Ο άντρας μου μεγάλωσε σε μια πολυμελή οικογένεια δηλαδή, νομίζω πως η πεθερά μου γεννούσε παιδιά μέχρι να φτάσει να κάνει την κόρη της. Μια περίεργη τακτική, αλλά εγώ δεν είμαι αυτή που θα την κρίνω, ας πούμε πως η δικιά μου σοφία έχει όρια!
Όταν παντρεύτηκα τον Κώστα, πίστευα ότι έπιασα το λαχείο. Μου φαινόταν σοβαρός, δυναμικός, υπεύθυνος, με αρχές ένας άνθρωπος που ξέρει τι σημαίνει οικογένεια. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να χαλαρώσει από τη μαμά του και τη μικρή του αδερφή. Η πεθερά μου δεν έδινε και πολλή σημασία στους γιους της η Ευαγγελία όμως, το διαμάντι της οικογένειας, πάντα είχε προτεραιότητα.
Γνώρισα την Ευαγγελία όταν ήταν μόλις 10 χρονών. Στην αρχή ήταν χαριτωμένη, μετά από πέντε χρόνια ήθελα να φύγω τρέχοντας από το σπίτι. Δεν της άρεσε το σχολείο, συναναστρεφόταν με αμφιλεγόμενα αγόρια και για κάθε πρόβλημα τηλεφωνούσε στον Κώστα, όχι μόνο μέρα αλλά και μέσα στα άγρια χαράματα.
Έλπιζα ότι η Ευαγγελία θα μεγαλώσει, θα παντρευτεί και θα ησυχάσουμε όλοι. Χα! Όταν τελικά ανακοίνωσε ότι θα παντρευτεί, η πεθερά μου γύρισε και ζήτησε «συνεισφορά» από τους γιους της για το γάμο, επειδή η ίδια δεν είχε ευρώ ούτε για δείγμα. Ο γαμπρός, καημένος, μεροκαματιάρης, η Ευαγγελία και αυτός έμειναν να ζουν με τη μαμά της το «παλάτι» της οικογένειας.
Ύστερα ήρθαν το πρώτο παιδί, το δεύτερο παιδί… Η πεθερά μου κατάλαβε πως αν συνεχίσουν να ζουν όλοι μαζί, κάποιος θα εξαφανιστεί πιθανότατα από τα νεύρα. Και τότε βρήκε την «ιδανική» λύση: να έρθει να μείνει μαζί μας στο δικό μας δυάρι, ενώ θα χαρίσει το διαμέρισμα της στην κόρη της. Μικρή λεπτομέρεια το σπίτι το πλήρωσα εγώ με τον ιδρώτα μου, ο Κώστας δεν έδωσε ούτε μισό ευρώ! Κι εκεί που νομίζεις πως θα θιχτεί ανδρική του υπερηφάνεια, κάθεται χαρούμενος και μου λέει «μη στεναχωριέσαι, η μαμά θα βοηθήσει».
Δυάρι έχουμε. Άνεση σαν στη Μύκονο δεν τη λες, αλλά εγώ αρνούμαι να θυσιάσω τη γαλήνη μου για να ζει η πεθερά μαζί μας επειδή ο άντρας μου, ως πρωτότοκος, νιώθει «ιερό καθήκον» να φροντίσει τους γονείς του.
Τον αγαπάω, δεν σκέφτομαι το διαζύγιο. Αλλά πραγματικά, πώς να του εξηγήσω πως το να ζεις με τη μαμά του είναι σαν να μένεις σε μπουζουξίδικο κάθε βράδυ μόνιμος πανικός και κανένας ύπνος; Έχει κανείς κάποιο σοφό ελληνικό κόλπο να μου προτείνει;Σκέφτομαι, λοιπόν, πως στην οικογένεια αυτή το μόνο που λείπει είναι ένα καλό σενάριο για ταινία. «Ο γιος, η μαμά του και το δυάρι» δράμα με κωμικά στοιχεία, στην καλύτερη παράδοση της ελληνικής τηλεόρασης. Ο Κώστας, τρυφερός και αναποφάσιστος, ανάμεσα στη γυναίκα και στη μαμά του. Εγώ, με το νου μου στα σχέδια διαφυγής και μια βαλίτσα έτοιμη πάντα στην ντουλάπα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις.
Τα βράδια, όμως, που ο Κώστας γυρίζει στο σπίτι και με κοιτάζει όπως τότε, πριν αρχίσουν όλα αυτά, θυμάμαι πως η αγάπη δεν είναι λογιστική υπόθεση κι ούτε ο γάμος μπαίνει σε τακτοποιημένο κουτάκι. Ίσως να μην καταφέρω ποτέ να έχω το σπίτι μόνο για εμάς. Ίσως να γεμίζει πάντα με φωνές, τηγανίτες της πεθεράς, τα μικρά της Ευαγγελίας που τρέχουν ξυπόλητα. Σίγουρα, όμως, θα έχω μια ιστορία για να λέω στους φίλους μου, μια ιστορία από αυτές που γελάμε μια ζωή, όσο βαθιά κι αν μας πονάνε.
Κι έτσι αποφάσισα: θα κρατήσω το δικό μου σαλόνι ανοιχτό αλλά την καρδιά μου ακόμα πιο ανοιχτή. Στην τελική, ποιος χρειάζεται Μύκονο όταν έχεις μια οικογένεια που δεν αφήνει ποτέ να πλήξεις;



