την επόμενη, θα πήγαινε μαζί του. Η ευκαιρία ήρθε Σάββατο πρωί. Ετοίμαζαν εξόρμηση στη θάλασσα, τα κάρβουνα είχαν φορτωθεί στο πορτ μπαγκάζ, το μυαλό της Τάνιας ήταν στις ξαπλώστρες. Χτυπά το κινητό του Ανδρέα – ο τόνος που είχε μόνο η Λαρίσα. Ηλεκτρολογικό πρόβλημα, καπνοί, πανικός. – Τι να κάνω, Τάνια; – μουρμούρισε απολογητικά. – Φυσικά, θα πάμε! – απάντησε η Τάνια. – Άσε που έχω καιρό να δω τη Λαρίσα. Έρχομαι μαζί. Ο Ανδρέας ξαφνιάστηκε, αλλά δεν τόλμησε να αντιδράσει. Η Λαρίσα άνοιξε την πόρτα στα μεταξωτά της, και για μια στιγμή η έκπληξη κι η απογοήτευση φάνηκαν στα μάτια της, για να ακολουθήσει μια λαμπερή ψεύτικη χαρά. – Τανιούλα! Ποια έκπληξη! Σε τέτοια κατάσταση με πετυχαίνεις! – δραματοποιούσε, φτιάχνοντας τα υπέροχα μαλλιά της. Η Τάνια στάθηκε διακριτικά στον διάδρομο. – Γιατί δεν κάλεσες τον ηλεκτρολόγο του δήμου; – ρώτησε, αγνοώντας την πρόσκληση για καφέ. – Α, αυτοί δεν θέλω! Θα μου λερώσουν, θα φερθούν άσχημα. Ο Ανδρέας είναι δικός μου άνθρωπος. Μόνο σ’ αυτόν έχω εμπιστοσύνη. – Τα χρυσά χέρια του Ανδρέα, – υπογράμμισε η Τάνια, – σήμερα έπρεπε να κρατούν σουβλάκια, όχι πένσες… Ο Ανδρέας επιδιόρθωσε τη βλάβη, αλλά ζήτησε να καλέσει επαγγελματία για κάτι πιο σοβαρό – γιατί το Σαββατοκύριακο ήταν δικό τους. – Ούτε για έναν καφέ; Έχω τα αγαπημένα σου εκλέρ! – ξεκίνησε η Λαρίσα. – Ευχαριστούμε, είμαστε φουλ, – απάντησε η Τάνια, παίρνοντας τον άντρα της κι αφήνοντας τη Λαρίσα να χτυπιέται. Στο αμάξι, ο Ανδρέας προσπάθησε να δικαιολογήσει τη φίλη του. – Μην το παίρνεις κατάκαρδα, Τάνια. Η Λάρα δεν έχει κανέναν στον κόσμο. Πάντα ήμουν σαν αδερφός της… – Ναι, – σημείωσε η Τάνια, – πολύ βολικός αδερφός: και ηλεκτρολόγος και ψυχοθεραπευτής και έτοιμος να τρέξει με ένα τηλεφώνημα. Ήξερε πως το θέμα δεν είχε τελειώσει. Και δικαιώθηκε: δύο βδομάδες μετά ο Ανδρέας έπρεπε να επιστρέψει μόνος του από επαγγελματικό ταξίδι – όμως η Λαρίσα χτύπησε… «εκτάκτως» τηλέφωνο πονεμένη πως έριξε κουρτινόξυλο στο πόδι της και χρειαζόταν επειγόντως «σωτήρα». Αυτή τη φορά, πρόλαβε η Τάνια και πήγε εκείνη. Με παραγγελία «μάστορα για μια ώρα» και φάρμακα από το φαρμακείο, μπήκε απροειδοποίητα στο σπίτι, διέκοψε το «ρομαντικό σκηνικό» της Λαρίσας με κρασί και κεριά και τακτοποίησε το θέμα χωρίς τον Ανδρέα. Ξεκαθάρισε πως από εδώ και πέρα, για κάθε ζήτημα, οι αρμόδιοι τεχνίτες και υπηρεσίες θα βοηθούσαν – κι όχι πλέον ο σύζυγός της. Ο Ανδρέας κατάλαβε, ντράπηκε και ζήτησε συγγνώμη. Τα όρια μπήκαν τελεσίδικα – υπέρ του γάμου τους. Η Λαρίσα σταμάτησε τις κλήσεις. Μήνες μετά, η Τάνια την είδε να ψωνίζει με νέο άνδρα – η καθεμία με τον δρόμο της. Ο Ανδρέας και η Τάνια ξαναβρήκαν τη γαλήνη τους. Στον γάμο, όπως και παντού, τα όρια χρειάζονται – ακόμη και αν ο «εισβολέας» παριστάνει το πιο αβοήθητο πλάσμα του κόσμου.

Νίκο, σε παρακαλώ! Δεν ξέρω τι να κάνω, το νερό ξεχύνεται, σε λίγο θα πλημμυρίσω τους γείτονες από κάτω, κι αυτή η κακιά γριά θα με φάει ζωντανή! Τα χέρια μου τρέμουν, ούτε τη βρύση δεν μπορώ να βρω! η φωνή της Κλέλιας τσίριζε τόσο δυνατά στο τηλέφωνο που ακουγόταν μέχρι το απέναντι άκρο του τραπεζιού, παρότι ο Νίκος είχε το κινητό στο αυτί.

Η Ειρήνη άφησε το πιρούνι της αργά επάνω στο πιάτο. Ο ήχος πάνω στο πορσελάνινο τραπέζι ήταν σαν γκονγκ που σήμαινε την αρχή ενός ακόμη γύρου σε μια μάχη τριετή. Απέναντί της, ο σύζυγός της, Νίκος, την κοιτούσε με τύψεις, άλλοτε στο μισοκρύο γιουβέτσι και άλλοτε στην οθόνη του κινητού.

Κλέλια, ηρέμησε, μουρμούριζε εκείνος ήπια. Ποια βρύση; Αυτή κάτω απ τον νεροχύτη ή εκείνη στην τουαλέτα; Κλείσε τον γενικό διακόπτη του νερού.

Δεν ξέρω πού είναι! Νίκο, έλα σε παρακαλώ! Φοβάμαι! Κι αν καίει το νερό; Είμαι μόνη και έχω πανικοβληθεί!

Ο Νίκος σήκωσε το βλέμμα του στην Ειρήνη. Στα μάτια του καθρεφτίζονταν παρακάλια και μια παράξενη παραίτηση, που τελευταία έβλεπε συχνότερα από ποτέ.

Ειρήνη, το ακούς; Θα καταστραφεί το σπίτι της. Η Κλελιώ, δεν ξέρει από τεχνικά, σαν παιδί είναι. Πρέπει να πάω.

Φυσικά πρέπει, απάντησε εκείνη ήρεμα, κρύβοντας την καταιγίδα που φούντωνε στο μυαλό της. Εξάλλου σήμερα δεν είναι επέτειός μας. Και δεν το σχεδιάζαμε το βράδυ δύο εβδομάδες τώρα. Ούτε μαγείρευα τρεις ώρες για το δείπνο. Πήγαινε, Νίκο. Σώσε την Κλέλια. Δεν μπορεί χωρίς εσένα.

Μην αρχίζεις τώρα, ε; σηκώθηκε εκείνος βιαστικά, παίρνοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Φίλοι από παιδιά είμαστε. Σε ανάγκη είναι η κοπέλα. Θα επιστρέψω γρήγορα, απλά να αλλάξω τη ροδέλα. Βάλε το φαγητό ξανά στο φούρνο να μην παγώσει.

Η πόρτα έκλεισε δυνατά. Η Ειρήνη έμεινε να κοιτάζει την άδεια κουζίνα, γεμάτη ακόμα με γιορτινά αρώματα αλλά και μια πίκρα που σκέπαζε τα πάντα. Σηκώθηκε κι έριξε μια ματιά απ το παράθυρο˙ το αυτοκίνητο του Νίκου χάθηκε στην αθηναϊκή νύχτα.

Η Κλέλια το όνομα αυτό είχε γίνει σκιά στο γάμο τους. Η παιδική του φίλη, συμμαθήτρια, «δικός μας άνθρωπος» όπως την αποκαλούσε ο Νίκος. Εμφανίστηκε ξανά μετά το διαζύγιό της και έκτοτε δεν άφησε περιθώριο να δημιουργηθεί διάστημα ανάμεσά τους. Στην αρχή ήταν σπάνια αιτήματα: κουβάλημα, υπολογιστές, μετακομίσεις. Ο Νίκος, που δεν χαλούσε χατίρια σε κανέναν, φυσικά έτρεχε.

Η όρεξη όμως έρχεται τρώγοντας. Οι χάρες της Κλέλιας έγιναν τόσο συχνές όσο και τα κακά μαντάτα στην τηλεόραση μετά το δελτίο. Ξαφνικά κλαταρισμένα λάστιχα, ραφιέρες που έπεφταν, ντουλάπες που «δεν μπορούσε μόνη να στήσει». Και πάντα τις πιο ακατάλληλες ώρες.

Η Ειρήνη δεν ήταν παρανοϊκά ζηλότυπη. Φίλο τον ήξερε, φίλος ήταν. Μα η διαίσθηση της γυναίκας της έλεγε πως δεν έφταιγαν πάντα οι διαρροές. Γιατί η Κλέλια ήταν εμφανίσιμη, προσεγμένη, με βλέμμα βαθύ και τη μαεστρία να μιλάει σε άντρες σαν να είναι ήρωες της μυθολογίας. Έπαιζε τέλεια τον ρόλο της ανήμπορης κορασίδας κι ο Νίκος έπιανε το ρόλο του Ιάσονα μετά χαράς.

Η όρεξη είχε κοπεί στην Ειρήνη. Ο Νίκος επέστρεψε μετά από τρεις ώρες, με τα χέρια βρόμικα και το πρόσωπο χαρούμενο που «πρόλαβε».

Ευτυχώς τα κατάφερα! Ήταν έτοιμο να πλημμυρίσει. Έσπασε το σιφόνι. Έφαγα πέντε γύρες μέχρι να βρω υλικά στο περίπτερο. Η Κλελιώ τα είχε χαμένα, έπινε χαμομήλι να ηρεμήσει.

Τουλάχιστον σε κέρασε καφέ η σωσμένη; ρώτησε η Ειρήνη προσποιούμενη πως διάβαζε.

Με κέρασε και μηλόπιτα. Είχε ψήσει και μου έστειλε χαιρετίσματα και συγγνώμη για τον χαλασμένο βραδινό μας.

«Α, είχε προλάβει να ψήσει και πίτα ενώ δεν έβρισκε τον διακόπτη του νερού; Ενδιαφέρον αυτό», σκέφτηκε η Ειρήνη μυστικά. Φωναχτά δεν είπε τίποτα. Οι τσακωμοί ήταν μάταιοι ο Νίκος αμέσως κατηγορούσε για σκληρότητα. Έπρεπε να δράσει πιο έξυπνα. Την επόμενη φορά δεν θα έμενε στον καναπέ: θα πήγαινε μαζί του.

Η επόμενη φορά ήρθε σύντομα. Σάββατο πρωί πήγαιναν στο εξοχικό για ψήσιμο. Μαγειρευτά, καιρό τώρα οργανωμένα, ο ήλιος έλαμπε, τα κάρβουνα και το κρασί έτοιμα.

Το κινητό του Νίκου ήχησε ακριβώς όταν αυτός φόρτωνε τα πράγματα. Η Ειρήνη κατάλαβε απ τον ήχο είχε βάλει ειδικό κουδούνισμα για την Κλέλια.

Ναι, Κλέλια; Τι έγινε; Τι σπινθηρίζει; Πολύ; Μυρίζει κάψιμο; Μη πειράξεις τίποτα! Κλείσε τις ασφάλειες! Οκ, έρχομαι τώρα.

Έκλεισε και κοίταξε την Ειρήνη.

Έχουμε θέμα…

Πρίζα;

Χειρότερα. Ο ηλεκτρικός πίνακας σπινθηρίζει και μυρίζει κάψιμο. Φοβάται για φωτιά. Κάλεσε η ΔΕΗ γιορτές δε δουλεύει, οι τεχνίτες ζητάνε έναν μισθό για επίσκεψη.

Μάλιστα, είπε ψύχραιμα η Ειρήνη, αφήνοντας την πετούνια στο πεζοδρόμιο. Το εξοχικό ακυρώνεται;

Όχι, όχι, θα πάμε μια στάση, κοιτάω τι έχει και αν είναι σοβαρό καλώ τον ειδικό. Μια ώρα θέμα.

Πάμε μαζί, είπε χαμηλόφωνα η Ειρήνη.

Ο Νίκος τα έχασε.

Εσύ; Μα δεν είσαι τεχνικός!

Μαζί θα πάμε. Αν χρειαστείς βοήθεια; Άλλωστε, έχω καιρό να δω την Κλέλια.

Ο Νίκος δεν βρήκε τι να πει. Μπήκαν μαζί στο αυτοκίνητο. Εκείνος όλη την ώρα νευρικός, η Ειρήνη άγαλμα περίσσιας αυτοσυγκράτησης.

Η Κλέλια τους περίμενε με κιμονό μεταξωτό και μακιγιάζ αψεγάδιαστο. Βλέποντας την Ειρήνη, για μια στιγμή χάθηκε το χαμόγελο. Μετά, φόρεσε ένα υπερβολικό χαμόγελο.

Μωρέ Ειρήνη, τι χαρά! Κι εγώ σε αυτό το χάλι, άβαφη και τρομαγμένη! Περάστε, περάστε. Νίκο, σωτήρα μου, ο πίνακας κάνει ζουζουναρίσματα!

Μπήκαν στο σπίτι. Μύριζε λίγο καμένο πλαστικό, τίποτα τραγικό. Ο Νίκος αμέσως στον πίνακα, με εργαλεία στο χέρι.

Ειρήνη, σώθηκες, έλα στην κουζίνα να πιούμε ένα καφεδάκι προσπάθησε να τραβήξει την Ειρήνη μακριά.

Όχι, προτιμώ να μείνω να βοηθήσω τον Νίκο. Ίσως χρειαστεί φακό, ή να του δώσω κάποιο εργαλείο.

Φακό; Να χαρώ! Ο Νικολάκης όλα τα φτιάχνει κλειστά τα μάτια. Σωστά, Νίκο;

Ο Νίκος μούγκρισε κάπου μέσα απ το ταμπλό.

Κλέλια, είπε σοβαρά η Ειρήνη, κοιτώντας την στα μάτια. Γιατί δεν κάλεσες τον τεχνικό; Το γραφείο διαχείρισης έχει 24ωρη εξυπηρέτηση και πρόκειται για ηλεκτρολογικό θέμα.

Έλα τώρα, όλοι αγενείς είναι εκεί! Θα μου βρομίσουν το σπίτι, θα μου μιλάνε άσχημα. Ο Νίκος ξέρει τι κάνει, τον εμπιστεύομαι τυφλά.

Τα χρυσά χέρια του άντρα μου, τόνισε η Ειρήνη, σήμερα θα περνούσαν σούβλα. Πηγαίναμε στο εξοχικό.

Με συγχωρείτε, εγώ όλα τα χαλάω! Χωρίς άντρα στο σπίτι όλα καταρρέουν. Δύσκολο να είσαι μόνη, Ειρήνη. Εσύ είσαι τυχερή, έχεις τον δικό σου Άτλαντα.

Ο Νίκος τελείωσε σε ένα τέταρτο.

Είχε φύγει το καλώδιο, το καθάρισα και το στερέωσα. Χρειάζεται όμως νέο ασφαλείας οπωσδήποτε.

Θεέ μου, Νίκο μου, εσύ μπορείς να μου το αλλάξεις; Θα σε πληρώσω! Σε παρακαλώ!

Ο Νίκος δεν μπορεί, μπήκε η Ειρήνη. Θα φύγουμε τώρα για το εξοχικό και το ερχόμενο Σαββατοκύριακο έχουμε θέατρο. Πάρε τεχνικό. Ο Νίκος θα σου γράψει ποιο μοντέλο χρειάζεσαι.

Η Κλέλια κοίταξε την Ειρήνη με ξεκάθαρη αντιπάθεια, πριν ξαναστραφεί στον Νίκο.

Μήπως να πιείτε ένα φρεσκοψημένο εκλέρ; Έχω τα αγαπημένα σου!

Ευχαριστούμε, φάγαμε, είπε η Ειρήνη αποφασιστικά, πιάνοντάς τον από τον βραχίονα. Φύγαμε, Νίκο. Έχουμε πρόγραμμα.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες, ο Νίκος προσπάθησε να πάρει το μέρος της φίλης του.

Ειρήνη, πολύ απότομα της μίλησες. Η Κλέλια είναι καλοπροαίρετη.

Καλοπροαίρετα παίζει Θησέας και Αριάδνη, Νίκο. Δεν το βλέπεις; Μάτια, κιμονό, συγκυρίες. Θέλει προσοχή, όχι απλώς βοήθεια.

Λάθος κάνεις! Μόνο φίλοι είμαστε, αδερφές ψυχές.

Ακριβώς, σαν αδερφός που περνά κι αλλάζει ασφάλειες και ακούει τα ντέρτια.

Πήγαν στο εξοχικό, αλλά η Ειρήνη ήξερε: δεν τελείωσε αυτό το σίριαλ. Η Κλέλια έβρισκε χαρά να τραβάει τα νήματα και να βλέπει τον άντρα άλλης να φεύγει στο πρώτο κάλεσμα.

Η λύση ήρθε δυο βδομάδες μετά. Ο Νίκος ήταν σε επαγγελματικό ταξίδι και γύριζε Παρασκευή βράδυ. Η Ειρήνη είχε ετοιμάσει δείπνο, περίμενε την επιστροφή. Έξι η ώρα, τηλέφωνο.

Ειρήνη, θα αργήσω λίγο. Έχω μπει πια Αθήνα, αλλά με πήρε η Κλέλια κάτι κεραμίδα της έπεσε.

Και τι έγινε τώρα; Έπεσε μετεωρίτης στον μπαλκόνι της;

Όχι, πήγε να βάλει καινούριο κουρτινόξυλο, το ριξε στο πόδι. Πρήστηκε, δεν περπατάει. Το κουρτινόξυλο στη μέση, μου λέει αν μπορώ να το σηκώσω και να πεταχτώ για γάζες απ το φαρμακείο. Δεν θα αργήσω.

Η Ειρήνη πήρε ανάσα.

Νίκο, σπίτι σου εσύ. Θα πάω εγώ.

Εσύ; Γιατί;

Γιατί είμαι γυναίκα και ξέρω τι φάρμακα χρειάζεται. Εσύ γύρνα πίσω να φας και να ξεκουραστείς. Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.

Εντάξει. Απλά μη μαλώσεις…

Η Ειρήνη ξεκίνησε. Δεν θα πήγαινε για γιατρειά στην Κλέλια, αλλά γιατρειά στη σχέση.

Μέσα σε είκοσι λεπτά βρήκε στο ίντερνετ υπηρεσία «Μάστορας με την ώρα», επέλεξε τον καλύτερο και παρήγγειλε και ιατρικά είδη σε φαρμακείο με διανομή. Πήρε τα φάρμακα, πήγε στο σπίτι της Κλέλιας.

Ακολουθώντας τον διάδρομο, είδε πως η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Μια μυρωδιά από ακριβό κρασί και το φως των κεριών στην τραπεζαρία. Η Κλέλια με το μεταξωτό κιμονό στο ντιβάνι, τάχα μου «τραυματισμένη». Το κουρτινόξυλο προσεκτικά ακουμπισμένο.

Νίκο, εσύ είσαι; Έφερες τη γάζα; φώναξε με νάζι η Κλέλια.

Η Ειρήνη μπήκε αθόρυβα και άναψε τα φώτα.

Η Κλέλια πετάχτηκε μόλις την είδε.

Τι κάνεις εδώ; Πού είναι ο Νίκος;

Ο Νίκος σπίτι. Εγώ ήρθα με τα φάρμακα κι έναν μάστορα.

Τι να κάνω με αυτόν;

Να σου σηκώσει το κουρτινόξυλο. Ή μήπως μόνο τον Νίκο θες;

Εκεί χτύπησε το κουδούνι. Ο μάστορας έφτασε, με βαλιτσάκι και επαγγελματική αύρα.

Καλησπέρα. Ήρθα για μικροεπισκευή. Του κουρτινόξυλου, σωστά;

Περάστε, είπε η Ειρήνη. Η κυρία Κλέλια θα σας δείξει.

Ο μάστορας έπιασε δουλειά. Η Κλέλια κοκκίνισε από θυμό.

Γιατί το κάνεις αυτό; ψιθύρισε ξερόχερα.

Σου προσφέρω βοήθεια. Ό,τι χρειαζόσουν. Τα μαγικά χέρια του άντρα μου τα χρειάζομαι εγώ στο σπίτι μας. Γιατί δεν ζητάς βοήθεια από κάποιον άλλον άντρα; Είσαι νέα, ωραία και μόνη. Μην ψάχνεις υποστήριξη σε ξένες πόρτες.

Φύγε! τσίριξε η Κλέλια.

Φεύγω, ο μάστορας είναι ήδη πληρωμένος. Καλό βράδυ και να προσέχεις το πόδι σου, γιατί περπατάς πολύ άνετα για τραυματίας.

Η Ειρήνη επέστρεψε σπίτι ξαλαφρωμένη, ήρεμη.

Ο Νίκος την περίμενε γεμάτος αγωνία.

Τι έγινε τελικά; Έχει κάτι;

Η Ειρήνη έβαλε τσάι και τον κοίταξε ήρεμη.

Το πόδι της μια χαρά είναι. Ο μάστορας σήκωσε το κουρτινόξυλο. Εγώ πλήρωσα και τα φάρμακα και τη δουλειά.

Μάστορας; Γιατί δεν;

Κάτσε, Νίκο, να σου μιλήσω.

Συνάντησε το βλέμμα του:

Είδες όντως τι γινόταν; Κεριά, κρασί, κιμονό, πάντα όταν έλειπα εγώ ή ήμαστε απασχολημένοι. Αλήθεια, πίστευες ότι είναι ανάγκη;

Ο Νίκος κατέβασε το βλέμμα.

Ίσως ήθελα να μη βλέπω. Με δυσκόλευε να αρνούμαι, είναι μόνη της άλλωστε.

Δεν είναι αδύναμη, Νίκο. Μανιπιουλάρει. Έκλεβες χρόνο από την οικογένειά μας για να γεμίζει η δική της ματαιοδοξία. Εσύ είσαι καλός, μα, σήμερα είδα με τα μάτια μου τι θέλει στ αλήθεια. Εσένα.

Ο Νίκος σιώπησε. Ήταν φανερά ντροπιασμένος και θυμήθηκε όλες τις λεπτομέρειες που είχε παραβλέψει.

Συγγνώμη, μουρμούρισε.

Δεν πειράζει, του χαμογέλασε η Ειρήνη. Σ αγαπώ. Αλλά από τώρα, ποτέ ξανά τέτοια βοήθεια. Να καλεί πλέον τον μάστορα. Ό,τι της λείπει, ας βρει άλλους. Εμείς θα ζήσουμε τη ζωή μας. Το κατάλαβες;

Το κατάλαβα, είπε αποφασιστικά.

Η Κλέλια δεν ξαναεπικοινώνησε ποτέ. Λίγους μήνες μετά, η Ειρήνη τη συνάντησε τυχαία στην Ερμού με έναν κομψό άντρα γεμάτο τσάντες. Τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια στιγμή, μα η Κλέλια καμώθηκε τη ξένη.

Η Ειρήνη χαμογέλασε. Επιτέλους, η Κλέλια κρατούσε το δικό της χέρι και όχι του άντρα της άλλης. Στο σπίτι, ο Νίκος κι εκείνη έμειναν επιτέλους ήσυχοι, χωρίς κρίσεις έκτακτης ανάγκης και ψεύτικα δράματα.

Τα βράδια έπιναν παρέα το τσάι τους, σχεδίαζαν τα ταξίδια τους και ήξεραν σίγουρα πως αν αποφάσιζαν να πάνε στο εξοχικό, θα έφταναν μέχρι τέλους. Γιατί τα όρια μιας οικογένειας τα βάζουμε και τα διαφυλάσσουμε εμείς, ακόμα κι αν ο εισβολέας μοιάζει με το πιο αδύναμο πλάσμα.

Στη ζωή, όσο κι αν αγαπάμε τη φιλία, τα όρια είναι αυτά που προστατεύουν ό,τι αξίζει πιο πολύ από όλα.

Oceń artykuł
Η φίλη του άντρα μου ζητούσε συνεχώς τη βοήθειά του – ώσπου αναγκάστηκα να βάλω όρια – Μα Ανδρέα μου, σε παρακαλώ! Δεν ξέρω τι να κάνω, το νερό τρέχει ασταμάτητα, θα πλημμυρίσω τους γείτονες, κι εσύ ξέρεις αυτή τη μάγισσα από κάτω – θα με βγάλει νοκ άουτ! Τα χέρια μου τρέμουν, ούτε τη βάνα δεν βρίσκω! – ο ήχος της φωνής της Λάρας στο τηλέφωνο ήταν τόσο διαπεραστικός και παραπονιάρικος που ακουγόταν ακόμα κι από το άλλο άκρο του τραπεζιού, χωρίς ανοιχτή ακρόαση. Η Τάνια άφησε αργά το πιρούνι στο πιάτο της. Ο ήχος του μετάλλου πάνω στη λευκή πορσελάνη διέκοψε τη θαλπωρή της κουζίνας τους σαν το γκονγκ που σηματοδοτεί τον νέο γύρο μιας μάχης που κρατούσε εδώ και τρία χρόνια. Απέναντί της, ο Ανδρέας, ο σύζυγός της, κοιτούσε με ενοχή πότε το κρύο ριζότο και πότε το φωτισμένο κινητό του. – Ηρέμησε, Λάρα, – έλεγε ψιθυριστά. – Ποια βάνα δεν βρίσκεις; Κάτω από το νιπτήρα ή στο μπάνιο; Κλείσε τον γενικό. – Δεν ξέρω πού είναι! Ανδρέα, σε ικετεύω, έλα! Φοβάμαι! Κι αν καίει το νερό; Είμαι μόνη μου και τρομάζω! Ο Ανδρέας γύρισε ενοχικά το βλέμμα του στη γυναίκα του – το απολογητικό βλέμμα του ανθρώπου που ζητά άφεση αλλά ξέρει ότι το έχει παρατραβήξει. – Τάνια, ακούς; Θα πλημμυρίσει… Έρχεται καταστροφή. Η Λαρίσα, είναι για τα τεχνικά εντελώς ανίκανη, σαν μικρό κορίτσι. Πρέπει να πάω. – Μα φυσικά, – του απάντησε με ψυχρή ηρεμία η Τάνια, κρύβοντας τη θύελλα μέσα της. – Εξάλλου, δεν έχουμε σήμερα επέτειο γάμου. Δεν κανονίσαμε το βραδινό αυτό εδώ και δύο βδομάδες. Και δεν μαγείρεψα ώρες. Πήγαινε, Ανδρέα, σώσε τη Λαρίσα. Χωρίς εσένα, τι θα έκανε; – Έλα τώρα, – είπε εκείνος και πετάχτηκε όρθιος, αρπάζοντας τα κλειδιά. – Είμαστε φίλοι από παιδιά. Βρίσκεται σε ανάγκη. Δυο λεπτά θα μου πάρει. Άντε, βάλε το φαγητό στον φούρνο να μη κρυώσει. Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Η Τάνια έμεινε μόνη, με τη γεύση της γιορτινής βραδιάς να πικραίνει στα χείλη της. Κοίταξε από το παράθυρο το αυτοκίνητο του Ανδρέα που χανόταν στη νύχτα. Η Λαρίσα είχε γίνει το τρίτο πρόσωπο στον γάμο τους. Φίλη από τα παλιά, συμμαθήτρια, «ένα από τα παιδιά» – όπως την αποκαλούσε ο Ανδρέας. Εμφανίστηκε ξαφνικά, μετά το διαζύγιό της, και γρήγορα ρίζωσε στην καθημερινότητά τους. Στην αρχή ήταν σπάνιες «μικροεξυπηρετήσεις»: μετακόμιση, λάπτοπ που κολλούσε… Ο Ανδρέας – καλόκαρδος, δεχόταν πάντα. Ορέξεις όμως ανοίγουν με τον καιρό. Οι βοήθειες έγιναν πλέον ζητήματα… θεομηνίας: τρύπασε το λάστιχο στην Εθνική, έπεσε ράφι στο μπάνιο, να συναρμολογηθούν επειγόντως ντουλάπια. Πάντα, μα πάντα, πάνω στα σχέδια του ζευγαριού. Η Τάνια δεν ήταν ζηλόφθονη. Η φιλία είναι φιλία, σκεφτόταν. Όμως το γυναικείο ένστικτό της έλεγε συνεχώς πως το ζήτημα δεν ήταν απλώς τα σπασμένα υδραυλικά. Η Λαρίσα ήταν όμορφη, προσεγμένη, με μαγνητικό βλέμμα και εκείνη την ιδιαίτερη ικανότητα να κάνει κάθε άνδρα να νιώθει θεός – θεός του Ολύμπου. Έπαιζε άριστα το ρόλο του «ανήμπορου κοριτσιού», και ο Ανδρέας ανταποκρίνονταν ενστικτωδώς, νιώθοντας ήρωας. Η Τάνια μάζεψε το βραδινό στο ψυγείο. Η όρεξη είχε φύγει. Ο Ανδρέας επέστρεψε τρεις ώρες αργότερα, ανακουφισμένος. – Φτου, πρόλαβα! Βούλωσε το σιφόνι, έγινε ολόκληρος χαμός… Έτρεχα για ανταλλακτικά. Η Λαρίσα πανικοβλήθηκε. Της πήρα και βαλεριάνα. – Τουλάχιστον σου έκανε ένα τσάι; – ρώτησε ήρεμα η Τάνια. – Μου έκανε, με κέρασε και πίτα μήλου. Μάλιστα, σου στέλνει χαιρετισμούς και συγγνώμη που χάλασε το βράδυ σου. «Μάλιστα – σκέφτηκε η Τάνια. – Όση ώρα φώναζε για το νερό, έψηνε και πίτα. Ενδιαφέρον…» Δεν είπε τίποτα. Βρισκόταν σε αδιέξοδο: αν διαμαρτυρόταν, ο Ανδρέας μιλούσε για αχρείαστη ζήλια. Έπρεπε να το χειριστεί αλλιώς. Την επόμενη, θα πήγαινε μαζί του. Η ευκαιρία ήρθε Σάββατο πρωί. Ετοίμαζαν εξόρμηση στη θάλασσα, τα κάρβουνα είχαν φορτωθεί στο πορτ μπαγκάζ, το μυαλό της Τάνιας ήταν στις ξαπλώστρες. Χτυπά το κινητό του Ανδρέα – ο τόνος που είχε μόνο η Λαρίσα. Ηλεκτρολογικό πρόβλημα, καπνοί, πανικός. – Τι να κάνω, Τάνια; – μουρμούρισε απολογητικά. – Φυσικά, θα πάμε! – απάντησε η Τάνια. – Άσε που έχω καιρό να δω τη Λαρίσα. Έρχομαι μαζί. Ο Ανδρέας ξαφνιάστηκε, αλλά δεν τόλμησε να αντιδράσει. Η Λαρίσα άνοιξε την πόρτα στα μεταξωτά της, και για μια στιγμή η έκπληξη κι η απογοήτευση φάνηκαν στα μάτια της, για να ακολουθήσει μια λαμπερή ψεύτικη χαρά. – Τανιούλα! Ποια έκπληξη! Σε τέτοια κατάσταση με πετυχαίνεις! – δραματοποιούσε, φτιάχνοντας τα υπέροχα μαλλιά της. Η Τάνια στάθηκε διακριτικά στον διάδρομο. – Γιατί δεν κάλεσες τον ηλεκτρολόγο του δήμου; – ρώτησε, αγνοώντας την πρόσκληση για καφέ. – Α, αυτοί δεν θέλω! Θα μου λερώσουν, θα φερθούν άσχημα. Ο Ανδρέας είναι δικός μου άνθρωπος. Μόνο σ’ αυτόν έχω εμπιστοσύνη. – Τα χρυσά χέρια του Ανδρέα, – υπογράμμισε η Τάνια, – σήμερα έπρεπε να κρατούν σουβλάκια, όχι πένσες… Ο Ανδρέας επιδιόρθωσε τη βλάβη, αλλά ζήτησε να καλέσει επαγγελματία για κάτι πιο σοβαρό – γιατί το Σαββατοκύριακο ήταν δικό τους. – Ούτε για έναν καφέ; Έχω τα αγαπημένα σου εκλέρ! – ξεκίνησε η Λαρίσα. – Ευχαριστούμε, είμαστε φουλ, – απάντησε η Τάνια, παίρνοντας τον άντρα της κι αφήνοντας τη Λαρίσα να χτυπιέται. Στο αμάξι, ο Ανδρέας προσπάθησε να δικαιολογήσει τη φίλη του. – Μην το παίρνεις κατάκαρδα, Τάνια. Η Λάρα δεν έχει κανέναν στον κόσμο. Πάντα ήμουν σαν αδερφός της… – Ναι, – σημείωσε η Τάνια, – πολύ βολικός αδερφός: και ηλεκτρολόγος και ψυχοθεραπευτής και έτοιμος να τρέξει με ένα τηλεφώνημα. Ήξερε πως το θέμα δεν είχε τελειώσει. Και δικαιώθηκε: δύο βδομάδες μετά ο Ανδρέας έπρεπε να επιστρέψει μόνος του από επαγγελματικό ταξίδι – όμως η Λαρίσα χτύπησε… «εκτάκτως» τηλέφωνο πονεμένη πως έριξε κουρτινόξυλο στο πόδι της και χρειαζόταν επειγόντως «σωτήρα». Αυτή τη φορά, πρόλαβε η Τάνια και πήγε εκείνη. Με παραγγελία «μάστορα για μια ώρα» και φάρμακα από το φαρμακείο, μπήκε απροειδοποίητα στο σπίτι, διέκοψε το «ρομαντικό σκηνικό» της Λαρίσας με κρασί και κεριά και τακτοποίησε το θέμα χωρίς τον Ανδρέα. Ξεκαθάρισε πως από εδώ και πέρα, για κάθε ζήτημα, οι αρμόδιοι τεχνίτες και υπηρεσίες θα βοηθούσαν – κι όχι πλέον ο σύζυγός της. Ο Ανδρέας κατάλαβε, ντράπηκε και ζήτησε συγγνώμη. Τα όρια μπήκαν τελεσίδικα – υπέρ του γάμου τους. Η Λαρίσα σταμάτησε τις κλήσεις. Μήνες μετά, η Τάνια την είδε να ψωνίζει με νέο άνδρα – η καθεμία με τον δρόμο της. Ο Ανδρέας και η Τάνια ξαναβρήκαν τη γαλήνη τους. Στον γάμο, όπως και παντού, τα όρια χρειάζονται – ακόμη και αν ο «εισβολέας» παριστάνει το πιο αβοήθητο πλάσμα του κόσμου.