ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ
Η αγαπημένη μου θεία, η Δανάη, βρέθηκε να παντρεύεται με το ζόρι. Ήταν οι μεγαλύτερες αδερφές που την πίεζαν και οι γονείς που δεν σταματούσαν να τη νουθετούν.
Τα επιχειρήματά τους ακουγόντουσαν σαν πανίσχυρα ρήγματα:
«Όσο κι αν χοροπηδά η φοράδα, το χαλινάρι την περιμένει Τι θες, Δαναούλα μου, να φτάσεις τα γεράματα και να μείνεις ανύπαντρη; Μια τέτοια ντροπή στο δικό μας σπιτικό δεν την έχουμε δει ποτέ! Ποιος θα σου φέρει νερό όταν θα 'σαι αδύναμη;»
Κι όμως η Δανάη, βλέποντας τον πατέρα της έναν πικραμένο μεθύστακα είχε υποσχεθεί στον εαυτό της από μικρή πως ποτέ δεν θα παντρευόταν. Ήθελε να αφιερώσει τη ζωή της στη δουλειά της, να προχωρήσει στην καριέρα της δίχως δεσμά.
Όμως, στα είκοσι οκτώ της, στη γιορτή των γενεθλίων της, οι ευχές και οι προτροπές της οικογένειας έγιναν ένα βουητό που δεν άντεχε πια να αγνοεί. «Ίσως να ήρθε η ώρα να κάνω οικογένεια», σκέφτηκε.
Ο Πέτρος, ο γαμπρός, φάνηκε άμεσα. Η οικογένεια, φανερά, τον είχε εδώ και καιρό μένει στρατολογήσει και «καλλιεργήσει» για τη θέση. Δύο βδομάδες μετά τη γνωριμία τους της έκανε πρόταση γάμου. Εκείνη κούνησε αδιάφορα το κεφάλι. «Ίσως με τα χρόνια να τον αγαπήσω», συλλογίστηκε ήσυχα.
Ο Πέτρος βρισκόταν στην ηλικία του Χριστού και το πείσμα του ήταν ήδη τσιμεντωμένο. Ο γάμος έγινε γρήγορα, μέσα σε μια παράξενη, ονειρική θολούρα. Και ο λόγος του κουμπάρου, χαραγμένος στη μνήμη της: «Αν είναι να αγαπάς, πήγαινε στην εκκλησία, αν όχι, πήγαινε στη μάνα σου πίσω!»
Σύντομα, η καθημερινότητα έγινε χωρίς φως. Μετά από έναν μήνα, η Δανάη ήθελε να χωρίσει. Τίποτα δεν την ευχαριστούσε. Η απογοήτευση ήρθε να κατοικήσει στη ψυχή της. Ο Πέτρος ήταν αδυσώπητος, μονόχνωτος και απόλυτος. Δεν υποχωρούσε ποτέ και δεν είχε διάθεση να αλλάξει. Ήταν σα να ενώθηκαν ατσάλι με γρανίτη.
Μετά από έναν χρόνο, ένας πελαργός άφησε στην αυλή τους τον γιο τους, τον Νεκτάριο. H Δανάη κλείστηκε στη μητρότητα, ξεχνώντας τον άντρα της. Τα βράδια του έστρωνε να κοιμηθεί στο ράντζο, λέγοντας πως κουραζόταν και δεν είχε κουράγιο.
Το καλοκαίρι, η Δανάη ταξίδεψε με τον Νεκτάριο στους γονείς της, στο χωριό. Εκεί, στην κουζίνα ανάμεσα στη μυρωδιά της ρίγανης και της φασολάδας, ξέσπασε στη μητέρα της:
Μάνα, θέλω να χωρίσω. Μόνη μου θα μεγαλώσω τον γιο. Δεν είναι για μένα αυτός ο γάμος, με πνίγει! Είναι φορές που θέλω να κλείσω τα μάτια και να κυλίσω μακριά σαν μπάλα. Δεν μπορώ να ενταχθώ σε οικογένεια, δεν αντέχω άλλο τον Πέτρο. Γιατί να το τραβάω;
Η μητέρα της ψιθύρισε το μοναδικό της φάρμακο:
Μείνε λίγο μαζί μας. Μπορεί να σου λείψει ο άντρας σου. Μη διανοηθείς να χωρίσεις. Η γυναίκα κι ο άνδρας, σαν το λάδι με το νερό, αν ανακατευτούν, το ζουμί βγαίνει μαζί, διαχωρισμό δεν έχει.
Η Δανάη δεν περίμενε άλλη απάντηση. Αλλά δεν καταλάβαινε το γιατί να υπομένει. Ο Νεκτάριος θα μεγάλωνε βλέποντας αυτή τη ριζωμένη έλλειψη αγάπης. Τι θα μάθαινε απ αυτή τη «οικογένεια»;
Η μητέρα της, χρόνια τώρα, υπέμενε έναν πατέρα διαλυμένο από το ούζο. Εκείνη από τα χαράματα όρθια μια να αρμέγει τη γίδα, μια να φτιάχνει τραχανά για τα παιδιά, μια να ποτίζει τον κήπο, μια στην ελιά να μαζεύει καρπό. Το χωριό δεν γνωρίζει ραστώνη.
Οι τρεις κόρες έφυγαν όλες στην πόλη, διψασμένες για κάτι καλύτερο μακριά απ’ τα παραμύθια και τα βάσανα του χωριού. Στον πατρικό έμεινε ο αδερφός της Δανάης, ο Σωτήρης, μα εκείνος γεννήθηκε με το μυαλό του σαν κιτρινισμένο χωράφι, γεμάτο αγρανάπαυση. Η μητέρα, γνωρίζοντας την κατάσταση του άντρα της, τόλμησε να κάνει τέταρτο παιδί, επειδή ο πατέρας ήθελε γιο: «Κορίτσια είχαμε αρκετά στο σπίτι…»
Οι γονείς του Σωτήρη τον φρόντιζαν μέχρι τέλους. Εκείνος έφυγε λίγο μετά και τους ακολούθησε ήσυχα. Δεν είχε μάθει ποτέ να φροντίζει τον εαυτό του.
Η Δανάη γύρισε πίσω, μην ραγίζοντας τη μάνα της.
Σε δύο χρόνια γεννήθηκε ο δεύτερος γιος, ο Φίλιππος. Η Δανάη ήλπιζε πως τώρα θα γλυκάνει η οικογένεια, αλλά ο Πέτρος γύρισε την πλάτη στον νεογέννητο. Έμοιαζε υπερβολικά του παππού-μεθύστακα. Η Δανάη έπνιγε τα δάκρυά της και αποφάσισε: «Όλη μου η αγάπη για τα παιδιά, για τον άντρα μου ούτε στάλα.»
Όταν ο Νεκτάριος και ο Φίλιππος έγιναν άντρες, ήρθαν νέα προβλήματα: μεθύσι, τσιγάρα, αγένεια. Πατέρας και γιοι έγιναν ένα μέτωπο απέναντι στη Δανάη. Εκείνη ήθελε παιδιά υπάκουα, αλλά το σπίτι είχε γίνει καράβι χωρίς πυξίδα. Ο Πέτρος έπινε με τους γιους του και η οικογένεια κατέρρεε. Η Δανάη τούς παράτησε και γύρισε να ζήσει στους γερασμένους γονείς της.
Εκείνη τη δέχτηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Η μάνα της την παρηγόρησε:
Δαναούλα μου, φαίνεσαι πιο γερασμένη κι από μένα. Μάλλον σε χάιδεψε η ζωή ανάποδα. Αυτοί οι άντρες…
Η Δανάη μάλωνε τη μητέρα για την αδυναμία στον Σωτήρη:
Μάνα, γιατί του φέρεσαι σα μωρό; Λίγο σκληράδα χρειάζεται, αλλιώς θα σου ανέβει στο κεφάλι!
Τι λες κορίτσι μου! Ο αδερφός σου ζει με τα σύννεφα στο μυαλό, αλλά τι να κάνω; Αίμα είναι! Δεν τον πετάς από το γένος μας! Μέχρι την τελευταία ανάσα μου μαζί του θα μένω!
Η Δανάη τον αντιπαθούσε μα ήξερε: «Τα αραιά μυαλά δεν φταίνε.» Πώς να γεννηθεί υγιές παιδί από πατέρα μες στο κρασί; Εκείνη και οι αδερφές της στάθηκαν τυχερές: τότε δεν έπινε τόσο συχνά.
Γρήγορα ήρθε και η θλιβερή είδηση από τον Φίλιππο, πως ο πατέρας τους πέθανε, έχοντας βουλιάξει στο ούζο του. Η Δανάη δεν έκλαψε. Αναστέναξε βαθιά:
Ήταν γραφτό. Περιμένουμε να ζήσουμε όσο το μπράτσο και ζούμε όσο το νύχι Ας αναπαυτεί ο Πέτρος…
Πήρε τα υπάρχοντά της κι αγόρασε με τις οικονομίες της στη Θεσσαλονίκη ένα μικρό σπιτάκι στα προάστια να περάσει ήρεμα τα γηρατειά, με το μυαλό ήσυχο. Ο Νεκτάριος και ο Φίλιππος έμειναν στο διαμέρισμα των γονιών.
Ο Νεκτάριος πάντρευτηκε. Γεννήθηκε ο πρώτος εγγονός, αλλά κάπου έσπασε η αλυσίδα και χώρισε σε ένα χρόνο. Ο Φίλιππος ήρθε να μείνει με τη Δανάη ο Νεκτάριος δεν άντεξε τις κραιπάλες του αδερφού του κι όταν πιάστηκαν στα χέρια, τον έδιωξε. Ο Φίλιππος έπινε ό,τι αναβόσβηνε στο ποτήρι. Τώρα έμενε με τη μάνα του.
Ο καιρός κυλούσε σαν φιδίσιο ποτάμι…
Ο Νεκτάριος ξαναπαντρεύτηκε δεύτερη φορά, κι έπειτα ξανά βρέθηκε να ζει μόνος. Η γυναίκα του έφυγε. «Παντρεύτηκα και βούλιαξα», είπε κάποτε. Και στον τρίτο γάμο, αγάπη και πάθος, ώσπου η γυναίκα του έφυγε ξαφνικά, καρδιακή προσβολή στα σαράντα. «Ο θάνατος είναι καπνός, μπαίνει παντού…» θρήνησε, κι ύστερα είπε στη μάνα του:
Τέλος οι γάμοι, κουράστηκα. Θα μείνω μόνος.
Η Δανάη τώρα τρέχει στη Θεσσαλονίκη, του τακτοποιεί το σπίτι, του ετοιμάζει φαγητά.
Ο Φίλιππος έμεινε εργένης. Πίνει τα πάντα. Χάνεται για μέρες. Η Δανάη στα εβδομήντα πέντε της γυρίζει τον κόσμο με μια φωτογραφία στο χέρι:
Μήπως είδατε τον γιο μου;
Οι γείτονες ξέρουν τη ρουτίνα της. Έναν-δυο μήνες μετά, ο ατίθασος γιος επιστρέφει «ασφαλής», λες και βγήκε από θάλασσα ονείρου. Η Δανάη τον πλένει, του φροντίζει τα ρούχα, πετάει τα σκισμένα εσώρουχα. «Πού ήσουν;», τον ρωτάει κι εκείνος ψιθυρίζει ακαταλαβίστικα. Μα εκείνης της αρκεί που τον βλέπει ζωντανό.
Όλοι οι υπόλοιποι ήξεραν πως ο Φίλιππος περνούσε τις μέρες του σ ένα γυναικείο σπίτι, με μια παράξενη μάγισσα που έπινε λικέρ και άλλα «γυναικεία» ποτά καλύτερα κι απ τους άντρες. Ο Φίλιππος ήταν αγαπημένο «τροπαίο» της. Όταν έβρισκε άλλον, εκείνος γύριζε σπίτι του ως την επόμενη φορά.
Η Δανάη τον στήριζε με τη σύνταξή της, αλλά εργασία δεν κατάφερε να του βρει μόνιμη. Μόλις έπαιρνε λίγα ευρώ, χανόταν αυτός και τα χρήματά του. Τρεις μέρες πεταμένος, δωσ’ του περιπλάνηση, δωσ’ του καινούργιες χαρές. Μετά ξαναγύριζε στο σπίτι: «Μάνα, τάισε το παλικάρι σου!»
Η Δανάη έφερνε στη μνήμη τη δική της μάνα, που πάλευε με τον Σωτήρη, κι ένιωθε: μόνο τώρα καταλαβαίνω τον πόνο της μητέρας. Το αίμα δεν ξεριζώνεται.
Η ευτυχία δεν φτάνει για όλους Κι όταν κοιτάζει πίσω, στη βιαστική της ένωση με τον Πέτρο, ξέρει πως αυτός ο γάμος και τα τραγούδια του δεν άξιζαν ούτε ένα δράμι μελάνι στ όνειρο.





