Η Πόρτα
Ο Πέτρος Παπαδόπουλος είχε κολλήσει με το βλέμμα του στην πόρτα, σχεδόν απορημένος. Τι γύρευε άραγε εδώ πέρα; Ίσως να αφαιρέθηκε λίγο παραπάνω και τα πόδια του να τον έφεραν αυθόρμητα έξω από την παλιά τους πολυκατοικία στο Παγκράτι, εκεί όπου είχε περάσει σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια παντρεμένος με τη γυναίκα του. Κι έτσι, τώρα στεκόταν εκεί, χαζεύοντας την πόρτα που αναπάντεχα είχε εμφανιστεί ακριβώς μπροστά στη μύτη του. Μια συνηθισμένη πόρτα, σαν τόσες άλλες στη γειτονιά.
Ένα παλιό ξύλινο φύλλο, καλυμμένο με μπεζ τεχνοδέρμα, καρφωμένο σταυρωτά με μπρούτζινες πινέζες, και μόνο μια, η πάνω δεξιά, αργυρή. Ο Πέτρος θυμόταν πως πριν 15 χρόνια είχε χαθεί η αυθεντική πινέζα κι ένας γλόμπος από το τεχνοδέρμα έκανε κακόγουστη φουσκάλα τότε ήταν που ο ίδιος αντικατέστησε τη χαμένη με μια ασημένια, το μόνο που βρήκε στο κουτί με τα εργαλεία. Ανάμεσα στα χρυσάκαρφα, αυτή η ασημένια έλαμπε σα μικρό άστρο ο Πέτρος στεκόταν και την κοιτούσε, και δεν έλεγε να φύγει…
* * *
Οι αλλαγές στη ζωή του Πέτρου ξεκίνησαν πέρυσι, και ήρθαν ακριβώς τότε που νόμιζε πως ήταν έτοιμος να τις δεχτεί. Η εργασία του τον πλάκωνε σταθερή, ήρεμη, μα πνιγηρή. Το ίδιο και το οικογενειακό περιβάλλον, του θύμιζε βαλτωμένο νερό: ζεστό στην αφή, όμως σε τραβάει προς τα κάτω, δεν έχεις να πιαστείς κάπου, ούτε λαμβάνεις χρώμα ή ένταση. Ένιωθε να του λείπει ζωή
Σαν ναυαγός λοιπόν, γυρνούσε απελπισμένα ψάχνοντας ένα μικρό κλαδί που θα τον βοηθούσε να βγει στην επιφάνεια, σ ένα κόσμο πολύχρωμο, γεμάτο ζωή, γιορτές, φωνές, γέλια εκεί όπου θα υπήρχε ξανά λόγος να νιώθει ζωντανός και απαραίτητος, έστω και για τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό το «κλαδάκι» το βρήκε στη νεαρή γραμματέα του, την Ιφιγένεια.
Η Ιφιγένεια μπήκε στη ζωή του Πέτρου κυριολεκτικά σα θύελλα: γέμιζε το γραφείο αρώματα, γέλια, μουσικές στα ακουστικά της ήταν μία ανάσα καινούριας ζωής. Ήταν νέα, όμορφη, με τη φρεσκάδα και τον αυθορμητισμό που είχε ξεχάσει πώς είναι. Ο Πέτρος ερωτεύτηκε. Θυμόταν τον παλιό του έρωτα για τη γυναίκα του τότε, νεαρή δασκάλα κι όλα εκείνα τα δειλά, αθώα σκιρτήματα. Τώρα του φαίνονταν λίγο θαμπά μπροστά στο πάθος με την Ιφιγένεια.
Η γυναίκα του, η Ελένη, ένιωθε μέσα της ότι σύννεφα είχαν μαζευτεί επάνω από τη σχέση τους. Έπαψε να μιλάει πολύ, τον κοιτούσε συχνά στα μάτια, σαν να έψαχνε μια απάντηση στην αγωνία που βασάνιζε διαχρονικά όλες τις γυναίκες
Ο δεσμός με την Ιφιγένεια φούντωνε όλο και πιο πολύ. Ο Πέτρος ξανάγινε παλικάρι: ένιωθε πως τον αγαπούν, πως έχει αξία, πως μπορεί ακόμα να διεκδικήσει τη ζωή του. Έδινε τα πάντα στη νέα του σχέση χρόνο, λεφτά, ενέργεια. Όμως, ποτέ δεν έκοψε εντελώς τις συνήθειες από το σπίτι: νοσταλγούσε τα βράδια στο σαλόνι, τα κεφτεδάκια της Ελένης στη μέση της νύχτας, τη ζεστή φροντίδα…
Ποιος ξέρει πόσο θα τραβούσε αυτό; Η Ιφιγένεια όμως, βαρέθηκε τον ρόλο της τρίτης. Μία μέρα εμφανίστηκε στο σπίτι, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και να πάρει το Πέτρο μαζί της. Σπίτι βρήκε τη γυναίκα και τον φοιτητή γιο τους. Άκουσαν ήσυχα την ξεκάθαρη ομιλία της, κι όσο η Ελένη προσπαθούσε να συνέλθει με το υπογλώσσιο, ο γιος βιαστικά μάζεψε δυο αλλαξιές του πατέρα του σε μια βαλίτσα και, χωρίς πολλά λόγια, τους άφησε και τους δύο στο χολ της πολυκατοικίας…
* * *
Κι έτσι άρχισε το νέο κεφάλαιο του Πέτρου μια νέα ζωή που έτρεχε γρήγορα, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει. Βόλτες, δείπνα στη Βουκουρεστίου, θεάματα στο Μέγαρο, ψώνια στη Γλυφάδα όλα περνούσαν μπροστά του σαν καρουζέλ που δεν σε αφήνει να σταματήσεις για να πάρεις ανάσα. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς πότε κουράστηκε. Ίσως κανείς να μη θέλει να παραδεχτεί πότε ακριβώς χάθηκε ο ενθουσιασμός.
Ο Πέτρος αποφάσισε να κάνει διάλειμμα να μείνει σπίτι και να πάρει μια μεγάλη ανάσα. Έκατσε στο σαλονάκι και κοίταξε γύρω. Στην αρχή ήταν όλα αλλιώτικα αλλά σιγά σιγά, άρχισε να τον εκνευρίζει αυτό το καινούργιο. Η Ιφιγένεια δεν τα κατάφερνε ούτε στο πιο απλό: μαγείρεμα, καθαριότητα, συζήτηση τίποτα. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν τα likes της, τα ψώνια, το χρήμα.
Στην αρχή προσπάθησε να τη μορφώσει, να της διαβάσει δυο πράγματα, να της πει για τον Καστανάκη και τον Αγγελόπουλο· μάταια… Κάθε σκέψη την ζόριζε, η υπομονή του γρήγορα άδειασε. Παράτησε πια και τις προσπάθειες, κι έπινε τα ανούσια τσάγια που του ετοίμαζε η Ιφιγένεια από φθηνά φακελάκια του σούπερ μάρκετ και νοσταλγούσε τα αρωματικά ροφήματα που ήξερε να φτιάχνει η Ελένη. Οι σπιτικές σούπες της, τα μοσχαρίσια γιουβαρλάκια, οι πίτες με τα ίδια της τα χέρια… Κι οι βραδιές τους, οι αγκαλιές, οι κουβέντες για κάποιο βιβλίο που διάβασαν, ή μια ταινία του Λάνθιμου… του έλειπαν όλα αυτά, ακόμα κι αν δεν το παραδεχόταν φωναχτά.
Μια φορά δοκίμασε να επιστρέψει όχι μόνιμα, απλά… έτσι. Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε τι γύρευε, μεσάνυχτα, στην παλιά τους είσοδο. Κανείς δεν άνοιξε. Μέσα από την πόρτα, άκουσε γυναικείο, σιγανό κλάμα. Έφυγε χωρίς ν επιμένει. Πήγε και κάθισε στο πεζουλάκι απέναντι και κοίταζε τα παλιά τους παράθυρα, μέχρι που έσβησαν τα φώτα…
Ο καιρός περνούσε και το χάσμα της ηλικίας μεγάλωνε. Όλο πιο ενοχλητικός γινόταν ο νιάνιαρος χαρακτήρας της Ιφιγένειας, όλο και πιο δύσκολα άντεχε εκείνη τη ρουτίνα ενός άντρα που απλώς είχε κουραστεί. Είχαν σταματήσει να κάνουν πράγματα μαζί, τα βράδια ο καθένας στο δικό του δωμάτιο ή την τηλεόραση του.
Ώσπου, δεν κατάλαβε κι ο ίδιος πώς, βρέθηκε να στέκεται ξανά μπροστά στην πόρτα της παλιάς του κατοικίας.
* * *
Στεκόταν εκεί, αγγίζοντας με το δάχτυλο την ασημένια πινέζα που είχε μπει στραβά, κι ένιωθε πως δεν ήξερε πια τι να κάνει. Να φύγει; Και πού να πάει τώρα; Η Ιφιγένεια τον είχε πια ξεπεράσει· ήταν φανερό πως δεν τον αγαπούσε πια. Να μείνει; Θα τον δεχόντουσαν άραγε; Θα του συγχωρούσαν όσα έγιναν;
Κι όμως, αυτή η στραβή, ασημένια πινέζα δεν τον άφηνε σε ησυχία. Άπλωσε το χέρι, έσπρωξε απαλά την πόρτα και πώς έγινε, άνοιξε πανεύκολα. Μια γνώριμη μυρωδιά, βαθιά, ζεστή, του χτύπησε τη μύτη. Πήρε βαθιά ανάσα. Η Ελένη, με μαλακή έκφραση, στεκόταν στην άκρη της κουζίνας, χαμογελώντας. Οι μικρές ρυτίδες γύρω απ τα μάτια της έλαμπαν.
«Γύρισα σπίτι» σκέφτηκε ο Πέτρος, έκανε ένα βήμα μπροστά, και έκλεισε την πόρτα πίσω του.





