Η Παραγραφή δεν πέρασε
– Κυρία μου, καταλαβαίνετε ποια είμαι;
Η Ράνια Βασιλείου δεν σήκωσε τα μάτια αμέσως. Έγραψε προσεκτικά την υπογραφή της στο βιβλίο του θυρωρείου, έβαλε τελεία, και μετά κοίταξε τη γυναίκα που στεκόταν μπροστά της.
Ήταν νεαρή, γύρω στα τριανταπέντε, όχι παραπάνω. Ξανθά μαλλιά, χτενισμένα λες και μόλις είχε βγει απ το κομμωτήριο κι ίσως να είχε το άρωμά της πλούσιο, που έκανε τη Ράνια να ανασαίνει βαριά. Το παλτό της καμηλό, καθαρό κασμίρι, φαινόταν από χιλιόμετρα, και η τσάντα της στον αγκώνα ίδιο κόστος με τον μισό μισθό της Ράνιας στο εξάμηνο.
– Σας ακούω, είπε ψύχραιμα η Ράνια.
– Τότε γιατί δεν ανοίγετε; Περιμένω τρία λεπτά!
– Δεn έχετε πάσο, της απάντησε η Ράνια. Το εξήγησα και στον οδηγό σας στο τηλέφωνο. Το πάσο πρέπει να εκδοθεί εκ των προτέρων.
– Ο άντρας μου νοικιάζει τον μισό όγδοο όροφο εδώ! Η εταιρεία μας, «Αθηνά Τρέιντ». Έχετε καταλάβει σε ποιον μιλάτε;
– Καταλαβαίνω πολύ καλά, κύρια, απάντησε ήρεμα η Ράνια. Μα δεν υπάρχει πάσο στο όνομά σας. Τηλεφωνήστε στον άντρα σας να κατέβει ή να πάρει το θυρωρείο. Σε λίγο το έχετε στα χέρια σας.
– Δεν πρόκειται να πάρω κανέναν! Είμαι η γυναίκα του ενοικιαστή και πρέπει να με αφήσετε να περάσω!
Η Ράνια στένεψε λίγο τα μάτια. Την κοιτούσε χωρίς θυμό, μονάχα σαν κάτι που έχει δει τόσες φορές ώστε ανήκει πια στη ρουτίνα.
– Οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους, είπε χωρίς ίχνος έντασης.
Η κυρία πλησίασε τη ρεσεψιόν, έσκυψε ελαφρώς και ψιθύρισε ξεκάθαρα:
– Άκου, γιαγιά. Κάθεσαι στη γυάλα σου, παίρνεις τα ψιλά σου και νομίζεις πως σου επιτρέπεται να μου υποδεικνύεις; Σε μένα; Πάρε τους σωστούς ανθρώπους και άνοιξε το τουρνικέ, αλλιώς θα φροντίσω να μην ξαναδουλέψεις εδώ.
Η Ράνια περίμενε ένα δευτερόλεπτο.
– Πολύ καλά, είπε και άγγιξε το τηλέφωνο.
Η γυναίκα αναθάρρησε, τέντωσε τους ώμους.
Η Ράνια κάλεσε τον αριθμό, περίμενε να απαντήσουν και μίλησε ήρεμα:
– Κύριε Ανέστη, στο πόστο ένα έχουμε γυναίκα χωρίς πάσο. Λέει πως είναι η σύζυγος του Αλέξανδρου Λάμπρου, από τον όγδοο. Ναι, αναμένω.
Έκλεισε το τηλέφωνο και επέστρεψε στο βιβλίο της.
– Θα περιμένω πολύ; ρώτησε η γυναίκα.
– Μόλις απαντήσουν.
Η κυρία κούνησε ελαφρά το κεφάλι, έβγαλε το κινητό και άρχισε να πληκτρολογεί επιδεικτικά θιγμένη. Δύο λεπτά μετά, ακούστηκαν βήματα δίπλα στα ασανσέρ κι ένας άνδρας με καλό κοστούμι πλησίασε ελαφρώς ταραγμένος.
– Ελένη, μουρμούρησε χαμηλόφωνα. Τι έγινε;
– Η θυρωρός σου δεν με άφηνε να περάσω.
– Είχα πει πως χρειάζεται να βγάζεις πάσο ή να με ειδοποιείς νωρίτερα
– Δε θα ειδοποιήσω ποτέ πριν μπω στη δουλειά του άντρα μου!
Ο άνδρας γύρισε προς τη Ράνια.
– Καλημέρα, κυρία μου. Η σύζυγός μου, Ελένη Λάμπρου. Μπορούμε να εκδώσουμε προσωρινό πάσο;
– Βεβαίως, απάντησε εκείνη σοβαρά, ανοίγοντας το κατάλληλο αρχείο.
Όσο συμπλήρωνε τα στοιχεία, η Ελένη μιλούσε στο τηλέφωνο, εκνευρισμένη. Πριν μπει στο τουρνικέ, έριξε μια λοξή ματιά πίσω της σε κανέναν συγκεκριμένα:
– Γελοίο πράγμα.
Ο άνδρας πέρασε δίχως να κοιτάξει την θυρωρό.
Η Ράνια τους παρακολούθησε, έκλεισε το βιβλίο και έβγαλε τσάι από το θερμός. Είχε σχεδόν κρυώσει.
Σκεφτόταν. Όχι την Ελένη Λάμπρου, όχι. Τη σύμπτωση του ονόματος σε αυτό το κτίριο· έπρεπε να το φανταστεί.
Αλέξανδρος Λάμπρου.
Η Ράνια έκλεισε τα μάτια για λίγο.
Είκοσι δύο χρόνια. Ο άνθρωπος αλλάζει, γερνάει, φτιάχνει οικογένεια, γραφεία σε ορόφους. Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Αυτό το ήξερε καλά.
Το Επιχειρηματικό Κέντρο «Ορίζοντας» στεκόταν στην οδό Κατασκευαστών εδώ και οκτώ χρόνια. Γκρίζα τζάμια, γρανιτένια σκαλιά, φυλασσόμενο πάρκινγκ, καφέ στο ισόγειο με σάντουιτς των έξι ευρώ. Όλα στη θέση τους. Εικοσιτέσσερις ενοικιαστές, από μικρά δικηγορικά ως μεγάλες εμπορικές εταιρείες. Η «Αθηνά Τρέιντ» καταλάμβανε σχεδόν όλο τον όγδοο, πλήρωνε στην ώρα της κι είχε την καλύτερη φήμη.
Η Ράνια το ήξερε γιατί είχε διαβάσει όλα τα συμβόλαια. Όλα. Και τις πράξεις και τα πρακτικά των συναντήσεων. Έτσι. Από συνήθεια.
Εφτά μήνες στο θυρωρείο.
Οι συνάδελφοι την σέβονταν, ίσως με λίγη συγκατάβαση· σαν γυναίκα που δούλευε για συμπλήρωμα σύνταξης. Την βοηθούσαν με το πρόγραμμα, φέρναν πίτες, κάλυπταν βάρδιες, χωρίς πολλά. Τα δεχόταν όλα με ευγνωμοσύνη.
Ο διαχειριστής, Ανέστης Κουλιδάκης, πενήντα δύο ετών, ευγενής και διαρκώς αγχωμένος. Έπαιρνε σωστές αποφάσεις, δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή. Η Ράνια τον παρατηρούσε με ενδιαφέρον. Της άρεσε.
Κανείς στον «Ορίζοντα» δεν ήξερε πως η Ράνια ήταν η μοναδική ιδιοκτήτρια της διαχειρίστριας εταιρείας όχι μόνο του κτιρίου, αλλά κι άλλων, που δεν χρειάζεται τώρα να αναφέρουμε.
Αποφάσισε να δουλέψει θυρωρός τον Οκτώβρη, μετά από κουβέντα με την κόρη της.
– Μαμά, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται στην καθημερινότητα, της είπε η κόρη οικονομική διευθύντρια σε άλλη εταιρεία της Ράνιας, πάντα ειλικρινής. – Βλέπεις αριθμούς, παίρνεις αποφάσεις σε γραφείο. Δεν ξέρεις πώς φέρονται οι άνθρωποι στα κάτω-κάτω.
– Νομίζεις δηλαδή πως δεν ξέρω πώς είναι οι άνθρωποι;
– Νομίζω ότι έχεις καιρό να τους βλέπεις από κοντά έτσι.
Η κόρη είχε δίκιο. Επτά μήνες στο πόστο την έμαθαν πολλά. Έβλεπε ποιος χαιρετούσε τις καθαρίστριες, ποιος αγνοούσε τους θυρωρούς, ποιος έριχνε σκληράδες και ποιος μικροκαλοσύνες που φτιάχνουν τη ροή της ζωής.
Και τώρα, Ελένη Λάμπρου.
Η Ράνια ποτέ δεν έπαιρνε αποφάσεις εν βρασμώ. Έδωσε μια βδομάδα στον εαυτό της.
Εκείνη την εβδομάδα, η Ελένη ήρθε άλλες δυο φορές. Τη μια πάλι δίχως ειδοποίηση, φώναξε, διαμαρτυρήθηκε στο νεαρό θυρωρό Κώστα ότι είχε βγάλει πάσο αλλά το τουρνικέ δεν άνοιγε. Το είχε ξεχάσει σπίτι. Ο Κώστας ευγενικός, η Ελένη δυνατά. Στο τέλος, κατέβηκε ο άντρας της. Η Ράνια παρακολουθούσε από διπλανό πόστο.
Την δεύτερη, ήρθε Παρασκευή βράδυ, καθώς η κυρία Ζωή, η καθαρίστρια, σφουγγάριζε μπροστά στα ασανσέρ. Η Ελένη πέρασε μέσα απ το βρεγμένο πάτωμα, η κυρία Ζωή της ζήτησε να περιμένει, η Ελένη είπε κάτι ψιθυριστά που η Ράνια δεν άκουσε αλλά είδε το πρόσωπο της Ζωής μετά.
Η Ζωή ήταν έξι χρόνια στο «Ορίζοντας», εξήντα τριών, γιαγιά, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί.
Η Ράνια έκλεισε την παρατήρηση της Κυριακής καθισμένη στην κουζίνα του σπιτιού με φακέλους και τσάι.
Έπειτα κάλεσε τον Ανέστη Κουλιδάκη.
– Καλησπέρα, κύριε Ανέστη, συγγνώμη που ενοχλώ. Μπορείτε να έρθετε αύριο μια ώρα νωρίτερα;
– Κυρία Ράνια; – φάνηκε έκπληκτος. – Βεβαίως! Υπάρχει θέμα;
– Όλα καλά. Απλά θέλω να μιλήσουμε.
– Θα είμαι εκεί στις 8.
Η Ράνια κοιμήθηκε μια χαρά. Μόνο πριν κλείσει τα μάτια, έμεινε λίγο να κοιτά το ταβάνι. Είκοσι δύο χρόνια είναι πολλά, αλλά κάποια χρέη δεν παραγράφονται. Όχι νομικά· ανθρώπινα.
Στις οκτώ το πρωί της Δευτέρας ανέβηκε στο γραφείο του διαχειριστή.
Ο Ανέστης κάθισε πίσω από το γραφείο του, ευγενικά αμήχανος. Περίμενε πως ίσως η Ράνια ήθελε αλλαγή βάρδιας ή κάποιο παράπονο ήταν έτοιμος για τα πάντα εκτός απ αυτό που άκουσε.
Η Ράνια άφησε μπροστά του έναν λεπτό φάκελο.
– Τι έχουμε εδώ; ρώτησε.
– Ρίξτε μια ματιά, είπε απλά η Ράνια.
Ο Ανέστης διάβασε αργά: πληρεξούσιο, αντίγραφο εταιρικού μητρώου, εσωτερικά έγγραφα με την υπογραφή της.
Την κοίταξε. Μετά πάλι στο φάκελο.
– Κυρία Βασιλείου είστε εσείς;
– Εγώ, είπε εκείνη.
– Εσείς εφτά μήνες στο θυρωρείο;
– Ναι.
Έκανε παύση. Ύστερα ψέλλισε:
– Μπορώ να ρωτήσω γιατί;
– Μπορείτε. Ήθελα να δω το πώς λειτουργούν τα πράγματα με τα μάτια μου. Όχι από χαρτιά. Από κοντά.
Ο Ανέστης κούνησε αργά το κεφάλι. Δεν είχε παράπονο στο βλέμμα αυτό το εκτίμησε η Ράνια. Είχε έκπληξη, κάποια σύγχυση, ίσως και λίγο σεβασμό.
– Μείνατε ευχαριστημένη μ όσα είδατε;
– Στο γενικό, ναι. Δουλεύεις σωστά, και οι συνεργάτες σου. Έχω, όμως, μια υπόθεση που θέλω από σένα διευθέτηση.
– Σας ακούω.
– Η „Αθηνά Τρέιντ”, όγδοος όροφος. Θέλω να λυθεί το συμβόλαιο μίσθωσης τους.
Ο Ανέστης ξανάνοιξε τον φάκελο.
– Το συμβόλαιο λήγει Μάρτιο, χωρίς παράβαση. Θα το φτάσουν στα δικαστήρια
– Ξέρω πώς δουλεύει. Θέλω να ετοιμάσεις ειδοποίηση μη ανανέωσης, και πρόταση πρόωρης λήξης με αποζημίωση. Άριστους όρους. Να φύγουν, όμως.
– Εντάξει, σε πόσο;
– Εβδομάδα για ειδοποίηση, τρεις μήνες για παράδοση χώρου. Υπέρ αρκετοί.
– Θα ζητήσουν λόγους.
– Επικαλείσαι στρατηγική επιλογή ιδιοκτήτη για αλλαγή χρήσης ορόφου. Είναι μέρος της αλήθειας σκέφτομαι να κάνω αίθουσες συναντήσεων.
Χαιρέτησαν. Στην πόρτα ο Ανέστης γύρισε:
– Θα παραμείνετε στο πόστο;
Η Ράνια σκέφτηκε.
– Λίγο ακόμα. Ωσότου κλείσω ό,τι άρχισα.
Ο Αλέξανδρος Λάμπρου πήρε ειδοποίηση Τετάρτη. Πέμπτη πρωί τον είδε η Ράνια να βγαίνει αμίλητος στο πάρκινγκ, στο τηλέφωνο. Παρασκευή, πάνω από ώρα με τον Κουλιδάκη.
Ο διαχειριστής της είπε:
– Ζητά εξηγήσεις, προσθέτει ενοίκιο 20%. Δηλώνει πως δεν μπορεί να μετακομίσει σε τρεις μήνες, έχει πελάτες, συνεργάτες.
– Όχι, είπε ήρεμα η Ράνια.
– Έτσι είπα.
– Σ ευχαριστώ, Ανέστη.
Πίστευε πως ως εκεί θα πήγαινε η ιστορία. Ο Λάμπρου θα έβρισκε άλλο γραφείο· θα του κόστιζε, όχι καταστροφικά. Τελικά, Τρίτη, της ήρθε ο ίδιος.
Όχι στο διαχειριστή.
Στη Ράνια.
Τον είδε από ώρα να πλησιάζει. Δεν είχε το στυλ του περαστικού ανθρώπου. Πιο πολύ σαν να είχε πάρει απόφαση για κάτι που τον φόβιζε.
– Κυρία Βασιλείου, είπε.
Η Ράνια σήκωσε αργά το βλέμμα.
– Καλημέρα σας, κύριε Λάμπρου.
Στάθηκε. Κάτι στη γαλήνη της τον μπέρδεψε.
– Μπορούμε να μιλήσουμε;
– Πείτε μου.
Γύρισε, είδε το άδειο λόμπι. Μονάχα δυο στο καφέ με καφέδες.
– Έμαθα ποια είστε, είπε αθόρυβα.
– Το κατάλαβες, δηλαδή.
– Μου το είπαν. Δεν έχει σημασία ποιος. – Σταμάτησε. – Θέλω μια εξήγηση.
– Τι ακριβώς να εξηγήσεις;
– Εκείνο που έγινε τότε. Το ’99.
Η Ράνια άφησε το στιλό.
Το 1999. Ήταν σαράντα τριών. Ο σύζυγος της, Νίκος, ζούσε ακόμα· στήνανε, τότε, αυτό που έγινε η επιχείρηση. Μικρή αποθήκη, χρέη, ελπίδα. Και ένας νέος συνέταιρος που εμπιστεύτηκαν.
Ο Αλέξανδρος τότε εικοσιεπτά, εργατικός, χαρισματικός. Έμεινε εκεί ενάμιση χρόνο. Τον μάθαιναν, τον βοηθούσαν, ο Νίκος τον φώναζε „παιδί μου„.
Μετά ο Αλέξανδρος έφυγε. Πήρε μαζί του τη λίστα πελατών και συμβόλαια. Ο Νίκος στο νοσοκομείο από έμφραγμα το πρώτο, όχι το μοιραίο· τρία χρόνια μετά ήρθε το δεύτερο.
Η Ράνια ποτέ δεν συνέδεσε το τέλος του Νίκου απόλυτα με το προδομένο κτύπημα. Θα ήταν άδικο. Το ήξερε. Μα θυμόταν τα λόγια του, απολυμένος από το νοσοκομείο: «Δεν καταλαβαίνω, Ράνια. Του φερθήκαμε σαν παιδί μας».
Το θυμόταν.
– Λέγε, είπε αργά στον Αλέξανδρο.
Μιλούσε ήσυχα, σαν διαβασμένος. Νέος τότε, λάθος έκανα, το μετάνιωσα, το βασάνισα Κάποια στιγμή κοντοστάθηκε, είπε:
– Έχω κάτι που ανήκει στην οικογένειά σας. Το θυμάστε το ρολόι;
Το θυμόταν. Ένα παλιό τσέπης, προπολεμικό. Ο παππούς του Νίκου το κράτησε στον πόλεμο, μόνο αυτό έφερε σπίτι. Ο Νίκος το εκτιμούσε· κάποτε το έδωσε στον Αλέξανδρο για επισκευή, ύστερα το πήρε και το ξεχάσανε μέσα σε όλα όσα ήρθαν.
– Θέλω να το επιστρέψω, είπε ο Αλέξανδρος. Και σας ζητώ να επανεξετάσετε τη μίσθωση.
Έτσι λοιπόν.
Η Ράνια τον κοίταγε. Δύο χέρια που ακούμπησαν αμυντικά, ένα ακριβό σακάκι, μισό αιώνα ζωής, γκρίζους κροτάφους. Η ζωή του τελικά προχώρησε. Γυναίκα με κασμίρι, μεγάλο γραφείο, καλό αμάξι υπόγεια.
Αναρωτήθηκε αν ένιωσε ειλικρινή ντροπή.
Δεν ήξερε. Ίσως δεν ξέρει ούτε εκείνος. Μπορεί και να φοβόταν μόνο για το γραφείο. Τέτοιοι είναι οι άνθρωποι: ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν πάντα τι μετρά πιο πολύ.
– Το ρολόι να το φέρετε, είπε ήρεμα.
Ξεφύσησε.
– Πότε βολεύει
– Να το αφήσετε στο πόστο. Θα το πάρω.
– Και για το γραφείο
– Η απόφαση είναι οριστική.
Στάθηκε αναποφάσιστος.
– Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για μένα; Επένδυσα
– Νίκος επένδυσε κι αυτός, είπε ήρεμα. Θυμάστε;
Σιώπησε.
– Το ρολόι να το φέρετε. Κι άλλο να μην με ξαναενοχλήσετε.
Έμεινε λίγο ακόμη. Έπειτα έφυγε.
Το ρολόι το έφερε την επόμενη, τυλιγμένο σε ύφασμα, το παρέδωσε στον Κώστα· δεν την πλησίασε.
Η Ράνια το άνοιξε τέλος βάρδιας. Ήταν εκείνο το ρολόι, το γνώρισε αμέσως. Ήταν λίγα σημάδια στο καπάκι, λειτουργούσε.
Το κράτησε πολλή ώρα στα χέρια της.
Το έβαλε στην τσάντα, έφυγε στο σπίτι.
Τις επόμενες δύο εβδομάδες στο «Ορίζοντας» επικρατούσε αθόρυβη νευρικότητα. Οι εργαζόμενοι της Αθηνά Τρέιντ στην αρχή δεν ήξεραν τίποτα, έπειτα κορυφώθηκαν φήμες. Ρωτούσαν τους θυρωρούς «είναι αλήθεια;». Ο Κώστας απαντούσε ειλικρινά «δεν ξέρω».
Η Ελένη Λάμπρου ήρθε μετά από μια εβδομάδα συζήτησης του άντρα με τη Ράνια. Ήταν Πέμπτη, μεσημέρι. Στο πόστο η Ράνια.
Η Ελένη πλησίασε πιο αργά απ ότι συνήθως. Το παλτό μπλε, πρόσωπο άλλο χωρίς φανερή υπεροψία.
– Καλή σας μέρα, είπε η Ελένη.
– Καλημέρα, απάντησε η Ράνια.
– Ήθελα να μιλήσουμε.
– Περάστε στο τουρνικέ, να ανοίξω.
– Όχι. – Η Ελένη κουνούσε το κεφάλι. – Ήρθα να σας μιλήσω εσάς.
Η Ράνια σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια.
– Σας ακούω.
Η Ελένη σιώπησε ένα λεπτό. Δεν ήταν εύκολη στο να ζητάει συγγνώμη· φαινόταν πώς στέκεται, τα χέρια της. Κι όμως στεκόταν εκεί ήταν κάτι.
– Ήμουν αγενής, είπε τελικά. Τη φορά που ήρθα χωρίς πάσο σας μίλησα άσχημα. Ήταν λάθος.
– Με είπατε «γιαγιά», είπε ήρεμα η Ράνια.
Η Ελένη κοίταξε αλλού για λίγο.
– Ναι. Συγγνώμη.
Η Ράνια την κοιτούσε. Μια νέα γυναίκα, που δεν ήξερε να ζητάει συγγνώμη. Μεγαλωμένη σε κύκλο που τα λεφτά λύνουν όλα, η θέση μετράει πιο πολύ απ την ουσία, κι ο θυρωρός είναι διακόσμηση όχι άνθρωπος.
– Συγγνώμη δεκτή, είπε η Ράνια.
Η Ελένη έγνεψε. Χαμηλόφωνα:
– Θα αλλάξει η απόφαση για το γραφείο;
– Όχι.
– Κατάλαβα.
Ετοιμαζόταν να φύγει κι η Ράνια είπε:
– Ελένη. Μισό λεπτό.
Η Ελένη στάθηκε.
Η Ράνια την κοίταζε διερευνητικά, για πολλή ώρα. Η Ελένη δεν κατέβασε τα μάτια της, αν και φαινόταν άβολα.
– Δουλεύετε; ρώτησε.
– Συγγνώμη;
– Εργάζεστε κάπου.
– Όχι Εγώ ασχολούμαι με το σπίτι. Με το παιδί.
– Πόσο είναι το παιδί;
– Οκτώ χρονών. Είναι στο σχολείο.
– Ελεύθερη μένετε τις πρωινές ώρες.
Η Ελένη σαστισμένη.
– Έχω θέση, είπε η Ράνια. Στο αρχείο. Απλή δουλειά, σημαντική. Ταξινόμηση, ψηφιοποίηση εγγράφων. Καμιά πολυτέλεια.
Σιωπή.
– Προσφέρετε δουλειά; ρώτησε αργά η Ελένη.
– Προσφέρω.
– Γιατί;
Η Ράνια περίμενε λίγο.
– Γιατί ήρθατε και μιλήσατε, και δεν φύγατε αμέσως.
– Αυτό είναι αυτονόητο ανθρώπινη συμπεριφορά, είπε κοφτά η Ελένη.
– Είναι αυτονόητο. Αλλά μόνο τώρα το κάνατε. Όταν δεν είχατε να χάσετε τίποτα. Κάτι δείχνει αυτό.
Η Ελένη σιώπησε. Τελικά:
– Μισθός;
– Κατώτατος, αλλά νόμιμος.
Μεγάλη παύση.
– Θα το σκεφτώ, είπε ήσυχα.
– Εντάξει. Ο κύριος Ανέστης θα σας εξυπηρετήσει.
Η Ράνια έσκυψε πάλι στο βιβλίο. Η κουβέντα είχε κλείσει.
Τον Μάρτιο, η „Αθηνά Τρέιντ” άδειασε τον όγδοο όροφο. Ήσυχα, δίχως φασαρίες. Ο Αλέξανδρος πήρε την αποζημίωση, βρήκε γραφείο στα Μεσόγεια, μικρότερο. Λέγαν ότι έχασε κάποιες συμβάσεις λόγω αλλαγής, αλλά η Ράνια ούτε έψαξε, ούτε τη διέφερε.
Παρατηρούσε απ το τζάμι του τρίτου καθώς άδειαζαν τα γραφεία φορτηγατζήδες με κουτιά, ένας με μια τζαμένια πόρτα τυλιγμένη. Τέλος ενός γραφείου, αρχή άλλου. Τίποτα ασυνήθιστο.
Έβγαλε τα γυαλιά, τα σκούπισε στο ζακέτο της.
Είκοσι δύο χρόνια. Πολύς χρόνος.
Δεν ένιωθε δικαίωση. Ίσως το περίμενε, αλλά όχι. Ήταν κάτι άλλο βαρύ και μισοσκοτεινό, όπως όταν κάτι παλιό τέλος σε αφήνει.
Ο Νίκος πέθανε το 2002. Πενήντα έξι ήταν. Τα κατάφερε μόνη της, αργά, δίχως συνεταίρους, με δυσπιστία. Αυτό της κόστισε, αλλά και της χάρισε πολλά.
Δεν παραπονέθηκε. Μονάχα θυμόταν.
Το αρχείο ήταν στο απέναντι κτίριο, μικρό γραφείο, σαράντα άνθρωποι, λίγο φασαρία. Υπήρχε όντως θέση· δεν τη σκέφτηκε για την Ελένη, απλά ήταν κενή.
Η Ελένη επικοινώνησε με τον Ανέστη Κουλιδάκη τέσσερις μέρες μετά τη συζήτηση.
Η Ράνια το έμαθε:
– Έκανε εγγραφή, είπε ο Ανέστης μπερδεμένος μα ευγενικός. Την άλλη βδομάδα πιάνει δουλειά.
– Εντάξει, σ ευχαριστώ.
– Κυρία Ράνια, να ρωτήσω κάτι;
– Ρώτα.
– Θα μείνετε στο πόστο;
Η Ράνια κοιτούσε έξω, οδό Κατασκευαστών, ουρανό μολυβί, λιγοστά χιόνια, περαστικοί.
– Όχι. Νομίζω ως εδώ ήταν. Έμαθα ό,τι ήθελα.
– Κρίμα. Θα λείψετε στους συναδέλφους.
– Να δώσεις χαιρετισμούς. Στον Κώστα ειδικά. Καλό παιδί.
– Θα το κάνω.
Έφυγε χωρίς ιδιαίτερες τελετές. Άφησε στο συρτάρι το θερμός, ένα στιλό καλό και έναν μικρό κάκτο. Μήνυμα: «Λίγο νερό κάθε 15 μέρες το θέλει ο κάκτος. Τίποτα παραπάνω».
Τη Ζωή την είδε στο ασανσέρ, καθώς φορούσε το παλτό της.
– Φεύγετε; ρώτησε η Ζωή.
– Ναι.
– Κρίμα. – Σταμάτησε. – Εσείς πάντα χαιρετούσατε. Κάποιοι ποτέ, μα εσείς πάντα.
– Δεν είναι σπουδαίο, Ζωή. Απλά κανονικό.
– Ναι έτσι θα έπρεπε. Αλλά δεν είναι.
Αποχαιρετήθηκαν στην έξοδο.
Η Ράνια βγήκε στο ψύχρας του τέλους Μάρτη. Έκλεισε το παλτό, περπάτησε ως τη θέση της δύο τετράγωνα μακριά, συνήθεια να μην παρκάρει δίπλα. Ήταν κι αυτό μέρος της παρατήρησης.
Το βήμα της ελαφρύ.
Σκεφτόταν την Ελένη. Τι θα προκύψει από αυτή την ιστορία. Η Ράνια δεν είχε αυταπάτες: μια συζήτηση δεν αλλάζει θεμελιωδώς τους ανθρώπους, ούτε μια θέση στο αρχείο τους διαπλάθει αυτόματα. Η ζωή είναι πιο περίπλοκη απ τα παραμύθια.
Όμως η Ελένη είχε έρθει. Είχε πει αυτά που ήξερε και ίσως, απ το μικρό σποράκι, να βγει κάτι ή τίποτα. Εξαρτάται από εκείνη.
Η Ράνια της έδωσε μονάχα μια ευκαιρία. Τίποτα άλλο.
Δεν ήταν στο χέρι της το υπόλοιπο.
Έφτασε στη θέση, μπήκε στο αμάξι, άφησε την τσάντα δίπλα. Μέσα ήταν το ρολόι. Καμιά φορά το έβγαζε, το κρατούσε. Ο μηχανισμός λειτουργούσε· τον είχε πάει σε μάστορα, της είπαν πως θα αντέξει άλλα εκατό χρόνια.
Γερό ρολόι.
Κάθισε λίγο, χωρίς να βάζει εμπρός. Κοίταζε τον «Ορίζοντα» στο παρ μπριζ. Το γκρι κτίριο καθρέφτιζε συννεφιά.
Εφτά μήνες. Θυρωρείο, βιβλίο, τηλέφωνο, θερμός. Κι έμαθε για ανθρώπους, δουλειά, τον εαυτό της, όσα δεν της έδειχναν τα γραφεία και οι αναφορές.
Η κόρη της είχε δίκιο.
Άναψε τη μηχανή.
Γυρνούσε σπίτι, και σκεφτόταν πως η ηθική επιλογή σπάνια είναι όμορφη ή καθαρή. Ο Αλέξανδρος έφερε το ρολόι γιατί ήθελε να κρατήσει γραφείο. Η Ελένη ζήτησε συγγνώμη αφού προειδοποιήθηκε με ποιον μίλησε. Ήταν κάτι ειλικρινές κάτω από τον υπολογισμό; Ίσως. Οι άνθρωποι μπλεγμένοι, τα κίνητρα σπάνια καθαρά.
Δεν τους κάνει κακούς. Τους κάνει ανθρώπινους.
Η ίδια δεν υπήρξε άγγελος. Έλυσε το συμβόλαιο όχι μόνο γιατί η Ελένη μίλησε στη Ζωή. Αλλά γιατί λεγόταν Λάμπρου και το 1999 δεν το ξέχασε ούτε το συγχώρησε, όσα κι αν έλεγε φωναχτά.
Συγχωρώ, σημαίνει αφήνομαι. Το άφησε λοιπόν. Αλλά μνήμη έμεινε.
Κι αυτό ανθρώπινο.
Το σπίτι ήρεμο, ζεστό. Η κόρη της τηλεφώνησε. Μίλησαν για δουλειές, για τα σχέδια για το καλοκαίρι, για τον εγγονό που σε δυο χρόνια πάει σχολείο.
– Πώς τα πήγες στη δουλειά; ρώτησε στο τέλος.
– Τέλος, είπε η Ράνια. Ό,τι ήθελα, το έμαθα.
– Και τι έμαθες;
Η Ράνια κούνησε το κεφάλι.
– Οι άνθρωποι είναι όπως φαίνονται. Ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί. Και το φιλότιμο δεν συνδέεται με λεφτά ή θέση. Το ήξερα, μα το ξέχασα λίγο.
– Μαμά, καμιά φορά μιλάς σαν βιβλίο, γέλασε η κόρη της.
– Γιατί, γέρασα, της απάντησε η Ράνια. Έτσι πρέπει.
Αποχαιρετήθηκαν.
Η Ράνια άφησε το κινητό, πήγε στο παράθυρο. Η πόλη συνεχιζόταν φώτα αναμένα, κόσμος με σακούλες στα πεζοδρόμια, ένα λεωφορείο περνούσε. Οι αλήθειες της ζωής μοιάζουν ακριβώς έτσι: όχι φανταχτερές, απλώς βράδυ, παράθυρο, η σκέψη ότι έκανες ό,τι έπρεπε.
Όχι τέλειο· σωστό.
Είναι άλλα αυτά τα δύο και το 'χε μάθει καλά.
Η Ελένη ξεκίνησε πρώτη ημέρα στο αρχείο την Τρίτη.
Το έμαθε απ τον Ανέστη με μήνυμα: «Ήρθε. Ήσυχα». Απάντησε: «Ευχαριστώ».
Τι θα γίνει με την Ελένη, δεν ήξερε. Μπορεί μετά μια βδομάδα να φύγει· βαρετή και επίπονη δουλειά, σκονισμένη, δίχως κύρος. Ίσως μείνει μήνα, ίσως μάθει κάτι σημαντικό για τον εαυτό της. Ίσως τίποτα, όμως να αρχίσει να χαιρετά τους κατώτερούς της.
Η Ράνια δεν περίμενε θαύματα. Έδωσε μια ευκαιρία χωρίς εγγυήσεις. Τα υπόλοιπα δεν είναι δικά της.
Τον Αλέξανδρο Λάμπρου δεν τον είδε ξανά.
Το ρολόι το έβαλε στο ράφι, δίπλα στη φωτογραφία του Νίκου. Εκεί ήταν η θέση του.
Μια ζωή ξεκίνησε πριν χρόνια σε μικρή αποθήκη με σπασμένες κεραμίδες, πέρασε χαμένες και νίκες, πικρία, μοναξιά, ατέλειωτη δουλειά, χωρίς ανδρικό χέρι πλάι.
Σήμερα, στέκεται στο παράθυρο, εβδομήντα χρονών, στη δική της κατοικία, με τσάι στα χέρια. Έξω ανοιξιάτικο σούρουπο, τον εγγονό τον περιμένει το δημοτικό. Η ζωή συνεχίζεται.
Αυτό λέγεται ζωή.
Όχι παραμύθι εκδίκησης ή διδαχή απλώς ζωή με όλα τα πάνω-κάτω της, με λογαριασμούς και χρέη, με ανθρώπους που κάνουν το καλό ή το κακό και πληρώνονται αναλόγως.
Η Ράνια ήπιε τσάι, γύρισε την πλάτη στο παράθυρο, προχώρησε στην κουζίνα να φτιάξει φαγητό.
Αύριο είχε συνάντηση για ένα νέο project. Ο όγδοος όροφος περίμενε να γίνει αίθουσα συναντήσεων με ηχομόνωση και αξιοπρεπή καφέ. Αυτό χρειαζόταν, αυτό ήταν σωστό, κι είχε και όρεξη και γνώση γι αυτό.
Έκοβε το κρεμμύδι, σκεπτόταν πως τα αυτονόητα αφορούν τη ζωή μόνο όταν τα δεις μπροστά σου. Κάποιοι κύκλοι δεν τα βλέπουν ποτέ, περνούν η ζωή θεωρώντας τις θυρωρούς διακόσμηση, τις καθαρίστριες αέρα.
Η λογική πληρωμής έρχεται κάπως έτσι. Ήσυχα, με ειδοποιήσεις, με κουβέντες που τις σκέφτεσαι μετά από καιρό.
Το κρεμμύδι την έκανε να δακρύσει.
Η Ράνια σκούπισε τα μάτια, συνέχισε να κόβει.





