7 Μαΐου
Σήμερα νιώθω την ανάγκη να τα γράψω όλα, για να ξεκαθαρίσω τα συναισθήματά μου. Ίσως, αν μιλήσω με ειλικρίνεια στον εαυτό μου, να βρω λίγη ηρεμία.
Πάντα ήξερα ότι η Ειρήνη, η μητέρα του Μανώλη, ήταν άνθρωπος που ήθελε τον έλεγχο, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, το πράγμα γινόταν όλο και πιο ασφυκτικό. Τα τελευταία χρόνια, από τότε που αγοράσαμε το σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη με δάνειο από την Eurobank ο καθένας πλήρωσε το δικό του μερίδιο, βέβαια το θεωρούσα καταφύγιό μου. Ένα μέρος όπου θα μπορούσα επιτέλους να έχω τον δικό μου χώρο και την ανεξαρτησία μου. Όμως, για την Ειρήνη, το σπίτι μάλλον παρέμενε προέκταση του παλιού σπιτιού του Μανώλη.
Πριν ένα μήνα περίπου της δώσαμε εφεδρικό κλειδί, τάχα για ώρα ανάγκης. Θα έπρεπε να το είχα ψυλλιαστεί. Η Ειρήνη ποτέ δεν έχανε ευκαιρία να μπει στο σπίτι, υποτίθεται για να ποτίσει τα φυτά όσο λείπαμε ή να «βοηθήσει με το νοικοκυριό». Πήρα χαμπάρι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν άρχισα να βρίσκω τα εσώρουχά μου ανακατεμένα, βιβλία και χαρτιά μου αλλού ντ αλλού, ακόμη και τα κοσμήματά μου να έχουν μετακινηθεί.
Σήμερα, άλλη μια φορά, γύρισα το απόγευμα από το γραφείο και βρήκα την πόρτα της ντουλάπας μισόκλειστη. Μπορεί για κάποιον άλλο να ακούγεται ασήμαντο, αλλά ήξερα με σιγουριά ότι δεν την είχα αφήσει έτσι. Κάτι μέσα μου φούντωσε. Πήγα και βρήκα τον Μανώλη να χαζεύει κάτι στο κινητό, κουρασμένος από τη δουλειά.
Μανώλη, πάλι άφησες ανοιχτή την πόρτα της ντουλάπας μου ή μου φαίνεται; του είπα, όσο πιο συγκρατημένα μπορούσα.
Μαριάνα, σε παρακαλώ δεν την άνοιξα καν, μόλις ήρθα από το μαγαζί!
Δεν χρειαζόταν να σκεφτώ πολύ. Ήξερα καλά ποια είχε μπει και είχε σκαλίσει τα πράγματά μου. Η μάνα του Μανώλη είχε το δικό της πρόγραμμα επισκέψεων χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Άρα η μαμά σου πάλι πέρασε όσο λείπαμε, με το δικό της κλειδάκι Ελπίζω να χόρτασε επιθεώρηση, του είπα, παγωμένα.
Ο Μανώλης ξανακούνησε τη μύτη, φανερά άβολα.
Όποτε φτάναμε σε αυτό το θέμα, ήταν σαν να έχω να κάνω με δύο ξένους: τον άντρα μου και τη μάνα του. Εκείνος στη μέση, χωμένος πάντα ανάμεσα στη δική μου ανάγκη για ιδιωτικότητα και στη δική της εμμονή να ελέγχει τα πάντα. Της είχαμε δώσει το κλειδί με καλή πρόθεση όμως εκείνη μετέτρεψε το σε περίπτωση ανάγκης σε τρεις φορές την εβδομάδα.
Έλα, Μαριάνα, απλά πήγε να ποτίσει τον φίκο ίσως σκούπισε και λίγο. Ξέρεις πώς είναι αυτοί οι άνθρωποι, μέχρι να νιώσουν χρήσιμοι δεν ησυχάζουν.
Σχεδόν του φώναξα πίσω: Δεν υπάρχουν φυτά στην κρεβατοκάμαρα! Τι δουλειά είχε να ξεσκονίζει μες στη ντουλάπα μου;
Ο Μανώλης έμεινε σιωπηλός. Πάντα σωπαίνει όταν οι δικαιολογίες του γκρεμίζονται.
Ομολογώ, με είχε κουράσει. Δεν μπορούσα άλλο να νιώθω υπό παρακολούθηση στο ίδιο μου το σπίτι. Προχθές άλλαξε θέση στα βιβλία μου. Την προηγούμενη εβδομάδα, είδα το αποτύπωμά της στη γυάλινη μπιζουτιέρα μου. Και τώρα, με τα εσώρουχά μου, ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Μιλάμε για παραβίαση των προσωπικών ορίων μου ούτε νοιάξιμο, ούτε τίποτα. Έλεγχος και μόνο.
Ο Μανώλης με διαβεβαίωσε πως θα μιλήσει στη μητέρα του. Εννοείται πως δεν είχα αυταπάτες. Κάθε συζήτησή τους την οδηγούσε να παριστάνει την αναστατωμένη, «να της πέφτει η πίεση», να ρίχνει τις ευθύνες πάνω μου ότι τάχα κρύβομαι από εκείνους. Στο τέλος έφευγε νικητής και εγώ έμενα με το πρόβλημα.
Την επόμενη φορά ήρθε από το πρωί, φορτωμένη τάπερ με γεμιστά, σπανακόπιτες, και γιαούρτι από τον φούρνο της γειτονιάς, λες και ο Μανώλης δεν τρώει αγοραστό.
Καλέ, μα γιατί να τρώτε αυτά τα μαστιχάρια που πουλάνε στα σούπερ-μάρκετ; Εδώ σας έφτιαξα, να φάτε σπιτικό πράγμα! είπε καθώς έβαζε χέρι στα ντουλάπια, κουνώντας με αποδοκιμασία τα μπουκάλια και τα πακέτα μακαρόνια.
Σας ευχαριστούμε πολύ, κυρία Ειρήνη, της απάντησα ευγενικά. Αλλά χθες ψωνίσαμε από τη λαϊκή. Ο Μανώλης τρώει μια χαρά το πρόβειο γιαούρτι.
Στη λαϊκή κοροϊδεύουν τον κόσμο, μόνο το σπιτικό είναι υγιεινό, απάντησε και χωρίς να σταματήσει μετέφερε τον καφέ σε άλλη ράφι. Βλέπω πως το τηγάνι χθες βράδυ το αφήσατε άπλυτο; Δεν είναι σωστό, Μαριάνα, να βλέπει ο άντρας σου ακαταστασία στο σπίτι!
Κράτησα την αναπνοή μου, αν και ήθελα να φωνάξω ότι το τηγάνι το άφησε ο Μανώλης που υποσχέθηκε να το πλύνει σήμερα. Δεν είχε νόημα.
Όση ώρα έπινε το καφεδάκι της, σχεδόν δεν μιλούσε, μόνο που και που μου έριχνε ένα περίεργο βλέμμα. Όταν ο Μανώλης βγήκε στο μπαλκόνι να μιλήσει στο αφεντικό του, η Ειρήνη πλησίασε, είπε τάχα μου ψιθυριστά:
Μαριάνα μου, τις προάλλες μπήκα να αφήσω σου λογαριασμό της ΔΕΗ κι έριξα κατά λάθος μια ματιά Γιατί ξόδεψες τόσα ευρώ σε καλλυντικά; Βρήκα το απόκομμα στο κομοδίνο! Μα έχετε δάνειο, δεν πρέπει να κάνεις τέτοια έξοδα, κορίτσι μου.
Φούντωσα! Το απόκομμα ήταν κάτω από ένα βιβλίο, στο συρτάρι μου. Για να το βρει, έπρεπε να ψάχνει εσκεμμένα.
Κυρία Ειρήνη, δουλεύω, τα βγάζω μόνη μου πέρα και καλύπτω εγώ το μερίδιό μου στο δάνειο. Μπορώ να φροντίζω τον εαυτό μου όσο θέλω. Και κάτι ακόμη: γιατί ψάχνετε στα συρτάρια μου;
Τίναξε το κεφάλι της και το έπαιξε θιγμένη.
Τι λες, παιδί μου; Εγώ σφουγγάριζα και το συρτάρι άνοιξε μόνο του, να η απόδειξη, την έβαλα στη θέση της! Κακό είπα; Μόνο που εγώ καρδιοχτυπώ για το καλό σας και αντί να το εκτιμάτε μου λέτε ότι κατασκοπεύω;
Ο Μανώλης επέστρεψε ακριβώς εκείνη τη στιγμή πρόσεξε τα δακρυσμένα μάτια της μάνας του και το δικό μου κόκκινο πρόσωπο και μύρισε την καταιγίδα.
Τι έγινε πάλι; είπε, στημένος πάνω μας.
Τίποτα παιδί μου! Η Μαριάνα με κατηγορεί ότι ψάχνω, είπε. Δεν αντέχω πια αυτή την αχαριστία, φεύγω!
Βοήθησε τη μάνα του να ντυθεί και την πήγε ως το ασανσέρ όταν γύρισε πίσω, η βαριά σιωπή μέσα στο σπίτι μας έκανε το στομάχι μου κόμπο.
Γιατί δημιουργείς σκηνές; με ρώτησε, σχεδόν παραπονιάρικα. Η μάνα μου απλά θέλει το καλό μας
Δεν είδε τυχαία το χαρτί, Μανώλη! Την έπιασα να ψαχουλεύει τα πράγματά μου! Δεν καταλαβαίνεις ότι φοβάμαι να αφήσω οτιδήποτε πια ακάλυπτο! Σε λίγο θα ψάχνει και στις ιατρικές μου εξετάσεις!
Υπερβάλλεις, μωρέ. Απλώς το παρακάνει με το νοιάξιμο της.
Τότε κατάλαβα. Ποτέ δεν θα με πίστευε, αν δεν έβλεπε με τα μάτια του. Κι εκεί μου μπήκε η ιδέα. Ήθελα αποδείξεις. Για εμένα και γι αυτόν.
Το πρωί της Δευτέρας, μόλις έφυγε για το μαγαζί, αντί να ξεκινήσω δουλειά με τα emails, άνοιξα το γραφείο μου, πήρα ένα κομψό χαρτί και μια καλή πένα. Έγραψα ένα γράμμα, λιτό, ήρεμο, χωρίς κακίες, αλλά με αποφασιστικότητα. Το δίπλωσα, το έβαλα σε ένα κατακόκκινο φάκελο δεν γινόταν να περάσει απαρατήρητο.
Διάλεξα το κατάλληλο κρησφύγετο: στην κάλτσα μιας μεγάλης χαρτονένιας μπαούλας, γεμάτης με παλιές φωτογραφίες, θεατρικά εισιτήρια και γράμματα από φίλες. Για να φτάσει κάποιος εκεί, έπρεπε να σκύψει, να τραβήξει τα συρτάρια του πάτου της ντουλάπας και να ψαχουλέψει μέχρι το τέλος. Αδύνατον να το βρει καθώς ξεσκονίζει.
Επί βδομάδες δεν έγινε τίποτα. Η Ειρήνη ερχόταν στα γρήγορα όταν ήμουν εκεί. Η απορία μου μεγάλωνε μήπως και όντως σταμάτησαν τα ντου. Μέχρι που ένα βροχερό Σάββατο, ενώ ο Μανώλης άλλαζε ένα φωτιστικό στο διάδρομο κι εγώ ετοίμαζα φακές στην κουζίνα, η πεθερά εμφανίστηκε ξανά. Πήρε σβέλτα τον δρόμο της, δήθεν να πλύνει τα χέρια.
Άκουσα τον ήχο του νερού και μετά μια πόρτα άνοιξε ήσυχα. Όχι του μπάνιου. Κράτησα την αναπνοή μου. Πήγα στον Μανώλη, του έκανα νόημα να ακολουθήσει σιωπηλά.
Φτάνοντας στην κρεβατοκάμαρα, η πόρτα μισόκλειστη.
Και τότε τον έπιασε στα πράσα.
Η Ειρήνη στα τέσσερα, με τα συρτάρια έξω, να ψαχουλεύει στην παλιά χαρτονένια μπαούλα μου. Διάλεγε ένα-ένα τα γράμματα και τις φωτογραφίες, ώσπου βρήκε τον κόκκινο φάκελο. Τον άνοιξε, έβγαλε το χαρτί και άρχισε να διαβάζει.
Ο Μανώλης πάγωσε, έγινε άσπρος σαν τοίχος. Το πρόσωπό του έσφιξε από θυμό.
Το σημείωμα, που ήξερα λέξη προς λέξη, έγραφε:
«Αξιότιμη κυρία Ειρήνη, αν διαβάζετε αυτό το σημείωμα, τότε κάνατε αρκετό κόπο. Ανοίξατε τη ντουλάπα μου, τραβήξατε συρτάρια που δεν σας ανήκουν, σηκώσατε κουτιά με προσωπικές αναμνήσεις. Το κάνατε πιστεύοντας ότι έχετε το δικαίωμα να ελέγχετε τη ζωή μας. Ένιωσα την ανάγκη να ενημερώσω τον Μανώλη για το τι πραγματικά συμβαίνει όταν μας επισκέπτεστε… Ίσως το μόνο που σας απομένει, είναι να μάθετε επιτέλους τι σημαίνει προσωπικό όριο.»
Το πάτωμα έτριξε από το βήμα του Μανώλη.
Μαμά.
Η Ειρήνη τινάχτηκε, της έπεσε το χαρτί. Κόκκινη και ταραγμένη, πιάστηκε από τα συρτάρια να σταθεί.
Μανώλη… παιδί μουεγώ έχασα ένα κουμπί και έψαχνα βελόνα και κλωστή Η Μαριάνα είχε πει ότι έχει μια κασετίνα εδώ…
Ο Μανώλης πήρε το γράμμα, το διάβασε σιωπηλός. Δεν μίλησε για λίγο. Τέλος της είπε ήρεμα, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα:
Τα είδη ραπτικής είναι στο κομοδίνο της εισόδου, μαμά. Και το ξέρεις, γιατί εσύ μου έραψες κουμπί εκεί τελευταία. Φτάνει πια.
Η Ειρήνη πήγε να μαζέψει θάρρος, γύρισε και μου επιτέθηκε:
Λαγούμι για μένα στήσατε; Τολμάς και μου ρίχνεις τέτοιο γράμμα, κορίτσι μου; Δεν ντρέπεσαι;
Δεν ντρέπομαι, κυρία Ειρήνη. Όποιος χώνει τη μύτη του στα ξένα, να δει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.
Προσπάθησε να παίξει το χαρτί του δράματος.
Τώρα θα πάθω εγώ ανακοπή! Μανώλη, πες της, για το καλό της, να σταματήσει! Τη μάνα σου πιάσατε σαν κακούργα;
Ο Μανώλης πήρε τη χαρτονένια μπαούλα, έκλεισε τα συρτάρια και μετά της ζητάει:
Μαμά, μπορείς σε παρακαλώ να μου δώσεις το κλειδί του σπιτιού μας;
Η Ειρήνη έμεινε άφωνη.
Δε μου μιλάς εσύ έτσι! Για το καλό σας αγωνίζομαι!
Μαμά, το κλειδί το πήρες για να βοηθήσεις σε ανάγκη, όχι για να ψάχνεις στα πράγματά μας. Από δω και πέρα, δεν θα μπαίνεις στο διαμέρισμά μας χωρίς να ξέρουμε. Τώρα πια αυτό το σπίτι είναι μόνο δικό μας.
Τα χέρια της έτρεμαν, πέταξε το κλειδί στο κρεβάτι και έφυγε με φασαρία: Δε με ξαναδείτε εδώ! Ζήστε έτσι, αφού αυτό θέλετε Δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου!
Όταν έκλεισε πίσω της την πόρτα, σιγή. Μανώλης κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, σχεδόν γκρεμισμένος.
Συγγνώμη, Μαριάνα. Είχες δίκιο. Κι εγώ ήμουν τυφλός.
Τον χάιδεψα απαλά στην πλάτη. Δεν ένιωθα καμιά νίκη, μονάχα μία τεράστια ανακούφιση.
Δεν πειράζει. Πάνω απ όλα, είμαστε στην ίδια πλευρά. Το σπίτι μας, επιτέλους, είναι μόνο δικό μας.
Για έναν μήνα ολόκληρο, η Ειρήνη δεν εμφανίστηκε. Τηλεφωνούσε, έλεγε τις πίκρες της σε συγγενείς, περίμενε ίσως να την παρακαλέσουμε. Ο Μανώλης την έπαιρνε τηλέφωνο, ρωτούσε για την υγεία της, όμως το ζήτημα του κλειδιού δεν ξαναέθιξε.
Σιγά-σιγά κατάλαβε πως οι τακτικές της είχαν τελειώσει. Όταν τελικά, στα γενέθλια του Μανώλη, ήρθε, ήταν σαν άλλος άνθρωπος τυπική, διακριτική, ούτε σκέψη να πλησιάσει κλειστή πόρτα.
Και γω; Εγώ, μετά από μήνες, κοιμάμαι πάλι ήσυχα. Ξέροντας πως το σημείωμα στον κόκκινο φάκελο, καλά φυλαγμένο στην παλιά μου μπαούλα, θα μου θυμίζει για πάντα πως, κάποιες φορές, ο μόνος τρόπος να σωθείς είναι να αφήσεις τον άλλον να αποκαλύψει μόνος του τον εαυτό του.


