Νίκο, σε παρακαλώ! Δεν ξέρω τι να κάνω, το νερό ξεχύνεται, σε λίγο θα πλημμυρίσω τους γείτονες από κάτω, κι αυτή η κακιά γριά θα με φάει ζωντανή! Τα χέρια μου τρέμουν, ούτε τη βρύση δεν μπορώ να βρω! η φωνή της Κλέλιας τσίριζε τόσο δυνατά στο τηλέφωνο που ακουγόταν μέχρι το απέναντι άκρο του τραπεζιού, παρότι ο Νίκος είχε το κινητό στο αυτί.
Η Ειρήνη άφησε το πιρούνι της αργά επάνω στο πιάτο. Ο ήχος πάνω στο πορσελάνινο τραπέζι ήταν σαν γκονγκ που σήμαινε την αρχή ενός ακόμη γύρου σε μια μάχη τριετή. Απέναντί της, ο σύζυγός της, Νίκος, την κοιτούσε με τύψεις, άλλοτε στο μισοκρύο γιουβέτσι και άλλοτε στην οθόνη του κινητού.
Κλέλια, ηρέμησε, μουρμούριζε εκείνος ήπια. Ποια βρύση; Αυτή κάτω απ τον νεροχύτη ή εκείνη στην τουαλέτα; Κλείσε τον γενικό διακόπτη του νερού.
Δεν ξέρω πού είναι! Νίκο, έλα σε παρακαλώ! Φοβάμαι! Κι αν καίει το νερό; Είμαι μόνη και έχω πανικοβληθεί!
Ο Νίκος σήκωσε το βλέμμα του στην Ειρήνη. Στα μάτια του καθρεφτίζονταν παρακάλια και μια παράξενη παραίτηση, που τελευταία έβλεπε συχνότερα από ποτέ.
Ειρήνη, το ακούς; Θα καταστραφεί το σπίτι της. Η Κλελιώ, δεν ξέρει από τεχνικά, σαν παιδί είναι. Πρέπει να πάω.
Φυσικά πρέπει, απάντησε εκείνη ήρεμα, κρύβοντας την καταιγίδα που φούντωνε στο μυαλό της. Εξάλλου σήμερα δεν είναι επέτειός μας. Και δεν το σχεδιάζαμε το βράδυ δύο εβδομάδες τώρα. Ούτε μαγείρευα τρεις ώρες για το δείπνο. Πήγαινε, Νίκο. Σώσε την Κλέλια. Δεν μπορεί χωρίς εσένα.
Μην αρχίζεις τώρα, ε; σηκώθηκε εκείνος βιαστικά, παίρνοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Φίλοι από παιδιά είμαστε. Σε ανάγκη είναι η κοπέλα. Θα επιστρέψω γρήγορα, απλά να αλλάξω τη ροδέλα. Βάλε το φαγητό ξανά στο φούρνο να μην παγώσει.
Η πόρτα έκλεισε δυνατά. Η Ειρήνη έμεινε να κοιτάζει την άδεια κουζίνα, γεμάτη ακόμα με γιορτινά αρώματα αλλά και μια πίκρα που σκέπαζε τα πάντα. Σηκώθηκε κι έριξε μια ματιά απ το παράθυρο˙ το αυτοκίνητο του Νίκου χάθηκε στην αθηναϊκή νύχτα.
Η Κλέλια το όνομα αυτό είχε γίνει σκιά στο γάμο τους. Η παιδική του φίλη, συμμαθήτρια, «δικός μας άνθρωπος» όπως την αποκαλούσε ο Νίκος. Εμφανίστηκε ξανά μετά το διαζύγιό της και έκτοτε δεν άφησε περιθώριο να δημιουργηθεί διάστημα ανάμεσά τους. Στην αρχή ήταν σπάνια αιτήματα: κουβάλημα, υπολογιστές, μετακομίσεις. Ο Νίκος, που δεν χαλούσε χατίρια σε κανέναν, φυσικά έτρεχε.
Η όρεξη όμως έρχεται τρώγοντας. Οι χάρες της Κλέλιας έγιναν τόσο συχνές όσο και τα κακά μαντάτα στην τηλεόραση μετά το δελτίο. Ξαφνικά κλαταρισμένα λάστιχα, ραφιέρες που έπεφταν, ντουλάπες που «δεν μπορούσε μόνη να στήσει». Και πάντα τις πιο ακατάλληλες ώρες.
Η Ειρήνη δεν ήταν παρανοϊκά ζηλότυπη. Φίλο τον ήξερε, φίλος ήταν. Μα η διαίσθηση της γυναίκας της έλεγε πως δεν έφταιγαν πάντα οι διαρροές. Γιατί η Κλέλια ήταν εμφανίσιμη, προσεγμένη, με βλέμμα βαθύ και τη μαεστρία να μιλάει σε άντρες σαν να είναι ήρωες της μυθολογίας. Έπαιζε τέλεια τον ρόλο της ανήμπορης κορασίδας κι ο Νίκος έπιανε το ρόλο του Ιάσονα μετά χαράς.
Η όρεξη είχε κοπεί στην Ειρήνη. Ο Νίκος επέστρεψε μετά από τρεις ώρες, με τα χέρια βρόμικα και το πρόσωπο χαρούμενο που «πρόλαβε».
Ευτυχώς τα κατάφερα! Ήταν έτοιμο να πλημμυρίσει. Έσπασε το σιφόνι. Έφαγα πέντε γύρες μέχρι να βρω υλικά στο περίπτερο. Η Κλελιώ τα είχε χαμένα, έπινε χαμομήλι να ηρεμήσει.
Τουλάχιστον σε κέρασε καφέ η σωσμένη; ρώτησε η Ειρήνη προσποιούμενη πως διάβαζε.
Με κέρασε και μηλόπιτα. Είχε ψήσει και μου έστειλε χαιρετίσματα και συγγνώμη για τον χαλασμένο βραδινό μας.
«Α, είχε προλάβει να ψήσει και πίτα ενώ δεν έβρισκε τον διακόπτη του νερού; Ενδιαφέρον αυτό», σκέφτηκε η Ειρήνη μυστικά. Φωναχτά δεν είπε τίποτα. Οι τσακωμοί ήταν μάταιοι ο Νίκος αμέσως κατηγορούσε για σκληρότητα. Έπρεπε να δράσει πιο έξυπνα. Την επόμενη φορά δεν θα έμενε στον καναπέ: θα πήγαινε μαζί του.
Η επόμενη φορά ήρθε σύντομα. Σάββατο πρωί πήγαιναν στο εξοχικό για ψήσιμο. Μαγειρευτά, καιρό τώρα οργανωμένα, ο ήλιος έλαμπε, τα κάρβουνα και το κρασί έτοιμα.
Το κινητό του Νίκου ήχησε ακριβώς όταν αυτός φόρτωνε τα πράγματα. Η Ειρήνη κατάλαβε απ τον ήχο είχε βάλει ειδικό κουδούνισμα για την Κλέλια.
Ναι, Κλέλια; Τι έγινε; Τι σπινθηρίζει; Πολύ; Μυρίζει κάψιμο; Μη πειράξεις τίποτα! Κλείσε τις ασφάλειες! Οκ, έρχομαι τώρα.
Έκλεισε και κοίταξε την Ειρήνη.
Έχουμε θέμα…
Πρίζα;
Χειρότερα. Ο ηλεκτρικός πίνακας σπινθηρίζει και μυρίζει κάψιμο. Φοβάται για φωτιά. Κάλεσε η ΔΕΗ γιορτές δε δουλεύει, οι τεχνίτες ζητάνε έναν μισθό για επίσκεψη.
Μάλιστα, είπε ψύχραιμα η Ειρήνη, αφήνοντας την πετούνια στο πεζοδρόμιο. Το εξοχικό ακυρώνεται;
Όχι, όχι, θα πάμε μια στάση, κοιτάω τι έχει και αν είναι σοβαρό καλώ τον ειδικό. Μια ώρα θέμα.
Πάμε μαζί, είπε χαμηλόφωνα η Ειρήνη.
Ο Νίκος τα έχασε.
Εσύ; Μα δεν είσαι τεχνικός!
Μαζί θα πάμε. Αν χρειαστείς βοήθεια; Άλλωστε, έχω καιρό να δω την Κλέλια.
Ο Νίκος δεν βρήκε τι να πει. Μπήκαν μαζί στο αυτοκίνητο. Εκείνος όλη την ώρα νευρικός, η Ειρήνη άγαλμα περίσσιας αυτοσυγκράτησης.
Η Κλέλια τους περίμενε με κιμονό μεταξωτό και μακιγιάζ αψεγάδιαστο. Βλέποντας την Ειρήνη, για μια στιγμή χάθηκε το χαμόγελο. Μετά, φόρεσε ένα υπερβολικό χαμόγελο.
Μωρέ Ειρήνη, τι χαρά! Κι εγώ σε αυτό το χάλι, άβαφη και τρομαγμένη! Περάστε, περάστε. Νίκο, σωτήρα μου, ο πίνακας κάνει ζουζουναρίσματα!
Μπήκαν στο σπίτι. Μύριζε λίγο καμένο πλαστικό, τίποτα τραγικό. Ο Νίκος αμέσως στον πίνακα, με εργαλεία στο χέρι.
Ειρήνη, σώθηκες, έλα στην κουζίνα να πιούμε ένα καφεδάκι προσπάθησε να τραβήξει την Ειρήνη μακριά.
Όχι, προτιμώ να μείνω να βοηθήσω τον Νίκο. Ίσως χρειαστεί φακό, ή να του δώσω κάποιο εργαλείο.
Φακό; Να χαρώ! Ο Νικολάκης όλα τα φτιάχνει κλειστά τα μάτια. Σωστά, Νίκο;
Ο Νίκος μούγκρισε κάπου μέσα απ το ταμπλό.
Κλέλια, είπε σοβαρά η Ειρήνη, κοιτώντας την στα μάτια. Γιατί δεν κάλεσες τον τεχνικό; Το γραφείο διαχείρισης έχει 24ωρη εξυπηρέτηση και πρόκειται για ηλεκτρολογικό θέμα.
Έλα τώρα, όλοι αγενείς είναι εκεί! Θα μου βρομίσουν το σπίτι, θα μου μιλάνε άσχημα. Ο Νίκος ξέρει τι κάνει, τον εμπιστεύομαι τυφλά.
Τα χρυσά χέρια του άντρα μου, τόνισε η Ειρήνη, σήμερα θα περνούσαν σούβλα. Πηγαίναμε στο εξοχικό.
Με συγχωρείτε, εγώ όλα τα χαλάω! Χωρίς άντρα στο σπίτι όλα καταρρέουν. Δύσκολο να είσαι μόνη, Ειρήνη. Εσύ είσαι τυχερή, έχεις τον δικό σου Άτλαντα.
Ο Νίκος τελείωσε σε ένα τέταρτο.
Είχε φύγει το καλώδιο, το καθάρισα και το στερέωσα. Χρειάζεται όμως νέο ασφαλείας οπωσδήποτε.
Θεέ μου, Νίκο μου, εσύ μπορείς να μου το αλλάξεις; Θα σε πληρώσω! Σε παρακαλώ!
Ο Νίκος δεν μπορεί, μπήκε η Ειρήνη. Θα φύγουμε τώρα για το εξοχικό και το ερχόμενο Σαββατοκύριακο έχουμε θέατρο. Πάρε τεχνικό. Ο Νίκος θα σου γράψει ποιο μοντέλο χρειάζεσαι.
Η Κλέλια κοίταξε την Ειρήνη με ξεκάθαρη αντιπάθεια, πριν ξαναστραφεί στον Νίκο.
Μήπως να πιείτε ένα φρεσκοψημένο εκλέρ; Έχω τα αγαπημένα σου!
Ευχαριστούμε, φάγαμε, είπε η Ειρήνη αποφασιστικά, πιάνοντάς τον από τον βραχίονα. Φύγαμε, Νίκο. Έχουμε πρόγραμμα.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες, ο Νίκος προσπάθησε να πάρει το μέρος της φίλης του.
Ειρήνη, πολύ απότομα της μίλησες. Η Κλέλια είναι καλοπροαίρετη.
Καλοπροαίρετα παίζει Θησέας και Αριάδνη, Νίκο. Δεν το βλέπεις; Μάτια, κιμονό, συγκυρίες. Θέλει προσοχή, όχι απλώς βοήθεια.
Λάθος κάνεις! Μόνο φίλοι είμαστε, αδερφές ψυχές.
Ακριβώς, σαν αδερφός που περνά κι αλλάζει ασφάλειες και ακούει τα ντέρτια.
Πήγαν στο εξοχικό, αλλά η Ειρήνη ήξερε: δεν τελείωσε αυτό το σίριαλ. Η Κλέλια έβρισκε χαρά να τραβάει τα νήματα και να βλέπει τον άντρα άλλης να φεύγει στο πρώτο κάλεσμα.
Η λύση ήρθε δυο βδομάδες μετά. Ο Νίκος ήταν σε επαγγελματικό ταξίδι και γύριζε Παρασκευή βράδυ. Η Ειρήνη είχε ετοιμάσει δείπνο, περίμενε την επιστροφή. Έξι η ώρα, τηλέφωνο.
Ειρήνη, θα αργήσω λίγο. Έχω μπει πια Αθήνα, αλλά με πήρε η Κλέλια κάτι κεραμίδα της έπεσε.
Και τι έγινε τώρα; Έπεσε μετεωρίτης στον μπαλκόνι της;
Όχι, πήγε να βάλει καινούριο κουρτινόξυλο, το ριξε στο πόδι. Πρήστηκε, δεν περπατάει. Το κουρτινόξυλο στη μέση, μου λέει αν μπορώ να το σηκώσω και να πεταχτώ για γάζες απ το φαρμακείο. Δεν θα αργήσω.
Η Ειρήνη πήρε ανάσα.
Νίκο, σπίτι σου εσύ. Θα πάω εγώ.
Εσύ; Γιατί;
Γιατί είμαι γυναίκα και ξέρω τι φάρμακα χρειάζεται. Εσύ γύρνα πίσω να φας και να ξεκουραστείς. Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.
Εντάξει. Απλά μη μαλώσεις…
Η Ειρήνη ξεκίνησε. Δεν θα πήγαινε για γιατρειά στην Κλέλια, αλλά γιατρειά στη σχέση.
Μέσα σε είκοσι λεπτά βρήκε στο ίντερνετ υπηρεσία «Μάστορας με την ώρα», επέλεξε τον καλύτερο και παρήγγειλε και ιατρικά είδη σε φαρμακείο με διανομή. Πήρε τα φάρμακα, πήγε στο σπίτι της Κλέλιας.
Ακολουθώντας τον διάδρομο, είδε πως η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Μια μυρωδιά από ακριβό κρασί και το φως των κεριών στην τραπεζαρία. Η Κλέλια με το μεταξωτό κιμονό στο ντιβάνι, τάχα μου «τραυματισμένη». Το κουρτινόξυλο προσεκτικά ακουμπισμένο.
Νίκο, εσύ είσαι; Έφερες τη γάζα; φώναξε με νάζι η Κλέλια.
Η Ειρήνη μπήκε αθόρυβα και άναψε τα φώτα.
Η Κλέλια πετάχτηκε μόλις την είδε.
Τι κάνεις εδώ; Πού είναι ο Νίκος;
Ο Νίκος σπίτι. Εγώ ήρθα με τα φάρμακα κι έναν μάστορα.
Τι να κάνω με αυτόν;
Να σου σηκώσει το κουρτινόξυλο. Ή μήπως μόνο τον Νίκο θες;
Εκεί χτύπησε το κουδούνι. Ο μάστορας έφτασε, με βαλιτσάκι και επαγγελματική αύρα.
Καλησπέρα. Ήρθα για μικροεπισκευή. Του κουρτινόξυλου, σωστά;
Περάστε, είπε η Ειρήνη. Η κυρία Κλέλια θα σας δείξει.
Ο μάστορας έπιασε δουλειά. Η Κλέλια κοκκίνισε από θυμό.
Γιατί το κάνεις αυτό; ψιθύρισε ξερόχερα.
Σου προσφέρω βοήθεια. Ό,τι χρειαζόσουν. Τα μαγικά χέρια του άντρα μου τα χρειάζομαι εγώ στο σπίτι μας. Γιατί δεν ζητάς βοήθεια από κάποιον άλλον άντρα; Είσαι νέα, ωραία και μόνη. Μην ψάχνεις υποστήριξη σε ξένες πόρτες.
Φύγε! τσίριξε η Κλέλια.
Φεύγω, ο μάστορας είναι ήδη πληρωμένος. Καλό βράδυ και να προσέχεις το πόδι σου, γιατί περπατάς πολύ άνετα για τραυματίας.
Η Ειρήνη επέστρεψε σπίτι ξαλαφρωμένη, ήρεμη.
Ο Νίκος την περίμενε γεμάτος αγωνία.
Τι έγινε τελικά; Έχει κάτι;
Η Ειρήνη έβαλε τσάι και τον κοίταξε ήρεμη.
Το πόδι της μια χαρά είναι. Ο μάστορας σήκωσε το κουρτινόξυλο. Εγώ πλήρωσα και τα φάρμακα και τη δουλειά.
Μάστορας; Γιατί δεν;
Κάτσε, Νίκο, να σου μιλήσω.
Συνάντησε το βλέμμα του:
Είδες όντως τι γινόταν; Κεριά, κρασί, κιμονό, πάντα όταν έλειπα εγώ ή ήμαστε απασχολημένοι. Αλήθεια, πίστευες ότι είναι ανάγκη;
Ο Νίκος κατέβασε το βλέμμα.
Ίσως ήθελα να μη βλέπω. Με δυσκόλευε να αρνούμαι, είναι μόνη της άλλωστε.
Δεν είναι αδύναμη, Νίκο. Μανιπιουλάρει. Έκλεβες χρόνο από την οικογένειά μας για να γεμίζει η δική της ματαιοδοξία. Εσύ είσαι καλός, μα, σήμερα είδα με τα μάτια μου τι θέλει στ αλήθεια. Εσένα.
Ο Νίκος σιώπησε. Ήταν φανερά ντροπιασμένος και θυμήθηκε όλες τις λεπτομέρειες που είχε παραβλέψει.
Συγγνώμη, μουρμούρισε.
Δεν πειράζει, του χαμογέλασε η Ειρήνη. Σ αγαπώ. Αλλά από τώρα, ποτέ ξανά τέτοια βοήθεια. Να καλεί πλέον τον μάστορα. Ό,τι της λείπει, ας βρει άλλους. Εμείς θα ζήσουμε τη ζωή μας. Το κατάλαβες;
Το κατάλαβα, είπε αποφασιστικά.
Η Κλέλια δεν ξαναεπικοινώνησε ποτέ. Λίγους μήνες μετά, η Ειρήνη τη συνάντησε τυχαία στην Ερμού με έναν κομψό άντρα γεμάτο τσάντες. Τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια στιγμή, μα η Κλέλια καμώθηκε τη ξένη.
Η Ειρήνη χαμογέλασε. Επιτέλους, η Κλέλια κρατούσε το δικό της χέρι και όχι του άντρα της άλλης. Στο σπίτι, ο Νίκος κι εκείνη έμειναν επιτέλους ήσυχοι, χωρίς κρίσεις έκτακτης ανάγκης και ψεύτικα δράματα.
Τα βράδια έπιναν παρέα το τσάι τους, σχεδίαζαν τα ταξίδια τους και ήξεραν σίγουρα πως αν αποφάσιζαν να πάνε στο εξοχικό, θα έφταναν μέχρι τέλους. Γιατί τα όρια μιας οικογένειας τα βάζουμε και τα διαφυλάσσουμε εμείς, ακόμα κι αν ο εισβολέας μοιάζει με το πιο αδύναμο πλάσμα.
Στη ζωή, όσο κι αν αγαπάμε τη φιλία, τα όρια είναι αυτά που προστατεύουν ό,τι αξίζει πιο πολύ από όλα.





