Η Φίλη μου από το Νεκροταφείο: Μια Βραδιά που ο Άντρας μου Εξαφανίστηκε, Πέντε Χρόνια στης Πεθεράς, Τρείς Χρόνια Ελπίδας, Σκάνδαλα, Προδοσία και Μετακόμιση σε Διαμέρισμα Δίπλα στα Μνήματα, όπου Οι Σκονισμένες Καμπάνες, η Φιγούρα στη Σελήνη και η Μυστήρια Νεκρή με Οδήγησαν από τη Συμφορά στη Νέα Αρχή

Η φίλη από το νεκροταφείο

Θυμάμαι εκείνη την εποχή, σαν να ήταν χθες, αν και τα χρόνια έχουν κυλήσει από τότε. Ένα βράδυ βγήκε ο άντρας μου να πάει στο περίπτερο μα δεν γύρισε ποτέ ξανά. Είχαμε χτίσει τη μικρή μας οικογένεια στο διαμέρισμα της μάνας του, στη Νίκαια της Αθήνας, και πέντε χρόνια το σπίτι αυτό γνώρισε τις χαρές και τις λύπες μας.

Το επόμενο πρωινό έτρεξα στο αστυνομικό τμήμα να δηλώσω την εξαφάνισή του, μα μου είπαν πως πρέπει να περάσουν τρεις μέρες για να δεχτούν τη δήλωση. Την έκανα τελικά, μα τρία χρόνια περνούσαν και κάθε μέρα ευχόμουν στη σιωπή πως θα ξανανοίξει η πόρτα, να μπει και πάλι αυτός μέσα.

Η πεθερά μου, η κυρα-Αμαλία, δεν με χώνευε ποτέ. Όταν μείναμε μόνες με τα παιδιά, στερούμενοι τον άντρα μας, η συμπεριφορά της χειροτέρεψε. Άρχισε να ψιθυρίζει και να λέει στους γείτονες πως τάχα εγώ είχα σκοτεινές σχέσεις και τον άντρα μου τον σκότωσαν κάποιοι εραστές μου στα λατομεία της Πεντέλης. Άντεξα πολλά, με την ελπίδα πως θα σταματήσει, αλλά μάταια. Εκείνη όλο γκρίνιαζε: η κουτάλα δεν ήταν στη θέση της, το φλιτζάνι δεν έπρεπε να μπει εκεί.

Ξεχείλισα. Άρχισα να ψάχνω για ανταλλαγή διαμερίσματος. Εκείνη όμως ανένδοτη όλο βρίσκει δικαιολογίες. Τρίτος όροφος; Τα γόνατα της πονάνε. Πρώτος όροφος; Θα κάνουν φασαρία τα παιδιά της γειτονιάς. Δεύτερος όροφος; Πολύ μακριά το σούπερ μάρκετ, λέει, δεν βολεύει. Τελικά βρέθηκε ανοικτό ένα διαμέρισμα ακριβώς απέναντι, δεύτερος όροφος και όλα δίπλα. Πάλι όχι: «Θα βλέπω το παλιό μου σπίτι, από όπου χάθηκε το παιδί μου!»

Έφτασα να παρακαλώ να φύγω οπουδήποτε, αρκεί να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης, να γλιτώσουν και τα παιδιά μου. Τελικά μετακομίσαμε σε ένα παλιό ισόγειο, στην άκρη της Νέας Ιωνίας, κυριολεκτικά δίπλα στο νεκροταφείο. Με την πεθερά έγινα ξένη, εχθρή. Ούτε στα παιδιά της δεν έριξε ποτέ βλέμμα αγάπης. Ήταν φανερό πως ήθελε να με πληγώσει. Καταλάβαινα όμως, η εξαφάνιση του άντρα μου δεν ήταν δικό μου φταίξιμο.

Δεν είχα άλλη επιλογή· έπρεπε να κάνω τη νέα μας ζωή να λειτουργήσει. Από την πρώτη μέρα πήγα στην αγορά, αγόρασα βαρύ πανί και έραψα χοντρές κουρτίνες, για να μη βλέπω τα φέρετρα που περνούσαν. Απ το φως του ήλιου στερηθήκαμε, ζούσαμε πια σαν σε κελάρι.

Ένας μήνας πέρασε έτσι. Μια μέρα βγήκα στην εξώπορτα, ακούγοντας θόρυβο. Είδα τη γειτόνισσα, τη Μαριάννα, σωριασμένη στη σκάλα, να σφαδάζει απ τον πόνο. Της μάζεψα τα πράγματά της, τη βοήθησα να μπει σπίτι. Όταν της πρότεινα γιατρό, αρνήθηκε και ξέσπασε σε κλάματα. Μου αποκρίθηκε: «Πολύ γρουσούζικο το μέρος τούτο, Μαρία. Μια συμφορά την ημέρα.» Τη διαβεβαίωσα πως όλα θα πάνε καλά, της είπα ότι κι έμενα πλέον μήνα εδώ και συνηθίζεται. «Θα τα δεις και μόνη σου», απάντησε με ένα παράξενο ύφος.

Και πράγματι, από εκείνη τη μέρα άρχισαν να έρχονται οι συμφορές, βροχή η μία μετά την άλλη. Ο γιος μου, ο Μανώλης, έριξε βαριά σιδερένια μπάρα στο πόδι και του γύψωσαν το πόδι. Η κόρη μου, η Ελευθερία, με πόνους στο στομάχι, διαγνώστηκε με γαστρίτιδα. Και το χειρότερο, με βρήκε μια νύχτα τρόμος αληθινός. Στις δύο τα ξημερώματα, ακούω νύχια να ξύνουν το τζάμι. Πλησιάζω, και πίσω απ την κουρτίνα βλέπω μια γυναίκα – πενηντάρα σαν εμένα, το πρόσωπό της λευκό και μπλε, σαν νεκρική μάσκα, μ ένα χαμόγελο σαρκαστικό.

Το σώμα μου πάγωσε, δεν μπορούσα μήτε φωνή να βγάλω. Η γυναίκα δεν είπε τίποτα, μόνο απομακρύνθηκε αργά προς το νεκροταφείο, και μένα με βρήκε το πρωί να τρέμω ολάκερη. Δεν το είπα σε κανέναν, φοβήθηκα πως θα με βγάλουν τρελή. Όλη μέρα συλλογιζόμουν τι να ήταν άραγε – φάρσα από την πεθερά, ή μήπως κάποιο διαφημιστικό κόλπο των γραφείων κηδειών; Τα περιστατικά όμως συνέχιζαν.

Δυο μέρες μετά, στη δουλειά μού ανακοινώνουν πως με απολύουν, και τα παιδιά δεν απασχόλησαν κανέναν. Μου δίνουν τα ψίχουλα της αποζημίωσης. Στο δρόμο χάνω και το πορτοφόλι με τα τελευταία ευρώ μου στο λεωφορείο. Από τη φτώχεια αναγκάστηκα να πάω τα βέρες μας στο ενεχυροδανειστήριο στην Ομόνοια. Πήγα να το πουλήσω, μα μου έδωσαν ελάχιστα. Βγαίνοντας έξω, είδα έναν άντρα που κρατούσε χαρτόνι: «Αγοράζω χρυσό». Πούλησα τα δαχτυλίδια, πήρα λίγα παραπάνω.

Βιαστική, στον δρόμο μπροστά μου τρέχει ένας νεαρός που ρίχνει κάτω ένα φάκελο γεμάτο χαρτονομίσματα των πεντακοσίων ευρώ. Τον φωνάζω, μα εξαφανίζεται. Πιάνω το φάκελο, τότε μια γυναίκα εμφανίζεται – γύφτισσα – και μου λέει: «Μαζί τα βρήκαμε, δεν τα πάμε στην αστυνομία – θα τα κρατήσουν όλα! Τα μοιραζόμαστε!» Μου αρπάζει τα μισά, τα άλλα μισά μου τα δίνει. Ένιωσα μέσα μου τσίμπημα ντροπής, αλλά η ανάγκη ήταν μεγαλύτερη.

Μα πριν προλάβω να χαρώ, φτάνω στη γωνία και εκεί στέκεται ο νεαρός με έναν τύπο μαυροφορεμένο, με ρόπαλο στα χέρια. Με πλησιάζουν επιθετικά: «Βρήκες τα χρήματά μου!» Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να τα επιστρέψω. Με κατηγόρησαν για κλεψιά, δεν άκουσαν καν για τη γύφτισσα. Μου πήραν και τα λίγα λεφτά απ τις βέρες, κι έμεινα άφραγκη.

Γύρισα σπίτι μου συντετριμμένη. Αναλογίστηκα τα λόγια της γειτόνισσας. Η κατάρα αυτού του σπιτιού; Εκείνη τη νύχτα άκουσα και πάλι το ίδιο ξύσιμο στο παράθυρο. Παρά τον τρόμο, τα βήματά μου με οδήγησαν στο παράθυρο. Η ίδια γυναίκα στεκόταν εκεί, άφωνη, ίδια νεκρή και ζωντανή μαζί. Μείναμε έτσι να κοιταζόμαστε μέχρι που έφυγε. Ξεκουράστηκα εκεί στο πάτωμα, ριγμένη στη γωνιά.

Το επόμενο πρωινό χτύπησε η γειτόνισσα στην πόρτα: μου έφερε τον λογαριασμό του ενοικίου. Προσφέρθηκε να με βοηθήσει, βλέποντάς με σχεδόν να κλαίω. Δεν άντεξα και τα ξεστόμισα όλα – εξαφάνιση του άντρα, οι τσακωμοί με την πεθερά, τα βάσανα, ακόμα και για το φάντασμα της γυναίκας.

Η Μαριάννα με πήρε από το χέρι και με πήγε στο νεκροταφείο. Μ οδηγεί σε έναν τάφο. Κοιτάζω τη φωτογραφία στο μάρμαρο: ήταν εκείνη η γυναίκα. «Αυτή είναι, έτσι;» Έγνεψα μόνο. Η Μαριάννα μου εξομολογήθηκε πως και η ίδια είχε δει κάποτε το φάντασμα της γυναίκας. Μετά, έχασε τον γιο της, ο άντρας την εγκατέλειψε, η υγεία της χειροτέρεψε.

Πέρασαν μέρες, και το φάντασμα δεν με επισκέφτηκε ξανά. Όμως εγώ αισθανόμουν ολοένα και πιο έντονα μια ανάγκη να πάω στη γυναίκα αυτή, στον τάφο της. Μια ηλιόλουστη μέρα το πήρα απόφαση. Ο τάφος της ήταν αφρόντιστος, πνιγμένος στα χόρτα. Δεν είχε κοντινούς, φαίνεται, να την προσέχουν.

Άρχισα να καθαρίζω, να μαζεύω φύλλα και ξερά κλαδιά. Κοίταξα το πορτρέτο της: στα γλυκά του τα μάτια δεν υπήρχε πια τρόμος ή σκοτάδι. Είδα τελικά μια γυναίκα όμορφη, λυπημένη. Εκεί μου ήρθε να της μιλήσω: «Γιατί με επισκέπτεσαι; Τι ζητάς από εμένα;» Δεν ξέρω πόση ώρα της μιλούσα, της άνοιξα την καρδιά μου σαν σε φίλη. Λυτρώθηκα, είχα ανάγκη να εξομολογηθώ τα βάσανα από τη ζωή μου.

Την ίδια νύχτα τη βλέπω στον ύπνο μου. Στο όνειρό μου μπαίνει στο δωμάτιο, όχι πια σαν φάντασμα, αλλά σαν τη γυναίκα της φωτογραφίας απλή, ανθρώπινη, καλοσυνάτη. Κάθισε στο κρεβάτι μου και μου μίλησε γλυκά: «Δεν έχεις καμία ενοχή, Μαρία! Θα φύγεις από εδώ. Τον άντρα σου τον πήραν για τα χρέη του τον εξαπάτησαν στο χαρτί, τον πούλησαν στα βάθη της Καυκασίας. Δεν θα τον ξαναδείς, κορίτσι μου, αλλά θα έρθει άλλος, καλός άνθρωπος που θα αγαπήσει και σένα και τα παιδιά σου. Πούλησε το σπίτι σου στο γραφείο τελετών, πάρε σπίτι αλλού. Θα σε βοηθήσω εγώ.»

Ξύπνησα με το όνομά της στα χείλη Αικατερίνη έγραφε στην επιτύμβια στήλη. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά από βρεγμένο χώμα, τα λόγια της, τα μάτια της. Σε τρεις μέρες πράγματι ήρθαν από το γραφείο τελετών· μου ζήτησαν να αγοράσουν το διαμέρισμα για δικό τους χώρο. Δέχτηκα, και βρήκαμε σπίτι σε προάστιο της Κηφισιάς, όμορφο, φωτεινό.

Πέρασε λίγος καιρός, και γνώρισα τελικά έναν άνθρωπο καλό, τον Γιάννη. Έγινε πατέρας για τα παιδιά μου και στάθηκε δίπλα μας με αγάπη.

Όπως ακριβώς μου είχε πει εκείνη η «φίλη» της νύχτας, όλα ησύχασαν, όλα βρήκαν το δρόμο τους. Κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια, συχνά την φέρνω στο νου μου με ευγνωμοσύνηΜερικές φορές, αν ανοίξω το παράθυρο βράδυ και το φεγγάρι φωτίζει τη σιλουέτα μου στον καθρέφτη, νομίζω πως διακρίνω τη σκιά της Αικατερίνης να στέκει στη γωνία του σπιτιού, πάντα αθέατη στους άλλους, μόνο σε μένα χαμογελαστή και ήσυχη. Δεν με τρομάζει πια. Κάθε φορά που πνίγομαι σε έγνοιες και χάνω το κουράγιο μου, ίδια γνώριμη αύρα με σκεπάζει, σαν να με σιγοπαρακολουθεί, με το βλέμμα της γεμάτο συμπόνια για τις γυναίκες που μένουν μόνες αλλά δεν παραδίνονται.

Έμαθα πως τα φαντάσματα δεν ζητούν να μας φοβίσουν. Θέλουν να μας δείξουν πως ακόμη και μέσα στη σκοτεινιά χωρά ελπίδα, φτάνει να ανοίξουμε την καρδιά μας. Κι αν στα μάτια των άλλων ήμουνα για καιρό η γυναίκα με τη «γρουσουζιά», εγώ ξέρω πια πως ήμουν απλώς εκείνη που άντεξε κι άκουσε, ως το τέλος, τη φωνή μιας φίλης απ το νεκροταφείο.

Από τότε δεν φοβήθηκα ξανά. Και αν τύχει να με ρωτήσουν γιατί χαμογελάω στον αέρα όταν μιλώ μόνη, απαντώ: «Μια φίλη μου έμαθε πως, ακόμα κι από τον άλλο κόσμο, μπορεί να ξημερώσει και για μάς ένα καλύτερο αύριο».

Oceń artykuł
Η Φίλη μου από το Νεκροταφείο: Μια Βραδιά που ο Άντρας μου Εξαφανίστηκε, Πέντε Χρόνια στης Πεθεράς, Τρείς Χρόνια Ελπίδας, Σκάνδαλα, Προδοσία και Μετακόμιση σε Διαμέρισμα Δίπλα στα Μνήματα, όπου Οι Σκονισμένες Καμπάνες, η Φιγούρα στη Σελήνη και η Μυστήρια Νεκρή με Οδήγησαν από τη Συμφορά στη Νέα Αρχή