Η Τελευταία Παράκληση

Τελευταία επιθυμία

«Όχι, δεν θα επιστρέψω σπίτι…», έλεγε γεμάτος οδύνη ο Ευθύμης, σφαδάζοντας από τον πόνο. «Και την Αργυρώ δεν θα τη δω ξανά ποτέ. Ήθελα να της κάνω πρόταση γάμου. Δεν πρόλαβα… Γιατί να μου συμβεί αυτό;»

«Μην ανησυχείς τόσο πολύ», του είπε χαμογελαστή η νοσηλεύτρια, παρατηρώντας το χλωμό του πρόσωπο. «Όλα θα πάνε καλά».

«Δύσκολο να το πιστέψω…», ψιθύρισε με δυσκολία ο Ευθύμης.

Μετά, απλά παρακολουθούσε με τρόμο τα πρόσωπα γύρω του, καθώς ετοίμαζαν την αίθουσα για την επέμβαση.

*****

Ο Ευθύμης ποτέ δεν συμπαθούσε τα νοσοκομεία.

Από παιδί ακόμα, αυτή η απέχθεια είχε ριζώσει μέσα του κάθε φορά που έμπαινε εκεί, του προκαλούσαν πόνο και, το χειρότερο, κανείς δεν ζητούσε συγγνώμη. Αυτοί απλά έκαναν τη δουλειά τους.

«Τι έγινε, Ευθύμη;» του έλεγε τότε μια νοσηλεύτρια καθώς του έπαιρνε αίμα από το δάχτυλο. «Είσαι άντρας πια, θα πας σχολείο, κι όμως, κλαις σαν κοριτσάκι. Δεν ντρέπεσαι;»

Ο μικρός τότε Ευθύμης κοιτούσε τη νοσοκόμα με βουρκωμένα μάτια, προσπαθούσε να τραβηχτεί, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να κλαίει ακόμα πιο δυνατά, γιατί δεν μπορούσε να φύγει. Δεν ένιωθε ντροπή ένιωθε πόνο και αδικία.

Και κάθε φορά που γύριζε με τη μητέρα του από το Παιδιατρικό Κέντρο της Αθήνας, ορκιζόταν ότι δεν θα ξαναπατήσει ποτέ σε νοσοκομείο.

«Καλύτερα να πεθάνω, παρά να ξαναπάω εκεί», έλεγε με πείσμα.

«Παιδί μου, μην τα λες αυτά…», προσπαθούσε να τον μαλακώσει η μητέρα του. «Οι γιατροί δουλεύουν για να βοηθούν τους ανθρώπους, για να μη βλάπτεται κάνεις. Δεν πρέπει να τους φοβάσαι».

«Ναι, σιγά…», αναστέναζε ο Ευθύμης, εξετάζοντας το δάχτυλό του. «Ας γιατρεύουν τους εαυτούς τους, εμένα να με αφήσουν ήσυχο!»

Δεν χρειάζεται να σας πω πώς ένιωσε όταν, λίγα χρόνια αργότερα, αναγκάστηκε να πάει στον οδοντίατρο για να βγάλει δόντι. Ούρλιαζε τόσο δυνατά που ακουγόταν μέχρι το πεζοδρόμιο.

Αυτά τα βιώματα τον ακολούθησαν μέχρι την ενηλικίωσή του και, παρόλο που μεγάλωσε, ποτέ δεν ξεπέρασε την απέχθειά του για τους γιατρούς και τα νοσοκομεία. Τα απέφευγε όσο περισσότερο μπορούσε.

Μια μέρα, όμως, από εκείνες που λες πως η μοίρα στο φέρνει περίεργα, ο Ευθύμης βρέθηκε στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, με έντονο πόνο στην κοιλιά.

Τόσο άσχημα ήταν, που η Αργυρώ, με την οποία είχε κανονίσει να δειπνήσει, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καλέσει ασθενοφόρο.

«Δεν χρειάζεται το ασθενοφόρο, θα μου περάσει», την παρακαλούσε ο Ευθύμης.

«Κάνεις λάθος. Σε βλέπω πως υποφέρεις. Μάλλον έχεις σκωληκοειδίτιδα ακριβώς τα ίδια είχα κι εγώ».

Κάπως έτσι ο Ευθύμης βρέθηκε, παρά τη θέλησή του, στο νοσοκομείο. Τα συναισθήματά του ανάμεικτα: φόβος, άγχος, αίσθημα ματαιότητας.

Όταν αντίκρισε το φορείο να περνάει στον διάδρομο με τον άψυχο ασθενή, ένιωσε τη μιζέρια να τον πλημμυρίζει.

Γύριζε στο μυαλό του η σκέψη: «Δεν θα επιστρέψω σπίτι… Και την Αργυρώ δεν θα τη ξαναδώ. Ήθελα να της κάνω πρόταση γάμου, αλλά δεν πρόλαβα. Γιατί να μου τυχαίνει αυτό;»

«Μην αγχώνεστε τόσο πολύ», ξαναείπε η νοσηλεύτρια. «Η επέμβαση είναι απλή και ήρθατε εγκαίρως. Αν αργούσατε, ίσως ήταν χειρότερα».

Πράγματι, η εγχείρηση κύλησε ήρεμα, και όταν ξύπνησε στην ανάνηψη, όλα είχαν ήδη τελειώσει. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Ευθύμης είχε μια θετική εμπειρία από το νοσοκομείο.

Το ίδιο βράδυ μεταφέρθηκε σε κανονικό θάλαμο κι ως το πρωί κοιμόταν βαθιά, ξυπνώντας μόνο για λίγο όταν άλλαζαν τον ορό.

Το πρωί, βρήκε στον διπλανό θάλαμο έναν ηλικιωμένο κύριο.

«Αυτό μας έλειπε τώρα», σκέφτηκε με δυσαρέσκεια. «Θα μου λέει τη ζωή του, αλλά εγώ μόνο ησυχία θέλω».

Δε τηλεφώνησε ούτε στην Αργυρώ της έστειλε απλώς πως όλα είναι καλά, για να μην ανησυχεί.

Το μυαλό του τριγύριζε πώς έμπλεξε έτσι στη μέση των προετοιμασιών του για πρόταση γάμου: είχε κανονίσει τραπέζι, μιλήσει με μουσικούς να παίξουν το αγαπημένο της τραγούδι, προγραμματίσει να της προσφέρει το δαχτυλίδι με το γλυκό.

Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια: αντί να χαίρεται με την αγαπημένη του και να συζητούν γάμο, ήταν σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι με έναν άγνωστο γέροντα.

Στην έκπληξή του, ο ηλικιωμένος δεν τον ενόχλησε με κουβέντες μόνο τηλεφωνούσε ξανά και ξανά σε κάποιον, ώσπου τέλειωσε η μπαταρία του παλιού του κινητού. Το καλώδιο δεν το είχε μαζί, ούτε το νοσηλευτικό προσωπικό είχε κατάλληλο φορτιστή.

Σαν απόγνωση, ο γέροντας, βλέποντας το σκοτεινό κινητό, έβαλε τα κλάματα. Εκεί ο Ευθύμης ένιωσε άσχημα είχε φανταστεί διάφορα για εκείνον, αλλά μπροστά στα δάκρυα, τον κυρίεψε ντροπή.

Έτσι, μαλάκωσε και πήγε προσεκτικά κοντά του.

«Όλα καλά;», τον ρώτησε.

«Δεν μπορώ να βρω τον γιο μου», απάντησε στεναχωρημένος ο γέροντας.

«Δεν ξέρει πως είστε στο νοσοκομείο;»

«Το ξέρει. Η νοσηλεύτρια τον ειδοποίησε. Όμως δεν με θέλει. Τσακωθήκαμε πριν μισό χρόνο ήθελε να με βάλει σε γηροκομείο για να πουλήσει το σπίτι μου. Εγώ αρνήθηκα. Όχι για το σπίτι…»

Του αφηγήθηκε πώς βρέθηκε στο νοσοκομείο μετά από έμφραγμα, ότι του είπαν οι γιατροί πως θα χειρουργηθεί και πως διέρχεται δύσκολες μέρες.

«Η εγχείρηση είναι για μεθαύριο…», είπε, «αλλά φοβάμαι πως δεν θα αντέξω ως τότε».

«Μη λέτε τέτοια πράγματα», τον εμψύχωσε ο Ευθύμης. «Οι γιατροί είναι για να σώζουν ζωές. Κι εγώ εγχείρηση έκανα χθες και είμαι μια χαρά».

Ο γέροντας χαμογέλασε πικρά. «Είναι διαφορά η σκωληκοειδίτιδα από την καρδιά…»

«Μόνος μου όμως δεν είμαι.» σύνεχισε, «έχω ένα σκύλο, τον Λαμπίκο. Τώρα έμεινε μόνος του στον δρόμο. Ήθελα ο γιος μου να φροντίσει τον μικρό, αν δεν τα καταφέρω ή να τον δώσει σε καλό σπίτι. Καλοί οι γείτονες, αλλά είναι δύσκολο, έχουν αρκετά ζώα και κανείς δεν θα ψάξει να του βρει νέο αφεντικό. Ενώ ο γιος μου, αν ήθελε, θα το έκανε. Θα πάρει και το σπίτι άλλωστε. Μια του χάρη ζήτησα μα ούτε αυτό δεν κάνει…»

Ο Ευθύμης έμεινε σκεπτικός.

«Πώς θα ζήσει έτσι το καημενούλι;» ψιθύρισε ο γέροντας.

Αρχικά, ο Ευθύμης σκέφτηκε: «Δείτε ανησυχίες που έχει», αλλά μετά που άκουσε την ιστορία γνωριμίας του με τον σκύλο, άλλαξε γνώμη. Ήταν ολοφάνερο ο Λαμπίκος του είχε δώσει νόημα και συντροφιά στα τελευταία του.

«Τον βρήκα γενέθλιά μου, μισό χρόνο πριν. Ο γιος μου ούτε ένα χρόνια πολλά, η γυναίκα μου μου χε λείψει πέθανε πέντε χρόνια τώρα. Τη νύχτα πριν τα γενέθλια την είδα στον ύπνο μου, με ένα σκύλο. Μου χαμογέλασε. Την ημέρα εκείνη, βρήκα στην καταιγίδα ένα δεμένο αδέσποτο, κανείς δεν ήξερε τίποτα. Περίμενα ώρες, μήπως βρεθεί αφεντικό, αλλά τίποτα. Ε, τον πήγα σπίτι μου. Μπορεί να είναι τρελό, αλλά το πήρα για το δώρο της συζύγου μου…»

«Όλα μπορεί να συμβούν σ αυτή τη ζωή», συμφώνησε ο Ευθύμης και ας μην το πίστευε και ο ίδιος.

Ο γέροντας συνέχισε να μιλά με αγάπη για τον σκύλο πώς δεν μπορούσε κανείς να βρεθεί να τον πάρει πίσω, αλλά τελικά χάρηκε που τον κράτησε εκείνος. Ο Λαμπίκος έγινε, όχι απλώς παρέα, αλλά ο σκοπός του.

Το βράδυ εκείνο, ο Ευθύμης σκεφτόταν συνέχεια τον σκύλο που ίσως ζούσε μόνος και το γιο που είχε τόση αδιαφορία.

Του ήρθε στον ύπνο ένα όνειρο: έβλεπε έναν αδέσποτο σκύλο, όπως του περιγραφόταν, που περπατούσε λυπημένος στους δρόμους της Αθήνας, ψάχνοντας κάποιον. Ο ίδιος ακολουθούσε, χωρίς να ξέρει γιατί, μα αισθανόταν ότι έπρεπε.

Τον ξύπνησαν τα δύσπνοια και οι πόνοι του ηλικιωμένου. Ο Ευθύμης πετάχτηκε επάνω.

«Να φωνάξω γιατρό;», ρώτησε τρομαγμένος.

«Όχι… Πρώτα πάρε το γιο μου, το Μιχάλη… Ο αριθμός στο χαρτάκι, εκεί. Αν μπορεί ας έρθει, να πω αντίο. Ειδάλλως, απλά να φροντίσει τον Λαμπίκο. Να μην μείνει μόνος… Άστον να βρει μια αγκαλιά για το μικρό. Έτσι μόνο θα φύγω ήσυχος, πως δε θα μείνει εγκαταλελειμμένος».

Με χέρια που έτρεμαν, ο Ευθύμης πήρε το κινητό, βρήκε τον αριθμό και κάλεσε.

«Ναι;» ακούστηκε από την άλλη μεριά. «Ο Μιχάλης; Είμαι ο συγκάτοικος του μπαμπά σας στο Ευαγγελισμός… Ο Αντώνης ο Γεραλής…», είπε ο γέροντας ήρεμα.

«Είναι σοβαρά δηλαδή; Σε ποιο νοσοκομείο; Ευαγγελισμό; Ποιο θάλαμο;»

«Τρίτος όροφος, θάλαμος 314», υπαγόρευε ο Ευθύμης και αμέσως κατέβηκε να βρει νοσηλεύτρια.

Η καρδιά του κυρίου Αντώνη σταμάτησε πριν καν φτάσει ο γιατρός, λίγο αφότου συμφώνησαν ότι ο γιος του θα ερχόταν.

Σχεδόν είκοσι λεπτά μετά, πέρασαν οι τραυματιοφορείς για να πάρουν το σώμα…

*****

«Ο πατέρας σας πέθανε μπροστά μου», είπε ο Ευθύμης στον Μιχάλη όταν ήρθε.

«Τουλάχιστον έτσι, ήσυχα», απάντησε παγερά ο Μιχάλης. «Σημασία έχει ότι δεν ταλαιπωρήθηκε. Ξέρετε πώς είναι, μερικές φορές μένουν κατάκοιτοι και όλο φροντίδα χρειάζονται. Εγώ έχω οικογένεια, δουλειά… Καλύτερα έτσι».

«Ο πατέρας σας είχε τελευταία επιθυμία να φροντίσετε τον Λαμπίκο, τον σκύλο του», ανέφερε ο Ευθύμης.

«Το σκυλί; Ε, ναι, κάτι είχε πάρει απ τον δρόμο. Πού να βρεθεί άνθρωπος να το θέλει; Από τότε που αρνήθηκε να πάει γηροκομείο εξαιτίας του σκύλου έχουμε τσακωθεί…»

Ο Ευθύμης τον κοίταξε αυστηρά: «Τόσο δύσκολο είναι; Θα πάρετε το σπίτι του, το λιγότερο που μπορείτε είναι να κάνετε το χατίρι του».

Ο Μιχάλης μάζεψε σιωπηλά το παλιό τηλέφωνο του πατέρα του και έφυγε χωρίς να πει ούτε ένα ευχαριστώ.

Ο Ευθύμης στριφογύριζε στη σκέψη ότι ο κύριος Αντώνης ίσως μπορούσε να ζήσει πολλά ακόμη χρόνια μα η μοίρα δεν τα έφερε έτσι. Ακόμα πιο θλιβερό ήταν που ο Λαμπίκος μάλλον θα καθόταν μόνος του. Δεν ήλπιζε πως ο Μιχάλης θα κρατούσε την υπόσχεση.

Εκείνη τη νύχτα, ονειρεύτηκε τον Αντώνη να κυκλοφορεί στους δρόμους και να φωνάζει τον φίλο του το σκύλο· κι αυτός, από μακριά, έβλεπε τα δάκρυά του.

Στην επιστροφή στο σπίτι η Αργυρώ παρατήρησε το βαρύ του βλέμμα.

«Ευθύμη, είσαι καλά;»

«Ναι… σκεφτόμουν…»

«Τι;»

«Ο συγκάτοικός μου στο νοσοκομείο, ο κύριος Αντώνης, πέθανε, και άφησε ένα σκύλο μόνο. Ο γιος του, που τελικά ήρθε, νοιάζεται μόνο για το σπίτι, όχι για τον σκύλο. Μάλλον τον παρατήσανε…»

«Να πάμε να ψάξουμε;» πρότεινε η Αργυρώ. «Αν είναι έξω ακόμα, τον παίρνουμε».

«Σοβαρολογείς; Δεν σε πειράζει;»

«Καθόλου! Μια χαρά θα είναι να έχουμε έναν σκύλο παρέα!»

«Τέλεια λοιπόν, αλλά ούτε διεύθυνση δεν ξέρω…»

«Θα τη βρω εγώ!», του απάντησε χαμογελώντας.

Ένα βαζάκι καλός ελληνικός καφές κι ένα κουτάκι γλυκάκια στην υπάλληλο του γραφείου ήταν αρκετά για να πάρουν κρυφά τη διεύθυνση από το αρχείο του νοσοκομείου.

Μισή ώρα αργότερα, έφτασαν στη Νέα Ιωνία, στο σπίτι του κύριου Αντώνη. Μια γειτόνισσα βγήκε έξω.

«Εσείς ποιοι είστε;»

«Ήμουν μαζί του στο νοσοκομείο. Πέθανε στα χέρια μου…»

«Παπαπα… Ήταν χρυσός άνθρωπος. Ο γιος του, ούτε για την κηδεία δεν νοιάστηκε μόνο πώς θα πουλήσει το σπίτι…»

«Το σκυλάκι του το είδατε;»

«Ο Λαμπίκος; Ε, τις πρώτες μέρες καθόταν έξω απ την αυλόπορτα και περίμενε… Έκλαιγε τα βράδια. Ο γιος κάπου τον πήγε… Δε μ είπε πού ακριβώς. Έχω φωτογραφία απ το κινητό, δείτε δες τι όμορφος!»

«Είναι κόργκι!», είπε η Αργυρώ όλο χαρά. «Μαγεία!»

«Λένε ότι τον έδωσε σε κάποιον άλλον αδιάφορα. Δε νοιάζεται για ζώα, από παιδί ήταν έτσι…»

Απογοητευμένοι, αναχώρησαν και οι δύο, με το αυτοκίνητο σιωπηλοί, να σκέφτονται πόσο αργά κίνησαν για να ψάξουν τον Λαμπίκο. Ίσως να ήταν τυχερός, ίσως χαμένος.

Ο Ευθύμης δοκίμασε να καλέσει τον Μιχάλη, αλλά είχε ήδη μπλοκάρει τον αριθμό του. «Ας ελπίζουμε να είναι καλά», είπε η Αργυρώ.

Στον δρόμο, με μποτιλιάρισμα, η Αργυρώ έκανε παράκαμψη. Σε κάποιο ξέφωτο, στην άκρη του δρόμου, είδαν έναν σκύλο που έμοιαζε εκπληκτικά με τον Λαμπίκο της φωτογραφίας.

«Ευθύμη, λες να είναι αυτός;»

«Πάμε να δούμε!»

Κατέβηκαν και πλησίασαν. Ήταν πραγματικά ο Λαμπίκος στην αρχή επιφυλακτικός, μετά πλησίασε και μύρισε το χέρι του Ευθύμη. Εκεί ένιωσε οικεία η μυρωδιά του κύριου Αντώνη υπήρχε ακόμη.

Κούνησε με λαχτάρα την ουρά του, ακούμπησε το κεφάλι σε αυτόν που τον φώναξε με το όνομά του και τους εμπιστεύτηκε.

Η Αργυρώ και ο Ευθύμης χάρηκαν τόσο πολύ πήραν τον Λαμπίκο αγκαλιά και πήγαν σπίτι. Εκείνος πια κοιμόταν, επιτέλους ήσυχος, σε ένα χαλί κάτω απ το παράθυρο, και στον ύπνο του λες και χαμογελούσε.

Ο Ευθύμης, βλέποντας αυτή τη στιγμή αγάπης, κατάλαβε βαθιά πως η ζωή πρέπει να αρπάζεται τη στιγμή δεν υπάρχουν πάντα οι τέλειες συνθήκες. Το ίδιο βράδυ, βγάζοντας το δαχτυλίδι που είχε φυλάξει, έκανε επίσημα πρόταση γάμου στην Αργυρώ.

Εκείνα που σχεδίαζε για ημέρες και εβδομάδες, έγιναν απλά, μα η χαρά ήταν αληθινή. Η Αργυρώ δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.

***

Η ζωή δίνει ευκαιρίες όταν δείχνουμε καλοσύνη εκεί που οι άλλοι δείχνουν αδιαφορία. Ο Ευθύμης και η Αργυρώ απέκτησαν έναν πιστό φίλο κι ο Λαμπίκος βρήκε ξανά οικογένεια. Και κάπου εκεί έξω, η ανθρωπιά συνεχίζει να κάνει μικρά θαύματα σε καθημερινούς ανθρώπους.

Oceń artykuł
Η Τελευταία Παράκληση