Η πεθερά αποφάσισε να δοκιμάσει την Αντωνία το αποτέλεσμα την άφησε έκπληκτη
Η Μαριάνθη Παπαδοπούλου πήρε τηλέφωνο Πέμπτη βράδυ. Ο Νίκος σήκωσε το κινητό, μίλησαν κάνα δεκάλεπτο, μετά ήρθε κουζίνα με το ύφος αυτού που φέρνει νέα, αλλά ακόμα ψάχνεται πώς να τα πει.
Η μάνα μου θα έρθει, είπε. Για δυο βδομάδες.
Η Αντωνία ανακάτευε τη σούπα της.
Πότε;
Το Σάββατο.
Έσβησε τη φωτιά.
Δυο βδομάδες, ε; Ήξερε καλά τι πάει να πει «δυο βδομάδες» για τη Μαριάνθη Παπαδοπούλου. Όπως το «έβαλα λίγο αλάτι» στα δικά της φαγητά κάτι εντελώς υποκειμενικό.
Η πεθερά κατέφτασε Σάββατο ακριβώς μεσημέρι με μια τεράστια τσάντα, απ όπου κάτι ακουγόταν να χτυπά, και το γνωστό εκείνο ύφος του ανθρώπου που ήρθε να επιθεωρήσει. Αυτό το βλέμμα που ρίχνεις σε διαμέρισμα πριν το αγοράσεις.
Μμμμ, είπε, κοιτώντας χολ, δεν έχει σκόνη. Καλό αυτό!
Ο Νίκος γέλασε. Η Αντωνία χαμογέλασε κι εκείνη μάλλον ήταν κομπλιμέντο.
Η Μαριάνθη πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο «δήθεν τυχαία», και πέταξε με ύφος που τα ξέρει όλα:
Παίρνεις κεφίρ με 1%; Του Νίκου χρειάζεται κανονικό, είναι αδύναμο το στομάχι του.
Αυτό ζήτησε ο ίδιος, απάντησε η Αντωνία.
Ε, τι να σου πω ψιθύρισε η πεθερά και έκλεισε το ψυγείο σαν να ανακάλυψε κάτι τρομερά σημαντικό για να το θυμάται.
Το ίδιο βράδυ, μόλις ο Νίκος πήγε για μπάνιο, η Μαριάνθη έκατσε στο καναπέ, σταύρωσε τα χέρια στα γόνατα, και ήρεμα, με σχεδόν γλυκιά φωνή είπε:
Μην παρεξηγείσαι, Αντωνία μου, απλά θέλω να ξέρω τι άνθρωπος είσαι στ αλήθεια.
Η Μαριάνθη ήταν παλιά καραβάνα στο «άθλημα».
Δούλευε ήσυχα, όπως εκείνος ο συντηρητής έργων που βγάζει τα στρώματα σιγά σιγά για να φανεί τι βρίσκεται από κάτω. Κάθε σχόλιο προσεγμένο, με χαμόγελο, σχεδόν αθώο.
Τη δεύτερη μέρα, βρήκε τις πετσέτες.
Αντωνία, είπε στο μπάνιο, κρατώντας μια πετσέτα, ξέρεις πως πρέπει να τις κρεμάμε από τη θηλιά για να στεγνώνουν σωστά;
Εγώ τις βάζω έτσι πάντα, απάντησε ήρεμα η Αντωνία.
Ναι, ναι, είπε η πεθερά και κρέμασε τη δική της «σωστά», σαν σημαία νέας εξουσίας.
Τα πουκάμισα του Νίκου ήταν κρεμασμένα στη ντουλάπα, σιδερωμένα κατά χρώμα. Η πεθερά άνοιξε, κοίταξε ώρα, κούνησε το κεφάλι και μουρμούρισε:
Τα γιακαδάκια λίγο τσαλακωμένα. Εκτός αν το έκανες επίτηδες.
Η Αντωνία στεκόταν δίπλα και σκεφτόταν: δεν είναι καν ερώτηση, απλά το λέει έτσι ώστε να μη μπορείς να απαντήσεις καν.
Το φυτό στο παράθυρο ένας παλιός φίκος που είχε περάσει ήδη δύο μετακομίσεις ποτισμένος, είπε η πεθερά με το λάθος τρόπο.
Φίκε δεν ποτίζεις από πάνω, Αντωνία. Χρειάζεται νερό στο πιατάκι.
Ο δικός μου ζει οκτώ χρόνια έτσι, απάντησε η Αντωνία.
Και λοιπόν; Θα μπορούσε να ζει και καλύτερα.
Ο φίκος, απόλυτα συνετός, δεν ανακατεύτηκε στη συζήτηση.
Τα τρόφιμα στο ψυγείο ήταν η αφορμή για ειδικό μάθημα ξεχωριστά: τα γαλακτοκομικά στη μεσαία ράφι, το κρέας κάτω-κάτω και μόνο σε τάπερ, τα μυρωδικά σε σακουλάκι με τρύπες αλλιώς μαραίνονται, τα αυγά σε δικό τους ράφι, όχι στην πόρτα γιατί τραντάζεται. Η Αντωνία άκουγε και συμφωνούσε με νεύματα. Τα αυγά έμειναν στην πόρτα βέβαια.
Το βράδυ, άκουγε στη κουζίνα καθόλου επίτηδες, απλά το σπίτι δεν είχε μόνωση και η πεθερά είχε φωνή δασκάλας:
Όχι, Τατιάνα, γενικά καλά το πάει. Προσπαθεί. Αλλά φαίνεται δεν το 'χει από φυσικού της. Βάζει φασόλια στο στιφάδο. Ναι, φασόλια! Ο Νίκος βέβαια το τρώει, ευγενικό παιδί. Αλλά εγώ βλέπω τι γίνεται. Και τις πετσέτες και τα φυτά…
Η Αντωνία έπλενε μια κούπα και σκεφτόταν: έγραψα κακό βαθμό, τέλος. Τι απομένει άραγε;
Ο Νίκος παρακολουθούσε το έργο με την κλασική αντρική απόσταση, που τελικά σημαίνει «τα βλέπω όλα αλλά κάνω πως δεν τα ξέρω γιατί δεν ξέρω τι κάνουμε τώρα και ελπίζω απλά να περάσει μόνο του».
Τα βράδια της έλεγε:
Μην τα παίρνεις στα σοβαρά, αγάπη μου. Για το καλό μας τα λέει.
Το ξέρω.
Δεν το κάνει επίτηδες.
Το ξέρω, Νίκο.
Θέλει απλά να ξέρει ότι είμαστε καλά.
Το ξέρω.
Την κοίταζε λίγο δύσπιστα κι ευγνώμονα ταυτόχρονα: Να, ευτυχώς καταλαβαίνει, ευτυχώς δεν κάνει φασαρίες, ευτυχώς είναι ψύχραιμη.
Ωραία, σκεφτόταν η Αντωνία και πήγαινε να πλύνει τα πιάτα.
Την δέκατη μέρα, η πεθερά άφησε συνειδητά την κουζίνα σε ακαταστασία. Γύρισε η Αντωνία απ τη δουλειά κατά τις έξιμιση και είδε ποτήρια ακάθαρτα, ψίχουλα στο τραπέζι, ένα βούτυρο ανοιχτότατο. Η πεθερά καθόταν στο σαλόνι, έβλεπε τηλεόραση.
Η Αντωνία τα τακτοποίησε όλα, τα σκούπισε, τα έπλυνε.
Το βράδυ, η Μαριάνθη είπε ήσυχα στον Νίκο, στο διάδρομο νομίζοντας πως η Αντωνία είναι στο μπάνιο:
Νίκο, πρόσεξες την ακαταστασία πάλι στην κουζίνα; Δεν προλαβαίνει φαίνεται.
Η Αντωνία στεκόταν λίγο παραμέσα με την πετσέτα στο χέρι.
Ο Νίκος δεν απάντησε.
«Ε, τώρα ξεκαθάρισε» σκέφτηκε η Αντωνία.
Δεν τη πείραξε. Δηλαδή όχι τόσο, ώστε να το δείξει.
Και όταν το επόμενο πρωί ανακοινώθηκε ότι την άλλη βδομάδα θα έρχονταν και οι τρεις αδελφές της πεθεράς για «να κάτσουν λίγο να γνωριστούν καλύτερα», η Αντωνία χαμογέλασε:
Τέλεια, πολύ χαίρομαι!
Ο Νίκος την κοίταξε λίγο απορημένος. Η Μαριάνθη ελαφρώς καχύποπτη. Η Αντωνία τελείωσε τον καφέ της και ετοιμάστηκε για τη δουλειά.
«Θα δούμε», όπως είπε η πεθερά.
Οι θείες ήρθαν το Σάββατο κατά τις δυόμιση.
Τρεις κατασταλαγμένες κυρίες, οι Ζωή, Δήμητρα κι Αλεξάνδρα η πιο μεγάλη, σοβαρές, άνετες, με γνώμη για όλα και φωνή που τη διαμόρφωσε η ζωή. Μπήκαν, αμέσως άρχισαν τον έλεγχο του χώρου, σαν παλιές αποθηκάριες, και άρχισαν να βγάζουν τα πανωφόρια.
Καλό το σπίτι, είπε η Ζωή. Έχει φως.
Πότε το βάψατε τελευταία; ρώτησε η Αλεξάνδρα.
Τρία χρόνια πριν, απάντησε η Αντωνία.
Φαίνεται, είπε η Αλεξάνδρα χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς φαίνεται.
Η Μαριάνθη τις υποδέχτηκε με το στυλ σκηνοθέτη «βάζω τους ηθοποιούς μου στη σκηνή, ας παίξουν τώρα». Ο Νίκος βοήθησε με τα μπουφάν, Αντωνία ήσυχη στην άκρη, ένα χαμόγελο, μηδέν πανικός.
Αυτό μάλλον την ανησύχησε την πεθερά.
Πήγαν όλοι στο σαλόνι και η Ζωή αμέσως ρώτησε, διορθώνοντας μαξιλάρι στο καναπέ:
Τι θα φάμε σήμερα, Αντωνία;
Ή τότε, έρχεται η ανατροπή. Η Αντωνία απαντά ήρεμα γυρνώντας προς τη Μαριάνθη:
Μαριάνθη, νόμιζα πως σήμερα θα αναλάβετε εσείς τη μαγειρική. Άλλωστε, εσείς τα φτιάχνετε καλύτερα, το λέτε και μόνη σας. Δεν θα ήθελα να ντραπώ μπροστά στους καλεσμένους σας
Σιωπή.
Η πεθερά την κοίταξε με απορία. Η Αντωνία ήρεμα, φυσικά, σαν να έκανε το πιο λογικό αίτημα του κόσμου.
Εγώ να Ψέλλισε η Μαριάνθη.
Τα ψώνια έγιναν. Κοτόπουλο, λαχανικά, μυρωδικά, όλα είναι έτοιμα. Ο Νίκος μου έχει πει πόσο ωραία μαγειρεύετε.
Ο Νίκος παρατηρούσε το χαλί του με ζωηρό ενδιαφέρον.
Δήμητρα κι Ζωή αντάλλαξαν βλέμματα, η Αλεξάνδρα παρατηρούσε με έκδηλο ενθουσιασμό την Μαριάνθη.
Ωραία λοιπόν, είπε η Μαριάνθη και πήγε κουζίνα.
Η Αντωνία έκατσε δίπλα στη Ζωή.
Πώς τα περάσατε στο δρόμο; Έχει κίνηση τα Σάββατα εδώ.
Η Ζωή φάνηκε να σαστίζει. Δεν το περίμενε αυτό, αλλά απάντησε. Μετά η Αλεξάνδρα πρόσθεσε κάτι για το μποτιλιάρισμα στη Μεσογείων. Η κουβέντα έδεσε αβίαστα, από ανάγκη να σπάσει η σιωπή.
Από την κουζίνα ήρθαν ήχοι. Πόρτα ψυγείου, σιωπή, πάλι πόρτα, σκεύη, ντουλάπι, κάπου κάτι λείπει.
Αντωνία, πού χεις το πυρέξ;
Κάτω δεξιά, κάτω από το ταψί.
Δε το βλέπω.
Κάτω από το ταψί!
Α, ναι.
Η Ζωή βήχει, η Δήμητρα εξετάζει το κάδρο. Η Αντωνία προς τη Δήμητρα:
Να φτιάξω τσάι όσο περιμένουμε;
Ναι, ευχαρίστως, της απαντά μ ανακούφιση.
Πάει κουζίνα η Αντωνία, στέκεται μια στιγμή δίπλα στην πεθερά, δίχως να πουν λέξη.
Βάζει το βραστήρα, παίρνει φλυτζάνια και βγαίνει.
Το φαγητό βγήκε όχι αμέσως, λίγο στραβό, κοτόπουλο ξεροψημένο, η σάλτσα νερουλή. Η πεθερά στρωνόταν με ζήλο αλλά φαινόταν ότι θα προτιμούσε να ήταν αλλού.
Μαριάνθη, πάντα καλά τα μαγείρευες, είπε διπλωματικά η Ζωή.
Στο τραπέζι επικράτησε γλυκιά σιγή. Όχι αμηχανία. Όλοι καταλάβαιναν, κανείς δε θα το σχολίαζε ανοιχτά. Τα πιάτα έμειναν σχεδόν μισογεμάτα, όλοι επευφημούσαν με προσπάθεια αλλά ειλικρινά.
Η Αντωνία ρωτούσε τα βασικά, «τι κάνουν τα εγγόνια Δήμητρα;», σιγόσβηνε κουβέντες για εξοχής κτήματα Έβαλε σε όλους τσάι.
Η πεθερά αρχηγός τραπεζιού, σιωπούσε.
Όταν οι θείες έφυγαν, η κουζίνα καθαρίστηκε, η πεθερά βγήκε σκουπίζοντας τα χέρια μ εκείνη την πετσέτα που είχε κρεμάσει σωστά.
Η Αντωνία στο σαλόνι με τον Νίκο.
Η πεθερά στάθηκε στην πόρτα, ύστερα πήρε καρέκλα. Σιωπή. Έξω είχε πια νυχτώσει για τα καλά ακούγονταν τηλεόραση απ το διπλανό διαμέρισμα.
Καλά το σκέφτηκες, είπε η Μαριάνθη.
Ξέρω τι θέλω, απάντησε η Αντωνία.
Η πεθερά ένευσε. Σηκώθηκε, έφτασε ως την πόρτα του δωματίου, σταμάτησε χωρίς να κοιτάζει:
Μεταξύ μας, το στιφάδο με τα φασόλια σου είχε ενδιαφέρον…
Και χάθηκε μέσα.
Ο Νίκος κοίταξε τη γυναίκα του.
Το είχες σχεδιάσει καιρό;
Από τότε που δεν απάντησες στο διάδρομο.
Κούνησε το κεφάλι του. Δεν χρειάστηκε άλλη κουβέντα.
Τρεις μέρες μετά, η πεθερά έφυγε μόνη της, τάχτοποίησε τα πράγματά της, κάλεσε ταξί. Στην πόρτα, αγκάλιασε τον Νίκο, μετά, διστακτικά, και την Αντωνία.
Η Αντωνία, αφού έκλεισε την εξώπορτα, πήγε στο μπάνιο και ξανακρέμασε την πετσέτα της όπως και πάντα με τη θηλιά προς τα πάνω.




