Και οι αγκώνες; Ποια βάζει αγκώνες στο τραπέζι; Σε μια σωστή παρέα, θα σε διώχνανε ήδη έξω η φωνή της Φωτεινής Παναγιώτου διέκοψε την αχνιστή θαλπωρή του οικογενειακού δείπνου, σαν τσίγκινος κόκορας που διαπερνά σιωπή ξημερώματος. Βασίλη, κοίτα τον τον γιο σου. Επτά χρονών παιδί και κρατάει το πιρούνι σαν δικράνι. Εμείς τότε με το χάρακα στο χέρι τρώγαμε για τέτοια!
Η Μαρίνα έσφιξε το πιρούνι τόσο δυνατά, που άσπρισαν τα δάκτυλά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, αποφεύγοντας να κοιτάξει τη πεθερά της, και γύρισε το βλέμμα στον Νικόλα. Το αγόρι, ακούγοντας το σχόλιο της γιαγιάς του, αμέσως κύρτωσε, έσκυψε και κούρνιασε τις παλάμες του στα γόνατα, έτοιμος να ρίξει κάτω το ποτήρι με τη βυσσινάδα.
Κυρία Φωτεινή, είμαστε σπίτι μας, όχι στο τραπέζι του Προεδρικού Μεγάρου είπε ήρεμα, αλλά σταθερά, η Μαρίνα. Ο Νικόλας απλώς κουράστηκε στην προπόνηση. Άφησέ τον να φάει ήσυχα.
Ορίστε! αναφώνησε με νίκη η Φωτεινή, δείχνοντας τη νύφη με το κουτάλι που ανακάτευε το μέλι στο χαμομήλι της. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα! «Κουράστηκε», «είναι μικρός», «άσ τον να ξεκουραστεί». Τους κάνεις παντοφλουδάκια, Μαρίνα μου. Ο άντρας πρέπει να είναι συγκεντρωμένος, πειθαρχημένος! Μόνη μου τον Βασίλη μεγάλωσα, χωρίς άντρα! Και ίσα, σαν το ευθύ σχοινί μου έβγαινε. Εσάς; Πανηγύρι.
Ο Βασίλης κάθονταν στην κορυφή του τραπεζιού, μασουλώντας τον κολοκυθοκεφτέ του και χαμένο στο πιάτο του. Η Μαρίνα ήξερε το τέχνασμά του: κάνε την πάπια, μη μιλάς, θα περάσει. Δεν άντεχε τσακωμούς, ακόμη παραπάνω αν αφορούσαν τη μητέρα του. Η Φωτεινή Παναγιώτου ήταν γυναίκα αυστηρή, φανταχτερή και σίγουρη ότι τα ξέρει όλα. Έρχονταν μια φορά τον μήνα, αλλά η Μαρίνα την περίμενε με ανυπομονησία όση και για ραντεβού σε οδοντίατρο δίχως αναισθησία.
Γιαγιά, σήμερα πήρα άριστα στα καλλιτεχνικά! είπε η πεντάχρονη κόρη τους, η Δανάη, θέλοντας να σπάσει, παντελώς μάταια, το κλίμα. Κάθονταν στο σκαμνάκι της και κλωτσούσε χαρούμενα τα πόδια. Να σου δείξω; Ζωγράφισα όλη την οικογένεια! Και εσένα, και τον μπαμπά, και τη μαμά!
Η γιαγιά γύρισε αργά το κεφάλι στη μικρή. Το βλέμμα της παγωμένο, σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Στο τραπέζι δεν μιλάμε, Δανάη μου. Όπως λέει η παροιμία, όταν τρώω είμαι κουφός και βουβός. Ή το χεις ακουστά; Και μην κουνάς τα πόδια, δεν είναι τρόπος αυτός. Είσαι κοπέλα, όχι πωλήτρια στη λαϊκή. Ίσια κάθισε!
Η Δανάη αμέσως μαζεύτηκε. Το χαμόγελο χάθηκε απ τα χείλη της. Έβαλε προσεκτικά τα χέρια στα γόνατα και σωπασε. Μέσα στην Μαρίνα η αγανάκτηση έβραζε πια σαν καλοκαιρινός φραπές που ρίχνει αφρό παντού. Μπορούσε να αντέξει το σουτζουκάκι της (άνοστο), τις κουρτίνες της (σκοτεινές), ακόμα και το σώμα της (κοκκαλιάρα, τέτοιες δεν τις θέλουν οι άντρες). Αλλά όταν έθιγε τα παιδιά, η υπομονή της τελείωνε απότομα.
Μαμά… ψέλλισε τελικά ο Βασίλης. Ε, φτάνει τώρα. Παιδιά είναι. Άσε μας να φάμε ήσυχα.
Για το καλό τους τα λέω! χτύπησε τα χέρια της η Φωτεινή. Ποιος θα τους πει την αλήθεια αν όχι η γιαγιά; Εσείς, όλο τους χαϊδεύετε. Κι η ζωή είναι σκληρή! Θα μεγαλώσουν αμόρφωτοι, άξεστοι, και θα κλαίτε από πίσω. Δες, η γειτόνισσα μου η Κλειώ. Ο εγγονός της στο ναυτικό λύκειο! Λάδι! Καλημέρα, παρακαλώ, ευχαριστώ! Ο δικός σας ο Νικόλας; Χτες μουρμούρισε κάτι και εξαφανίστηκε! Άγριος.
Ο Νικόλας χαιρέτησε, υπερασπίστηκε η Μαρίνα. Είναι ντροπαλός, απλά.
Ντροπαλός! η Φωτεινή έκανε έναν ήχο σαν να καταπίνει μάραθο. Άξεστος είναι, όχι ντροπαλός. Φταίει η μάνα.
Το δείπνο τελείωσε μέσα σε βαριά σιωπή. Τα παιδιά έφαγαν στα γρήγορα, ψιθυρίζοντας ένα ευχαριστώ πριν εξαφανιστούν στο παιδικό δωμάτιο. Η Μαρίνα άρχισε να μαζεύει το τραπέζι, νιώθοντας το βλέμμα της πεθεράς καρφωμένο στην πλάτη της.
Τουλάχιστον πλύνε τα πιάτα στο χέρι, στην πλυντήριο τα βάζεις; Όλα χημικά. Θα μας φαρμακώσεις.
Κυρία Φωτεινή, ξέρω πώς να πλένω τα πιάτα στο δικό μου σπίτι, απάντησε η Μαρίνα, πετώντας το πιάτο στη νεροχύτη.
Το βράδυ κύλησε σαν να έχει πέσει μαύρη μαγεία. Η Φωτεινή τριγυρνούσε, έκλεινε πόρτες ν ανακαλύψει σκόνη, άλλαζε θέσεις στα παπούτσια στο χωλ (γιατί έτσι βολεύει), και κατηγορούσε φωναχτά δημοσιογράφους στην τηλεόραση. Ο Βασίλης εξαφανίστηκε στο υπνοδωμάτιο για δουλειά με το λάπτοπ.
Η μεγάλη θύελλα ήρθε το επόμενο πρωί, Σάββατο. Η Μαρίνα σκεφτόταν να φτιάξει πορτοκαλόπιτα και να πάει τα παιδιά βόλτα. Μόνο που ήρθε βροχή καλοκαιρινή, ψιλή και μουντή. Τα παιδιά έμειναν σπίτι. Βαριόντουσαν. Ξεκίνησαν πειρατικό παιχνίδι: έφτιαξαν καράβι από μαξιλάρια μέσα στο σαλόνι και έκαναν φασαρία, παρασέρνοντας τον ήχο στο διάστημα.
Η Φωτεινή, ράφτρα στο σαλόνι, κάθε λεπτό αγριεύει.
Σταματήστε αυτό το χαμό! δεν άντεξε τελικά. Θα μου ανοίξετε το κεφάλι! Δεν μπορείτε να διαβάσετε κανένα βιβλίο; Κανένα παζλ;
Γιαγιά, είμαστε πειρατές! φώναξε ο Νικόλας, κραδαίνοντας μια πλαστική σπάθα. Δεν μιλάει ψιθυριστά ο πειρατής! Επίθεση!
Πηδάει από το καράβι στο χαλί και, λάθος, χτυπά το τραπεζάκι με την κούπα του τσαγιού της γιαγιάς. Η κούπα παλαντζάρει. Καυτό φασκόμηλο λούζει τα πλεκτά και τη ρόμπα της.
Η Φωτεινή πηδά σαν να τη χτύπησαν νύχια γάτας.
Αχ, ζωηρέ! φώναξε τρίβοντας το ύφασμα. Τι κάνεις, στραβούλιακα; Τρέχεις σαν τρελός!
Δεν το ήθελα… ψιθυρίζει ο Νικόλας, κάνοντας πίσω.
Όλα δεν τα θέλεις! Δεν έχεις μυαλό! Ποιος σ ανέθρεψε έτσι; Η μάνα σου η άμυαλη;
Μόλις η Μαρίνα ακούει τις φωνές, βγαίνει απ την κουζίνα. Βλέπει τη γιαγιά να ταρακουνάει τον γιο της και νιώθει πως ο κόσμος μαζεύεται σε μια τελεία.
Αφήστε το παιδί μου! φωνάζει, τραβώντας τον Νικόλα από τα χέρια της πεθεράς. Μην ξανατολμήσετε να αγγίξετε τα παιδιά μου!
Ο Νικόλας χώθηκε στη μάνα του, κλαίγοντας. Η Δανάη, που ως τότε ήταν θρονιασμένη σε μαξιλάρια, άρχισε να κλαίει κι αυτή.
Και μη μου φωνάζεις! ούρλιαξε η Φωτεινή. Δες τι έκανε! Μου χάλασε τα πλεκτά, μ έκαψε! Επειδή τα αφήνετε ανεξέλεγκτα! Ανεμομαζώματα! Τίποτα δεν έμαθαν, ούτε ντροπή, ούτε σεβασμό! Άξεστοι!
Η Μαρίνα πάγωσε ακούγοντας τη λέξη άξεστοι να αιωρείται σαν παγερή σκόνη. Πήρε αγκαλιά τα δύο παιδιά.
Τι είπατε; ρώτησε σιγανά.
Ό,τι άκουσες! Τίποτα δεν σεβάστηκαν! Σε μια σωστή οικογένεια, θα ήτανε στη γωνία, με ρεβίθια στα γόνατα, να ζητούν συγγνώμη! Κι αυτός κλαίει! Σαν εσένα, ούτε καν έτσι, τίποτα!
Εκείνη τη στιγμή έμπαινε στη σάλα ο Βασίλης, προσελκημένος από τις φωνές.
Τι γίνεται εδώ; Μαμά, σταμάτα τώρα…
Ρώτα τη γυναίκα σου! του στρίβει η Φωτεινή. Ο γιος σου με έλουσε, κι αυτή το υποστηρίζει!
Ο Βασίλης έριξε μπερδεμένο βλέμμα στη Μαρίνα.
Μαρίνα, όντως, πρέπει να τα προσέχεις…
Αυτό ήταν το σύνθημα. Αν έπαιρνε τώρα το μέρος της, αν έβαζε τη μάνα του στη θέση της… Αλλά, πάλι ο ρόλος του εργολάβου ειρήνης.
Η Μαρίνα ίσιωσε. Μια παγωμένη διαύγεια μπήκε μέσα της.
Βασίλη, πάρε τα παιδιά, πήγαινε τα μέσα. Βάλε τους κινούμενα.
Μα γιατί; ρώτησε ο άντρας της.
Κάνε αυτό που σου λέω.
Ο Βασίλης, βλέποντας το βλέμμα της, δεν επέμεινε. Μάζεψε στοργικά τα παιδιά και τα οδήγησε μακριά. Η Μαρίνα έμεινε μόνη με τη Φωτεινή.
Κυρία Φωτεινή άρχισε χαμηλόφωνα. Μαζέψτε τα πράγματά σας.
Η πεθερά κόμπιασε.
Τι;
Ρωτώ να μαζέψετε τα πράγματά σας. Φεύγετε. Τώρα.
Έχασες το μυαλό σου; τα μάτια της άναψαν. Ήρθα στο γιο μου! Αυτό είναι το σπίτι του!
Είναι το σπίτι ΜΑΣ. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει τα παιδιά μου. Να τα λέει άξεστα, ζώα και να τους βάζει χέρι. Τα σχόλιά σας για μένα, για το φαγητό, για το νοικοκυριό μου, τα άντεξα. Για τα παιδιά, όμως, τελειώνει εδώ.
Πώς τολμάς! ξέσπασε η Φωτεινή. Είμαι μάνα του άντρα σου! Γιαγιά! Μεγαλύτερη σου!
Η ηλικία δεν δικαιολογεί καμία αγένεια, έκοψε ήρεμα η Μαρίνα. Αποκαλέσατε τον επτάχρονο γιο μου άξεστο επειδή κατά λάθος έχυσε τσάι. Ταπεινώσατε τα μικρά. Νομίζετε πως είναι ανεκπαίδευτα; Ωραία, τότε μην τα ξαναδείτε. Αφήστε μας να ζήσουμε όπως θέλουμε.
Βασίλη! φώναξε η Φωτεινή. Άκου τι λέει η γυναίκα σου! Με διώχνει!
Βγήκε ο Βασίλης, κλείνοντας πίσω του την πόρτα του παιδικού, χαμηλωμένος.
Μαμά, αυτό ήταν υπερβολικό σιγοψιθύρισε. Μην ξαναγίνεις έτσι με τα παιδιά.
Εγώ υπερβολική; Εγώ εκπαιδεύω! Εσείς δεν μπορείτε! Κι αυτή με διώχνει! Εδώ είναι και δικό σου σπίτι!
Ο Βασίλης κοίταξε τη Μαρίνα, που στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα. Στα μάτια της διέκρινε κάτι που ποτέ δεν είχε δει αν δεν πάρε τώρα θέση, θα τα χάσει όλα. Τη γυναίκα και τα παιδιά.
Βασίλη του λέει εκείνη σταθερά. Η μητέρα σου αποκάλεσε τα παιδιά άξεστα και άσκησε βία στον Νικόλα. Αν δεν φύγει τώρα, φεύγω εγώ με τα παιδιά. Οριστικά. Διάλεξε.
Βασίλεψε σιωπή. Καθάριζε μόνο το ρολόι στον τοίχο και η βροχή σαν χτυπάει το παράθυρο. Η Φωτεινή έβλεπε τον γιο της με χαμόγελο βέβαιο: θα την προτιμήσει. Αυτή τον γέννησε, αυτή τον ξενύχτησε.
Ο Βασίλης γύρισε. Θυμήθηκε τα δικά του παιδικά χρόνια. Το χάρακα, το φακό με τις φακές, τις άγριες φωνές για λάθη και λεκέδες, τα διαρκή δεν στέκεσαι σωστά, το φόβο της επιστροφής σπίτι. Κοίταξε την παιδική πόρτα τον γιο του, που φοβόταν τη γιαγιά.
Μαμά, είπε ήσυχα.
Τι είναι γιε μου; Πες της να καταλάβει!
Μαμά, καλύτερα να φύγεις.
Το χαμόγελο της Φωτεινής έπεσε σαν μάσκα φτηνή.
Τι είπες;
Είπα, μάζεψε τα. Η Μαρίνα έχει δίκιο. Δεν γίνεται έτσι με τα παιδιά. Θα καλέσω ταξί.
Προδότη! σφύριξε. Μάνα σου πέταξες για τη φούστα! Αντρας; Χα! Σε μεγάλωσα, ξενύχτησα γι αυτό;
Μαμά, φτάνει, είπε κουρασμένα ο Βασίλης. Μαζέψου.
Το επόμενο μισάωρο ήταν τρικυμία: η Φωτεινή πέταγε ρούχα στη βαλίτσα, καταριόταν, ευχόταν να πάρουν… ό,τι χειρότερο, διαβεβαίωνε πως δεν θα ξαναπατήσει, ούτε τα εγγόνια θα δουν κληρονομιά. Η Μαρίνα στεκόταν στην είσοδο, σιωπηλή. Δεν αντέδρασε. Απλά περίμενε.
Όταν στάθηκε το ταξί, η γιαγιά κοντοστάθηκε στην πόρτα.
Θα γυρίσετε να με βρείτε, φώναξε πικρόχολα. Όταν αυτά τα καλά παιδιά σας χώσουν σε κανά γηροκομείο. Θα το θυμηθείτε.
Η πόρτα έκλεισε με ήχο δύο κιλών πέτρας.
Η Μαρίνα αναστέναξε, σαν να ελευθέρωσε από πάνω της τσουβάλι με ασβέστη. Τα γόνατά της λύγισαν και έκατσε στο σκαμπό του διαδρόμου. Ο Βασίλης στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε το ταξί να χάνεται στη βροχή.
Είσαι καλά; ρώτησε χωρίς να γυρίσει.
Εντάξει είπε εκείνη με τρεμάμενη φωνή. Εσύ;
Σακατεμένος παραδέχτηκε. Μα μάνα μου είναι…
Το ξέρω, Βασίλη. Συγγνώμη που έγινε έτσι. Αλλά δεν άντεχα να διαλύσει το μυαλό των παιδιών μας όπως έκανε σ εσένα. Θυμάσαι το δικό σου παιδικό;
Ο Βασίλης γύρισε. Τα μάτια του ήταν πίκρα, αλλά κάτι μέσα του ωρίμαζε.
Ναι. Δεν το θελω για το Νικόλα ούτε για τη Δανάη. Όλη τη ζωή περίμενα να ακούσω ένα μπράβο, Βασίλη! Πίστευα πως όταν γίνω πατέρας, σύζυγος, θα με καμαρώσει. Μα… απλώς δεν ξέρει να αγαπά. Ξέρει μόνο να ελέγχει και να κατακρίνει.
Η Μαρίνα τον αγκάλιασε σφιχτά. Έγειρε το μέτωπό του στα μαλλιά της.
Ευχαριστώ που με στήριξες ψιθύρισε. Ήταν απαραίτητο.
Αργότερα, τα παιδιά ήρεμα, παίζοντας πλέον πιο ήσυχα με τα τουβλάκια Lego, η Μαρίνα και ο Βασίλης έπιναν ρακόμελο στην κουζίνα.
Και τώρα; Τι θα κάνουμε αν αρχίσει και διαδίδει ιστορίες; Θα πάρει τη θεία Σταυρούλα, τον θείο Πέτρο. Ό,τι μας βουτήξει…
Να λέει ό,τι θέλει γέλασε με τους ώμους η Μαρίνα. Όσοι την ξέρουν αληθινά, ξέρουν. Οι άλλοι, δεν μας αφορούν. Το σπίτι μας να είναι ήσυχο.
Κι αν ξαναγυρίσει; Σε κανά μήνα;
Δεν θα πατήσει πριν ζητήσει συγγνώμη από τον Νικόλα. Σαφέστατα και μετανιωμένη.
Ο Βασίλης χαμογέλασε πικρά.
Μάνα μου και συγνώμη πάνε μαζί όσο το λάδι με το νερό. Δεν θα έρθει.
Πέρασε μια εβδομάδα. Ο τηλεφωνητής του Βασίλη ήταν έτοιμος να καεί. Η θεία Σταυρούλα τον έβρισε που πέταξε μάνα στη βροχή. Η εκδοχή της Φωτεινής έλεγε πως η νύφη την έδιωξε επειδή της έκανε παρατήρηση για τη βρωμιά. Πουθενά για τα παιδιά και το άξεστοι.
Στην αρχή ο Βασίλης εξηγούσε. Μετά, απλά σταμάτησε να σηκώνει. Η Μαρίνα ανακουφίστηκε αναπάντεχα. Το σπίτι γέμισε ακριβώς εκείνη τη θαλπωρή που της έλειπε: κανείς να μην ψάχνει σκόνη, να μην κατακρίνει. Τα παιδιά σταμάτησαν να χάνουν το χαμόγελό τους όταν υψωνόταν φωνή για φαγητό.
Σε λίγες μέρες, του Νικόλα η γιορτή. Οκτώ χρονών. Γεμάτο σπίτι, φίλοι, νονοί, οι γονείς της Μαρίνας. Ο χαρτοπόλεμος παντού, τα παιδιά γελάνε, τρώνε το γλυκό με τα χέρια.
Κάποια στιγμή, η Μαρίνα κι ο Βασίλης αντάλλαξαν βλέμμα. Εκείνος κοίταζε το γιο του που γέλαγε κι είχε όλη την κρέμα στη μούρη.
Ξέρεις, τώρα θα έλεγε η μαμά, αίσχος, τούρτα με κουτάλι, ίσια τα πόδια, σταυροπόδι.
Και θα χαλούσε τη χαρά, απάντησε η Μαρίνα.
Ναι. Ενώ τώρα ο Νικόλας πετάει. Γιατί ξέρει ότι τον αγαπούν, όπως κι αν είναι βρώμικο, δυναμικό.
Ο ήχος του κουδουνιού πάγωσε τη στιγμή. Μήπως;
Ο Βασίλης πήγε να ανοίξει. Ήταν διανομέας με μεγάλο κουτί.
Παράδοση για Νικόλα Βασιλείου, είπε ο νεαρός.
Ο Βασίλης υπέγραψε και κουβάλησε το κουτί στο σαλόνι. Όλοι σταμάτησαν.
Από ποιον; ρώτησε ο Νικόλας.
Ο Βασίλης διάβασε το σημείωμα που συνόδευε ένα ακριβό σετ τρένο. Το σημείωμα έλεγε:
«Στον εγγονό μου, για τα γενέθλιά του. Να μεγαλώσεις άνθρωπος, όχι όπως οι γονείς σου. Γιαγιά Φώτω».
Ο Βασίλης δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε κρυφά στην τσέπη.
Από τη γιαγιά Φώτω. Ανακοίνωσε απλά.
Τέλεια! πέταξε ο Νίκος. Θα ρθει κι αυτή;
Όχι, παιδί μου, είπε η Μαρίνα, παίρνοντας το χέρι του Βασίλη. Η γιαγιά είναι… απασχολημένη. Μαθαίνει να τα βρίσκει με τον εαυτό της.
Ο Νικόλας δεν ρώτησε παραπάνω· το καινούριο τρένο τον μάγεψε. Η Μαρίνα και ο Βασίλης αντάλλαξαν βλέμματα. Το δώρο ήταν μια ύστατη προσπάθεια: να έχει η γιαγιά την τελευταία λέξη, έστω από μακριά. Μα δεν είχε πια καμιά δύναμη.
Αργά το βράδυ, όταν όλα ησύχασαν, η Μαρίνα βρήκε το χαρτί τσαλακωμένο στη τζέπη του άντρα της. Το πέταξε στα σκουπίδια χωρίς δισταγμό.
Τι κάνεις εκεί; ρώτησε ο Βασίλης, στεγνώνοντας τα μαλλιά του.
Πετάω άχρηστα, χαμογέλασε. Ξέρεις, Βασίλη, σκέφτομαι να αλλάξουμε κλειδαριά…
Ήδη κάλεσα τεχνίτη, αποκρίθηκε σοβαρά. Και μπλόκαρα το νούμερό της. Χρειάζομαι χρόνο.
Η Μαρίνα τον αγκάλιασε σφιχτά. Ήξερε πόσο πονούσε ο αποχωρισμός από τους γονείς, ακόμα κι αν είναι τοξικοί. Ήξερε όμως πως αυτή η πληγή θα κλείσει το τραυματισμένο παιδικό θα ήταν πολύ χειρότερο.
Η ζωή συνεχίστηκε. Η Φωτεινή Παναγιώτου δεν ξαναπέρασε το όριο της πόρτας τους. Συνέχισε να διαδίδει ιστορίες, να στέλνει πικρόχολα μηνύματα στα social (που η Μαρίνα δεν διάβαζε), μα δεν είχε πια θέση στην αληθινή ζωή της οικογένειας. Κι αυτό ήταν το καλύτερο που έπρεπε να συμβεί.
Ο Νικόλας μεγάλωνε ζωηρός, δυνατός, με χαμόγελο, καμιά φορά ατίθασος αλλά ποτέ τρομαγμένος. Δεν έκρυβε τα χέρια του κάτω από το τραπέζι, δεν φοβόταν να ζητήσει ό,τι ήθελε. Κι η Μαρίνα ήξερε ότι τα είχε καταφέρει. Η ανατροφή δεν είναι φόβος και καταπίεση, αλλά αγάπη και προστασία. Κι αυτή την προστασία την έδωσε, ακόμα κι αν έγινε η κακιά νύφη για όλο το σόι.
Μερικές φορές, για να έχεις καθαρό ουρανό στο σπίτι, απλώς χρειάζεται να κλείσεις ερμητικά την πόρτα για όσους κουβαλούν καταιγίδα. Και η Μαρίνα είχε μάθει πια να βάζει διπλή ασφάλεια σ εκείνη την πόρτα.





