Η Προδοσία των Βιολογικών Παιδιών: Η ιστορία της Δάφνης, που θαύμαζε ξανά τον αδερφό και την αδερφή της καθώς έβλεπε να τους βραβεύουν για άλλη μία φορά στους αγώνες, αλλά εκείνοι επέλεξαν να αρνηθούν την ύπαρξή της επειδή ήταν αδέξια και διαφορετική – ένα κορίτσι “ντροπή” που μεγάλωσε με αγάπη μόνο για να μείνει μόνη όταν η μητέρα της, η κυρία Ινέσα, προδόθηκε από εκείνα τα ίδια λαμπερά παιδιά και βρήκε καταφύγιο τελικά μόνο στην αφοσίωση και τη φροντίδα της “ξένης” κόρης της και του μοναχικού παππού Προκόπη, σ’ ένα σπίτι που γέμισε ξανά φως με μυρωδιές από τυροπιτάκια και αγάπη που υπερνικά αίμα και εμφάνιση.

Προδοσία από τα ίδια σου τα παιδιά

Η Δανάη πάντα κοιτούσε με θαυμασμό τον αδελφό και την αδελφή της. Τι όμορφοι που ήταν! Ψηλοί, με κατάμαυρα μαλλιά, γαλανά μάτια. Πάλι έπαιρναν βραβείο. Είχαν κερδίσει ακόμη μία φορά σε διαγωνισμό. Η Δανάη σηκώθηκε, προσπαθώντας να φτάσει πρώτη κοντά τους. Στήριζε το σώμα της στο δεξί πόδι και προχωρούσε με δυσκολία. Είχε πλέξει δύο λαγουδάκια για τον αδελφό και την αδελφή της· το ένα φορούσε φουστανάκι, το άλλο καρώ παντελονάκι. Ήθελε να τους τα χαρίσει. Η ίδια αδέξια, πολύ παχουλή, τα μαλλιά της λεπτά και αραιά, πιασμένα κάπως πρόχειρα, με ένα απλό χαμόγελο στα χείλη της.

Η Χριστίνα και ο Μάρκος έκαναν πως δεν την έβλεπαν. Η Δανάη πάλευε να φτάσει κοντά τους μέσα στο πλήθος.

Συγγνώμη, επιτρέψτε μου. Αυτοί είναι ο αδελφός και η αδελφή μου! Αφήστε με, παρακαλώ! έλεγε χαρούμενη η Δανάη.

Χριστίνα, μια χοντρή φωνάζει ότι είναι αδελφή σου. Αλήθεια είναι αυτό; ρώτησε η φίλη της Χριστίνας, η ξανθιά Ελένη.

Η Χριστίνα γύρισε λίγο το κεφάλι κι είδε τη Δανάη.

Ηλίθια χοντρή! Ήρθε κι αυτή. Η μάνα θα της είπε να έρθει. Ντροπή μας σκέφτηκε η Χριστίνα.

Και δυνατά είπε:
Όχι βέβαια, αδελφή έχω μόνο έναν, τον Μάρκο.

Το ήξερα! Τι θέλει αυτή εδώ; Να 'ρθει κοντά σας, μήπως και κολλήσει κάτι από τη δόξα σας; Να της δώσω τις κούκλες που φέρνει… γέλασε η Ελένη.

Μπορεί να είναι θαυμάστρια της γειτονιάς μας. Πάρε τα λαγουδάκια, Ελένη, κι έλα μετά από εμάς με τον Μάρκο· πάμε για τη βράβευση! είπε η Χριστίνα, στέλνοντας φιλί στον αδελφό της κι αρχίζοντας να φεύγει από το πλήθος κρατώντας τον από το χέρι.

Η Ελένη πήρε από τη Δανάη τα λαγουδάκια, υποσχόμενη πως θα τα δώσει.

Καλά! Θα σας περιμένω στο σπίτι! Θα ψήσω τυρόπιτες! είπε η Δανάη και πήρε το δρόμο της, κουτσαίνοντας αδέξια.

Να, σου τα 'δωσε. Είπε πως θα σας περιμένει σπίτι, θα φτιάξει τυρόπιτες. Ίδια τυρόπιτα είναι αυτή. Χριστίνα, σίγουρα δεν είναι συγγενής σας; Γιατί τρέχει πίσω σας; επέμεινε η Ελένη.

Όχι βέβαια! Δεν τη γνωρίζω! Όλοι θέλουν να πλησιάσουν τη δόξα μας, φαίνεται… Πάμε! είπε η Χριστίνα και, πετώντας τα λαγουδάκια στα σκουπίδια, έφυγε μαζί με τον Μάρκο κι Ελένη για τη βράβευση.

Η Χριστίνα έλεγε ψέματα. Η Δανάη όντως ήταν αδελφή τους. Ετεροθαλής. Η μαμά τους, η Ινώ Ιωαννίδου, την είχε πάρει στο σπίτι όταν έχασαν μια μακρινή ξαδέλφη στις διακοπές τους. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, έμεινε μόνο η μικρή Δανάη. Τραυματισμένη, χωρίς οικογένεια. Η Ινώ Ιωαννίδου ήταν συγγενής κάπου μακριά, σχεδόν άγνωστη, με διαφορετικό επώνυμο. Πλησιέστεροι συγγενείς αρνήθηκαν καν να ασχοληθούν. Μόνο η Ινώ την πήρε μαζί της, παρότι αυτό σήμαινε καβγά με τον άντρα και τα παιδιά. Όταν έμαθαν ότι θα έχουν αδελφή, Χριστίνα και Μάρκος έσταζαν φαρμάκι.

Μαμά, μην τη φέρεις! Είναι χοντρή, κουτσαίνει, φαίνεται χαζή! Ντρέπομαι ακόμα και να περπατήσω δίπλα της!

Παιδιά, κρίμα είναι. Μόνη της έμεινε. Παίρνουν σκυλιά και γατιά σπίτι τους, κι αυτή είναι ένα μικρό κορίτσι. Δεν θα μας βλάψει, έχουμε μεγάλο σπίτι, τους έλεγε η Ινώ.

Με βαριά καρδιά, δέχτηκαν. Η Ινώ δούλευε διευθύντρια σε μεγάλο μαγαζί, τα έσοδα της οικογένειας ήταν κυρίως δικά της. Ο πατέρας των παιδιών ήταν υπάλληλος της γυναίκας του, ποτέ του δεν ζορίστηκε ιδιαίτερα, πάντα με ερωμένες πίσω απ την πλάτη της. Εάν η Ινώ τα ήξερε, δεν μίλησε ποτέ ο άντρας της, ο Λεωνίδας, ήταν κούκλος, ίδιος ο Μάρκος και η Χριστίνα.

Η Δανάη μεγάλωσε, μικρούλα και αστεία. Ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια· σαν του Μάρκου και της Χριστίνας αλλά διάφανα, σχεδόν άχρωμα.

Τι μάτια είναι αυτά! Σαν νερό είναι. Χοντρούλα! γελούσε ειρωνικά η Χριστίνα.

Η Δανάη ήταν σαν κουλουράκι. Στρογγυλή, καλοκάγαθη με λακκάκια στα μάγουλα, γεμάτη καλοσύνη. Όμως ποτέ δεν της έπαιρναν τα αδέρφια στα παιχνίδια τους. Αντίθετα, της ρίχναν όλες τους τις αταξίες. Έσπαγε ένα βάζο ο Μάρκος, η Δανάη το πλήρωνε· τρύπαγε η Χριστίνα το ακριβό πουκάμισο της μαμάς, η Δανάη πάλι έφταιγε.

Η ίδια ποτέ δεν αποκάλυπτε την αλήθεια. Μόνο έγνεφε συγκαταβατικά και ζητούσε συγγνώμη. Δεν ήθελε, να θυμώσουν με τα αδέρφια της. Γιατί ήταν τόσο όμορφα!

Όσο κι αν η Ινώ Ιωαννίδου δεν την κατηγορούσε ποτέ, ο πατέρας της έβγαζε τα απωθημένα του στη μικρή.

Τι το ήθελες να φέρεις σπίτι αυτό το κακόμοιρο! Ντροπιάζεις το σπίτι, δεν μπορεί να περπατήσει, παχαίνει σα μοσχαράκι! Τα δικά μας παιδιά θεοί, κι αυτή τι να την κάνεις; Ποιος θα τη θέλει όταν μεγαλώσει; φώναζε ο Λεωνίδας.

Η Δανάη άκουγε πίσω από την κλειστή πόρτα και ύστερα κοιτούσε το είδωλό της στον καθρέφτη. Δεν της άρεσε αυτό που έβλεπε. Ήθελε να είναι κι εκείνη μια ομορφιά σαν τον Μάρκο και τη Χριστίνα. Όμως…

Στο σχολείο την έγραψαν αλλού. Τα δίδυμα το απαίτησαν. Είπαν στη μάνα πως, αν τη φέρει στο σχολείο τους, θα σταματούσαν να φέρνουν καλούς βαθμούς. Η Ινώ υποχώρησε με βαριά καρδιά. Καταλάβαινε πως η ευαίσθητη γέφυρα που προσπαθούσε να στήσει μεταξύ δικών της παιδιών και της θετής, γκρεμιζόταν… και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.

Ο χρόνος περνούσε. Ο Μάρκος και η Χριστίνα έφυγαν για σπουδές, ενώ η Δανάη παρακάλεσε τη μαμά της να μείνει σπίτι.

Παιδί μου, όπου θέλεις να πας, εγώ θα σε στηρίξω! Θέλεις να γίνεις σχεδιάστρια, μεταφράστρια, ό,τι θες, Δανάη μου, της είπε η Ινώ αγκαλιάζοντάς την.

Η Δανάη, όπως γατάκι, τρίφτηκε στο μάγουλο της μάνας της και την έσφιξε στην αγκαλιά της. Και η Ινώ ηρέμησε. Τα υπόλοιπα παιδιά, σπάνια αγκάλιαζαν τη μητέρα τους, και πάντα μηχανικά. Εκείνη όμως ένιωθε μια απίστευτη ζεστασιά με τη Δανάη.

Πάντα η Δανάη την περίμενε από τη δουλειά. Ακόμη κι αργά το βράδυ, είτε ήταν έξω στην αυλή, είτε στην είσοδο, καθόταν και την καρτερούσε. Ο άνδρας της και τα άλλα παιδιά, αδιάφοροι, «καλημέρα» πολλές φορές δεν έλεγαν. Η Ινώ τόλμησε να κάνει παρατήρηση, τότε η Χριστίνα πετάχτηκε:

Μαμά, έχουμε δουλειές! Αυτή περιμένει σαν σκυλάκι, επειδή τίποτα άλλο δεν έχει να κάνει και δε θέλει τίποτα από τη ζωή!

Η Δανάη κοίταξε τη μάνα της με τα διάφανα μάτια της και ψιθύρισε:

Μαμά, μπορώ να γιατρεύω ζώα; Σκύλους, γάτες, σαυράκια, γουρουνάκια; Θέλω να γίνω κτηνίατρος. Και εδώ γίνεται να σπουδάσω.

Εύκολα εξηγήσιμο αυτό που ήθελε· η Δανάη πάντα έφερνε στο σπίτι γατάκια, σκυλάκια, τα φρόντιζε και τους έβρισκε οικογένεια. Ένα μεγάλο, καφέ, αξιαγάπητο σκυλί τους έμεινε. Η Χριστίνα γκρίνιαζε για καθαρόαιμο, όμως η Ινώ πήρε το μέρος της Δανάης.

Και έτσι κυλούσαν οι μέρες. Σύντομα, λόγω υγείας, η Ινώ αναγκάστηκε να μείνει σπίτι. Ο άντρας της, μόλις είδε ότι τα λεφτά της τελειώνουν, βρήκε καταφύγιο στη φίλη της γυναίκας του, κάτοχο κομμωτηρίου.

Τα παιδιά, όποτε επέστρεφαν, το έκαναν κυρίως για τα λεφτά της μάνας. Ευτυχώς υπήρχαν κάποιες καταθέσεις. Κοντά της έμεινε μόνο η Δανάη. Με το κουτσό πόδι, κάθε μέρα μαγείρευε γλυκάκια, έκανε μασάζ και ετοίμαζε βότανα. Τα βράδια, έπιναν τσάι κάτω από τη λεμονιά στον κήπο και, τότε, η Δανάη ένιωθε πιο ευτυχισμένη από ποτέ.

Η Χριστίνα και ο Μάρκος έκαναν οικογένεια. Η μητέρα τους βοήθησε να αγοράσουν διαμερίσματα. Μα ξαφνικά, ήρθε η καταιγίδα. Ο γιος γύρισε εφτά το πρωί, σχεδόν κλαίγοντας: χρωστούσε πολλά, πάρα πολλά ευρώ.

Τι θα κάνουμε; Πώς; Ρώτησες τον πατέρα; Δεν έχει; Ούτε εγώ… Κι αν δώσω όλα, δεν φτάνουν ούτε για το ένα δέκατο, αναστέναξε η Ινώ σφίγγοντας τα χέρια της στο στήθος της.

Ε, τότε δεν θα χεις γιο πια, πέταξε κυνικά ο Μάρκος.

Τι λες, παιδί μου; είπε η μάνα, κλαίγοντας και αγκαλιάζοντάς τον.

Ο Μάρκος είχε τη λύση: να πουλήσουν το σπίτι. Μόνο έτσι θα ξεχρεώσουν όλα.

Και μετά; Πού θα πάμε, εγώ και η Δανάη; Απόρησε η Ινώ.

Τι με νοιάζει πού θα πάει αυτή η χοντρή! Ας τα βγάλει πέρα μόνη της, έφτασε. Τόσα χρόνια, αρκετά. Εσύ, μαμά, μαζί μου! Η Λήδα θα χαρεί!

Η Λήδα, γυναίκα του Μάρκου, μάλλον δεν θα χαιρόταν καθόλου, αλλά η Ινώ δεν ήθελε να διακινδυνεύσει το παιδί τηςνα είχε προβλήματα ήταν αβάσταχτο. Μόνο με την προϋπόθεση να έπαιρνε μαζί της και τη Δανάη. Ο Μάρκος υποχρεώθηκε να δεχτεί, μα η Δανάη πλησίασε τη μητέρα της:

Μαμά Πήγαινε μόνη σου. Εγώ θα μείνω με έναν άνθρωπο που βλέπομαι καιρό. Μην ανησυχείς, θα είμαι καλά.

Και ποιος είναι; Να τον γνωρίσουμε! Γιατί δεν μας είπες τίποτα; χαμογέλασε η Ινώ.

Θα τον γνωρίσεις μετά, μην ανησυχείς, μαμά! απάντησε η Δανάη και την αγκάλιασε σφιχτά.

Ο Μάρκος χάρηκε κρυφά· δεν χρειάστηκε να ζητήσει από τη Χριστίνα να σκεφτεί τρόπους να ξεφορτωθούν τη Δανάη.

Η αλήθεια ήταν πως η Δανάη δεν είχε κανένα. Μόνο μια ευαίσθητη καρδιά που κατάλαβε ότι οι άλλοι δεν τη θέλουν εκεί, κι αν έμενε, θα έφερνε κι άλλα βάσανα στη μητέρα της. Έτσι, έψαξε και βρήκε ένα δωμάτιο σε ένα φτωχικό διώροφο, στα Πατήσια. Ηλικιωμένος ιδιοκτήτης, ο κυρ Προκόπης, ζούσε μόνος με μερικά κοτόπουλα, κατσίκες και δύο γουρουνάκια. Όταν έμαθε ότι η νέα του ενοικιάστρια ήταν κτηνίατρος, χάρηκε τόσο πολύ που δεν ήθελε να της πάρει ενοίκιο. Η Δανάη επέμενε, αλλά εκείνος πάντα έβρισκε τρόπο να της επιστρέψει τα ευρώ.

Η Δανάη πλέον τα κατάφερνε. Είχε σπίτι, δουλειά. Οι άνθρωποι της γειτονιάς την αγαπούσαν, τα ζώα την λάτρευαν. Όλα της τα έβγαιναν: πάντα είχε έναν καλό λόγο και μια λιχουδιά να δώσει σε κάθε ζώο που ερχόταν.

Ορίστε, Μαρσέλο! Μη φοβάσαι, αγόρι μου. Σου έχω βάλει και σταγόνες. Αν χρειαστείς, να με πάρεις ό,τι ώρα θες! έλεγε η Δανάη.

Κορίτσι μου, ούτε στο νοσοκομείο δεν υποδέχονται εμάς έτσι, όσο εσύ το γατί μου! Χρυσή είσαι, απορούσε η κυρία Άννα, περήφανα κρατώντας τον φουντωτό της γάτο.

Η Δανάη άνθιζε, όμως μέσα της φωλιάζε ανησυχία. Πώς ήταν η μάνα της; Τηλεφωνούσε συχνά, αλλά τις τελευταίες φορές την απαντούσε μόνο ο Μάρκος, με ψυχρή φωνήη μητέρα ξεκουραζόταν λέει.

Έχω να τη δω μισό χρόνο Έχω λαχταρήσει, είπε στην κυρία Γεωργία, πίνοντας το βραδινό τους τσάι με τον κυρ Προκόπη.

Τι κάθεσαι; Πάμε μαζί να τη δούμε. Έχω το παλιό Fiat, όλο κι όλο εγώ, αλλά θα μας πάει! Να πάμε, είπε γελαστός ο κυρ Προκόπης.

Η Δανάη χάρηκε. Η διεύθυνση του Μάρκου ήταν γνωστή. Χτύπησαν πόρτα ώρα πολλή. Kάποια στιγμή άνοιξε μια ψηλή ξανθιά με ρόμπα κι ένα τεράστιο χασμουρητό.

Ποιοι είστε; Μήπως πουλάτε τίποτα; Δεν θέλουμε τίποτα! απάντησε βιαστικά, κλείνοντας σχεδόν την πόρτα.

Είστε η Λήδα, γυναίκα του Μάρκου; ρώτησε η Δανάη.

Ναι είπε εκείνη βαριεστημένα.

Είμαι η Δανάη! Η αδελφή του.

Η Λήδα στάθηκε μπροστά της.

Και; Τι θέλεις εσύ εδώ; Τώρα βιάζομαι, πάω κομμωτήριο, απάντησε αγέρωχα.

Μόνο να δω τη μαμά. Είναι εδώ; Δεν θα μείνω, μία κουβέντα μόνο…παρακάλεσε η Δανάη.

Δεν είναι εδώ. Την πήγε ο Μάρκος στο γηροκομείο. Έπεσε στο κρεβάτι, ποιος θα τη φροντίζει; Εγώ έχω τα δικά μου, εκείνος δουλεύει. Δεν ξέρω πού ακριβώς. Θα σου γράψω τη διεύθυνση κι άντε στο καλό, είπε η Λήδα, ψεκάζοντάς τες με πανάκριβο άρωμα.

Η Δανάη δεν άκουγε πια. Πήρε το χαρτάκι και μαζί με τον κυρ Προκόπη βγήκε τρέχοντας.

Γιατί δεν μου το είπαν νωρίτερα; Πολύ στεναχωριέμαι. Κι ας μην έχω δικό μου σπίτι. Κάτι θα έβρισκα… ψιθύριζε η Δανάη.

Τι λες, κορίτσι μου; Θα μένατε μαζί μας, έχει άπλα το σπίτι μου! Απαράδεκτο, που δε σε ειδοποίησαν, εξοργίστηκε ο κυρ Προκόπης.

Έφτασαν στο γηροκομείο. Ήταν δυνατόν αυτή η αδύναμη, σχεδόν σκελετωμένη ηλικιωμένη με τα βυθισμένα μάτια να είναι η Ινώ; Αυτή που ήταν ψηλή, ζωηρή, γεμάτη ενέργεια; Η Δανάη έπεσε στα χέρια της.

Μαμά! Εγώ είμαι! Συγγνώμη που δεν ήρθα τόσο καιρό. Δεν έχω συγχώρεση! Θα σε πάρω σπίτι! Θα δεις, θα φτιάχνω αυγόφετες με τα δικά μας αυγά, θα πίνουμε φρέσκο κατσικίσιο γάλα και θα γίνεις γρήγορα καλά. Σ αγαπάω, μαμά! έκλαιγε η Δανάη, κρατώντας το χλωμό χέρι της Ινώς.

Τη βοήθησαν να τη φέρει σπίτι. Εξάλλου, τυπικά, η Δανάη ήταν κόρη της· και ο κυρ Προκόπης, δηλώνοντας πολεμιστής του 40, απείλησε ότι θα τηλεφωνήσει στον παλιό του φίλο στρατηγό αν δεν τους αφήσουν να πάρουν τη μάνα της. Ο Μάρκος είχε κανονίσει να μείνει εκεί για πάντα…

Η Ινώ στάθηκε στο παράθυρο μετά από δεκαήμερο. Στην αυλή ο χοίρος Αριστείδης έκανε βόλτες, ο κόκορας λαλούσε, μοσχοβόλαγε η λεμονιά και οι τυρόπιτες που έψηνε η Δανάη. Έτρεξε μέσα η Δανάη, κουτσαίνοντας, μα είδε τη μάνα της να στέκει εκεί να κλαίει. Τη φίλησε αδέξια και την αγκάλιαζε, ζητώντας συγγνώμη που άργησε τόσο να έρθει και που θα έμεναν μαζί, όχι με τον Μάρκο και τη Χριστίνα.

Η Ινώ σιωπηλή την κρατούσε σφιχτά. Ήταν σαν να έβλεπε και πάλι το μικρό, αστείο κοριτσάκιόχι δικό της, αλλά αυθεντικά δικό της στην ψυχή: την καλή, τρυφερή, που ήταν δίπλα της στο τέλος, όταν δεν την είχε ανάγκη κανείς από τα άλλα, όμορφα και πετυχημένα παιδιά της.

Τώρα, όλα θα πάνε καλύτερα, Δανάη μου. Όλα καλά, κορίτσι μου, ψιθύρισε η Ινώ.

Κορίτσια! Θέλετε να πιούμε κανένα τσάι; μπήκε ο κυρ Προκόπης γελαστός.

Και, γελώντας, πιάστηκαν όλοι χέρι-χέρι και κατευθύνθηκαν προς την κουζίνα. Σε μια καινούργια ζωήΣτην κουζίνα, το φως του απογεύματος φιλτράριζε περίεργα μέσα απ τη μουσταρδί κουρτίνα. Η Ινώ κάθισε στη μεγάλη καρέκλα, πλάι στο παράθυρο με θέα τις λεμονιές. Την ίδια στιγμή, ο Αριστείδης, ο χοίρος, τρύπωσε τη μύτη του μέσα από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα και ρουθούνισε σα να ζητούσε κι αυτός θέση γύρω απ το τραπέζι.

Η Δανάη μοίρασε τις ζεστές αυγόφετες κι έβαλε σε φλυτζάνια τσάι λεμονιού με δυόσμο από τον κήπο. Το γέλιο τους ακούστηκε ξανά, γνήσιο, μελώδες, όπως δεν είχε ακουστεί χρόνια σε καμιά σάλα, κανένα σπουδαίο διαμέρισμα. Η Ινώ έκλεισε τα μάτια κι άφησε το πρόσωπό της στο φως, νιώθοντας πως ο κόσμος ξαφνικά έγινε μικρός, άμεσος, μετρημένος σε πράξεις αγάπης κι όχι ονόματα ή τίτλους.

Σε μια στιγμή, η Δανάη έβαλε μουσική, χαμηλά ένα παλιό, αγαπημένο τραγούδι της μάνας της. Άπλωσε το χέρι στης Ινώς το χέρι, και χόρεψαν αργά, αυτές οι δυο που είχαν μείνει απ όλα, μα είχαν τα πάντα: ηλικιωμένη και κορίτσι με κουτσό πόδι, μα γερά στηρίζοντας η μία την άλλη.

Ο κυρ Προκόπης έσπασε μια στροφή με το μπαστούνι του, τραγουδώντας όσο πιο φάλτσα μπορούσε επίτηδες, και η Ινώ πιάστηκε να γελάει – πραγματικά γελάει – για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό.

Κι έτσι, στη μικρή αυλή των Πατησίων, κάτω από το άρωμα της λεμονιάς και τον ήχο των ζώων που ανακάτευαν τη σιωπή με ζωή, τίποτα πια δεν τους έλειπε. Εδώ, η προδοσία είχε βρει αντίδοτο στην αντοχή και την αγάπη· ο πόνος είχε μεταμορφωθεί σε μια νέα αρχή.

Η Δανάη φίλησε τη μάνα της τρυφερά στο μέτωπο.

Μόνο εδώ μπορώ να είμαι ο εαυτός μου, μαμά.

Και η Ινώ, με τα μάτια υγρά αλλά γεμάτα, απάντησε:

Εδώ… είσαι το σπίτι μου.

Ένα αδέσποτο σκυλάκι γάβγισε χαρούμενα πίσω τους. Η Δανάη άνοιξε την πορτούλα να μπει. Η οικογένεια τώρα μεγάλωνε, όχι από αίμα μα από αγάπη.

Κι η ζωή ξανάρχιζε, πιο φωτεινή από ποτέ.

Oceń artykuł
Η Προδοσία των Βιολογικών Παιδιών: Η ιστορία της Δάφνης, που θαύμαζε ξανά τον αδερφό και την αδερφή της καθώς έβλεπε να τους βραβεύουν για άλλη μία φορά στους αγώνες, αλλά εκείνοι επέλεξαν να αρνηθούν την ύπαρξή της επειδή ήταν αδέξια και διαφορετική – ένα κορίτσι “ντροπή” που μεγάλωσε με αγάπη μόνο για να μείνει μόνη όταν η μητέρα της, η κυρία Ινέσα, προδόθηκε από εκείνα τα ίδια λαμπερά παιδιά και βρήκε καταφύγιο τελικά μόνο στην αφοσίωση και τη φροντίδα της “ξένης” κόρης της και του μοναχικού παππού Προκόπη, σ’ ένα σπίτι που γέμισε ξανά φως με μυρωδιές από τυροπιτάκια και αγάπη που υπερνικά αίμα και εμφάνιση.