Αλεξάνδρα, είσαι έγκυος;
Ένα βράδυ που όλα έμοιαζαν ρευστά σαν γλυκοπαθή αέρα του Ιουλίου, ένιωσα την αγάπη να στροβιλίζεται γύρω από εμένα και τη πεθερά μου, Σοφία. Είμαι παντρεμένη εδώ και δεκαεπτά χρόνια με τον Δημήτρη, έχουμε δύο γιους με βλέμματα γεμάτα μυστήριο. Και προς το τέλος της περασμένης χρονιάς, μέσα σε έναν όνειρο με έντονα χρώματα, ανακάλυψα ότι ήμουν έγκυος για τρίτη φορά.
Ήθελα να το πω στη Σοφία την Πρωτοχρονιά, στον ήλιο της Αθήνας, αλλά ένα σύννεφο δισταγμού σκέπασε τα λόγια μου. Το σπίτι μας, ένα μικρό διαμέρισμα με δύο δωμάτια στο Παγκράτι, με τοίχους που ψιθυρίζουν τα μυστικά μας, μόλις που χωρούσε τους τέσσερις μας. Εγώ ήδη ήμουν 38 χρόνων, κάτι που έμοιαζε βουνό για μια νέα εγκυμοσύνη. Φοβόμουν πως η Σοφία θα με κρίνει αθόρυβα, σαν τη θάλασσα που μιλά μόνο στα βράχια.
Όμως εκείνη τη μέρα, τα γλυκά αρώματα της βασιλόπιτας με έκαναν να ξεχάσω τις ανησυχίες. Καθώς πήγα στη Σοφία, σχεδόν αμέσως με κράτησε στην κουζίνα – σαν να ήθελε να με προστατέψει από τον υπόλοιπο κόσμο. Η σοφία της ήταν απέραντη· τα μάτια της διάβασαν τη σκέψη μου όπως ανοίγεις ένα βιβλίο σε νυκτερινό καφενείο κάτω από τα φώτα της Πλατείας Συντάγματος.
Δεν χρειάστηκε λέξεις. Έμεινα άφωνη από την διαύγεια της, αλλά ακόμα πιο έκπληκτη από την αντίδραση της. Σοφία ήταν γεμάτη ενθουσιασμό, σχεδόν χόρευε από χαρά· μου εξομολογήθηκε πως λαχταρούσε μια εγγονή σαν να περίμενε την άνοιξη στο καθαρό φως της Αττικής.
Με μια ευλογία που έμοιαζε να ήρθε από την αρχαία γνώση των προγόνων μας, έφερε η κόρη μας στον κόσμο, μια καλοκαιρινή ημέρα, όταν το φως έσταζε χρυσό στους δρόμους της Αθήνας. Η Σοφία μεταμορφώθηκε σε Άγγελο, φρόντιζε το μωρό και μας έδινε δύναμη σε κάθε βήμα. Την αγάπησα σαν μάνα μου, το σπίτι μας γέμισε ηρεμία και τριανταφυλλένιες ευωδιές.
Πέρασε ο καιρός και ήρθε ξανά ο χειμώνας. Στην Πρωτοχρονιά, βρεθήκαμε όλοι στο σπίτι της Σοφίας, μαζί με την μικρή μας πριγκίπισσα, την Ειρήνη, που χαμογελούσε σαν τις νεράιδες των αρχαίων μύθων. Η Σοφία είχε γεμίσει την κουζίνα με μυρωδιές από ψωμί και γλυκά, κι εμείς αποφασίσαμε να της χαρίσουμε έναν φούρνο καλό αληθινό κόσμημα για κάθε νοικοκυρέα της σύγχρονης Ελλάδας.
Όταν τελείωσε η γιορτή και ξεκινήσαμε για το σπίτι μας, η Σοφία μας σταμάτησε· με φωνή απαλή σαν μαντηλάκι ανακοινώσει: «Σας ευχαριστώ για την Ειρήνη μου, θέλω να σας κάνω δώρο το διαμέρισμά μου με τα δυο δωμάτια. Εγώ θα έρθω να μένω μαζί σας, να βλέπω την οικογένεια και τη μικρή μου εγγονή κάθε μέρα.»
Τα λόγια της γλίστρησαν στο μυαλό μου σαν ευχές από το καλοκαίρι της Σαντορίνης. Αποδείχτηκε άλλη μια φορά πως η πεθερά μου δεν ήταν απλώς οικογένεια, έγινε φίλη και σύντροφος σε αυτή τη διαδρομή που μοιάζει να έχει σκάλες που οδηγούν σε ουρανούς γεμάτους σοφία.
Έτσι συνεχίζουμε να ζούμε όλοι μαζί, σε αρμονία, με ευρώ στα χέρια και όνειρα στα μάτια. Θαυμάζω τη Σοφία, και σε κάθε ξύπνημα εύχομαι να αποκτήσω λίγη απ την γνώση της ζωής της, όπως τα δάκρυα που φυλάνε οι Μούσες στα λουλούδια της ελληνικής γης.




