Η Παγίδα της Ζήλιας

Η Παγίδα της Ζήλιας

Η Ειρήνη κάθεται στο κρεβάτι της, απορροφημένη καθώς κάνει scroll στο feed των social media. Τη στιγμή που μπαίνει στο δωμάτιο η αδερφή της, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της η Ειρήνη, πετάει:

Ανθή, χρειάζομαι καινούριο κινητό.

Το λέει με τέτοια φυσικότητα, λες και μιλάει για κάτι αυτονόητο. Η Ανθή, η οποία μάζευε τα πράγματά της ετοιμάζεται να φύγει για μερικές μέρες ρίχνει μία ματιά στην αδερφή της και απαντά ήρεμα:

Ζήτα από τη μαμά.

Η Ειρήνη ξεφυσά, αφήνει για λίγο το κινητό και τη διαπερνά μια ελαφριά ενόχληση.

Δεν θα μου δώσει λεφτά, πετάει κοφτά. Όλο λέει ότι ζητάω πολλά.

Η Ανθή διπλώνει τα τελευταία της ρούχα στη βαλίτσα, ισιώνει το κορμί της και κοιτάζει την Ειρήνη στα μάτια της δεν έχει θυμό, μόνο μια κουρασμένη σιγουριά.

Κι έχει ένα δίκιο, να σου πω. Αν θες να αγοράσεις κάτι, δούλεψε και πάρε το. Δεν θα είμαι πάντα εδώ να βοηθάω.

Τα λόγια της χτυπούν πιο δυνατά απ όσο φαίνεται. Η Ειρήνη ανασηκώνεται, γίνονται ροδοκόκκινα τα μάγουλά της.

Είμαι μόνο δεκαεννιά! Και σπουδάζω, μεταξύ άλλων! ξεσπά. Γιατί πρέπει και να δουλεύω; Έμαθα πάντα να μου παρέχουν αυτά που χρειάζομαι, είναι το φυσιολογικό!

Η Ανθή αναστενάζει, αποφεύγοντας έναν νέο καυγά. Αντ’ αυτού, της υπενθυμίζει λακωνικά:

Σε ένα μήνα παντρεύομαι. Και ο γάμος χρειάζεται αρκετά χρήματα. Χάρηκα που θα κάνω οικογένεια δικιά μου.

Παίρνει τη βαλίτσα και βγαίνει, χτυπώντας πίσω της την πόρτα. Η ηχώ από το χτύπημα μένει στην ατμόσφαιρα και η Ειρήνη μένει μόνη με τις σκέψεις της. Η Ανθή νιώθει μέσα της μιαν ένταση της φαίνεται πως η αδερφή της δεν έχει καταλάβει πώς είναι η ζωή έξω από το ασφαλές τους σπίτι.

Η Ειρήνη κρατάει σφιχτά το παλιό κινητό. Το πρόσωπό της μαλακώνει, αλλά στα μάτια της εξακολουθεί να καίει μια πεισματική σπίθα. Μονολογεί σχεδόν ψιθυριστά:

Θα δούμε ποια θα τα βγάλει πέρα καλύτερα

Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη της. Αφήνει το κορμί της πάνω στο μαξιλάρι και λέει, δήθεν αδιάφορη:

Όσο σε χρειάζομαι, θα σε έχω δίπλα μου. Και δεν έχει σημασία τι θα χρειαστεί να κάνω.

Στο μυαλό της ήδη κυκλοφορούν σχέδια αχνά ακόμα, αλλά αρκετά ισχυρά για να την κάνουν να νιώθει και πάλι κυρίαρχη.

Από παιδί η Ειρήνη είχε μάθει ότι τα θέλω της ήταν νόμος: οι γονείς την λάτρευαν με πάθος. Πέντε χρόνια προσευχόντουσαν για ένα δεύτερο παιδί και μόλις ήρθε η Ειρήνη, η οικογένεια γέμισε αγάπη και προσοχή. „Το απρόσμενο θαύμα”, όπως την έλεγαν, και αυτό το παρατσούκλι έδωσε χρώμα σε όλη της τη ζωή: ό,τι ήθελε, το αποκτούσε αμέσως.

Αυτή η συνήθεια έγινε χαρακτήρας. Το να σκέφτεται πώς νιώθουν οι άλλοι της φαινόταν είτε περιττό είτε αυτονόητο πίστευε πως ο κόσμος είχε φτιαχτεί για να υπακούει στις επιθυμίες της. Η Ανθή είχε παραιτηθεί από καιρό από τον ρόλο της αιώνιας βοηθού. Όσο θυμόταν η Ειρήνη, η αδερφή της ήταν δίπλα της πάντα, να της εξηγεί τα δύσκολα μαθήματα, να κάνει τις εργασίες για εκείνη, αργότερα και να τη βοηθάει να μπει στο πανεπιστήμιο. Για την Ανθή όλα αυτά ήταν αυτονόητη φροντίδα· για την Ειρήνη, άλλο ένα παράδειγμα ότι η ζωή θα κυλάει όπως τη θέλει.

Στα χρήματα, πάντα βρίσκονταν λύσεις: η μητέρα έστελνε ένα τακτικό ποσό στο λογαριασμό της, ίσα-ίσα να μη της λείπει τίποτα. Κι αν ήθελε παραπάνω, αρκούσε ένα τηλέφωνο στην Ανθή, που χωρίς δεύτερη κουβέντα της έδινε μέχρι και από τις δικές της αποταμιεύσεις, χωρίς ποτέ να ζητήσει πίσω. Έτσι ήταν πάντα, ώσπου στη ζωή της Ανθής μπήκε ο Αριστείδης.

Ο Αριστείδης ήταν τελείως διαφορετικός από όλους όσους είχε γνωρίσει η Ανθή. Εμφανίσιμος, έξυπνος, χιουμορίστας, με αρχές ό,τι είχε ονειρευτεί για σύντροφο. Με αυτόν δίπλα της η Ανθή ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη.

Ωστόσο, όπως γίνεται σε κάθε παραμύθι, υπήρχε και η δόση πικρίας: Ο Αριστείδης ήταν συχνά ζηλότυπος. Δεν έκανε σκηνές, ούτε επέβλεπε τα πάντα, αλλά το ανασφαλές του λεγόταν στις λεπτομέρειες στις ερωτήσεις, στο ύφος, στις πιο παρατεταμένες ματιές. Η Ανθή ήλπιζε ότι θα περάσει με τον καιρό ότι ήταν απόδειξη αγάπης κι αφοσίωσης.

Η ζωή προχωρούσε. Έκαναν δήλωση γάμου στο δημαρχείο, είχαν κλείσει το εστιατόριο για τη δεξίωση, τα προσκλητήρια είχαν ήδη σταλεί. Η Ανθή καταπιανόταν ευχάριστα με τις προετοιμασίες: επέλεγε νυφικό, συζητούσε το μενού, σχεδίαζε τις λεπτομέρειες της τελετής. Κάθε μέρα και μια νέα χαρά τίποτα δεν φαινόταν ικανό να της χαλάσει αυτή τη γλυκιά προσμονή.

Δεν μπορούσε να φανταστεί τι τη περίμενε ακόμα…

***

Η Ειρήνη κρατούσε για ώρα το κινητό πριν τολμήσει τη κλήση. Ο Αριστείδης ο μέλλων γαμπρός. Αυτός που έκανε την Ανθή τόσο ευτυχισμένη το τελευταίο διάστημα. Όμως η Ειρήνη γνώριζε ακριβώς τι ήθελε.

Με βαθιά ανάσα, πατάει το κουμπί της κλήσης. Η καρδιά της χτυπάει τρελά, αλλά η φωνή της βγαίνει σταθερή:

Αριστείδη, γεια. Εδώ η Ειρήνη. Ξέρεις, μου λείπει πολύ η Ανθή έχουμε να ιδωθούμε μια βδομάδα

Στην άλλη πλευρά της γραμμής, σιωπή. Έπειτα ο Αριστείδης απαντάει, φανερά αιφνιδιασμένος:

Μα δεν είναι μαζί σου;

Η Ειρήνη μισοκλείνει τα μάτια, ηδονιζόμενη από το αίσθημα δικαίωσης. Τον έχει πιάσει.

Όχι, στο λέω δεν την έχω δει μια βδομάδα, επαναλαμβάνει κάνοντας την άσχετη. Γιατί νόμιζες πως ήταν σε εμένα;

Επειδή δεν κοιμάται σπίτι κάθε δεύτερη μέρα, η φωνή του σκληραίνει, και λέει ότι πάει σε εσένα!

Α, μάλιστα… η Ειρήνη κάνει παύση, σαν να χωνεύει τώρα το πρόβλημα. Δεν ξέρω τι να σου πω… Θα σε πάρω μετά.

Κλείνει απότομα πριν προλάβει να απαντήσει εκείνος. Τα χέρια της τρέμουν ελαφρώς από την έξαψη. Όλα κυλούν υπέροχα!

Στο μυαλό της σχηματίζεται ήδη η εικόνα: ο Αριστείδης απορεί, ζηλεύει, εξοργίζεται. Αυτός είναι παρορμητικός, καυτός σίγουρα αμέσως θα τρέξει στην Ανθή με απαιτήσεις και, μη πιστεύοντας τις δικαιολογίες της, θα τη διώξει από το σπίτι.

Και τότε; Πού θα πάει η Ανθή; Στην Ειρήνη φυσικά.

Φαντάζεται ήδη την αδερφή της μπροστά στην πόρτα της απογοητευμένη, δακρυσμένη, με τη βαλίτσα στο χέρι. Θα ψάχνει παρηγοριά, στήριγμα. Και η Ειρήνη θα είναι εκεί: τρυφερή, στοργική, να την αγκαλιάζει, να τη φροντίζει.

Όταν καταλαγιάσει ο πόνος, όταν νιώσει η Ανθή ποια είναι η αληθινή της στήριξη, η Ειρήνη θα θυμίσει το καινούριο κινητό που τόσο ήθελε. Πλέον η Ανθή δεν θα μπορέσει να αρνηθεί όχι στο μόνο πρόσωπο που της έχει απομείνει.

Ακουμπάει στην πλάτη της καρέκλας, στριφογυρίζει το κινητό στα χέρια της, το σχέδιο φαίνεται να λειτουργεί. Απομένει να περιμένει τη συνέχεια· είναι σίγουρη πως όλα θα κυλήσουν όπως θέλει

***

Η Ανθή επιστρέφει σπίτι με καλή διάθεση. Το πρωί είχε συναντηθεί με τη ζαχαροπλάστη για να κλείσουν οριστικά το σχέδιο της τούρτας του γάμου. Στο δρόμο αγόρασε τα αγαπημένα εκλέρ του Αριστείδη, ανυπομονώντας για ένα ήσυχο απόγευμα μαζί του. Ξεκλειδώνει και η καλή της διάθεση καταρρέει σε δευτερόλεπτα.

Με το που μπαίνει βλέπει δυο βαλίτσες στη μέση της εισόδου. Πίσω τους, ο Αριστείδης: το πρόσωπό του σκληρό σαν πέτρα, τα μάτια του σπίθες.

Αριστείδη, τι είναι αυτό; Γιατί μάζεψες τα πράγματά μου; ρωτάει, ειλικρινά απορημένη. Δυο ώρες πριν συζητούσαν γελώντας για το γάμο…

Μαζεύεις τα υπάρχοντά σου κι έφυγες, απαντάει κοφτά, κλοτσάει με δύναμη μια βαλίτσα και την πετάει στον τοίχο. Δεν αντέχω τέτοιους ανθρώπους!

Τι έκανα; Πήγα στην αδερφή μου; η φωνή τρέμει. Δεν καταλαβαίνω

Δεν ήσουν εκεί, γρυλίζει, σφίγγοντας τις γροθιές του. Η Ειρήνη μίλησε μαζί μου, ρώταγε πότε θα πας επιτέλους σε εκείνη. Μου είπε ότι έχει να σε δει μια βδομάδα. Και εγώ τώρα ρωτάω πού ήσουν, λοιπόν;

Η γη φεύγει κάτω από τα πόδια της. Προσπαθεί να βρει λογική στα λεγόμενά του.

Δεν το είπε αυτό μουρμουρίζει, αρνούμενη να το πιστέψει. Ίσως παρεξήγηση; Ίσως, κακή πλάκα;

Όμως το βλέμμα του είναι ανελέητο, τελείως άγνωστο.

Νομίζω τώρα θα εύχεται να μην μου είχε μιλήσει καν, λέει παγωμένα. Πάρε τα πράγματά σου και εξαφανίσου. Να βοηθήσω;

Στέκει απέναντί της ξένος εντελώς. Ο Αριστείδης που αγάπησε δεν είναι αυτός απέναντί της.

Σκύνει στα βαλίτσα, τα χέρια της τρέμουν από το σοκ. Χίλιες σκέψεις στο μυαλό της: «Γιατί, Ειρήνη; Γιατί μου το κάνεις αυτό;» χωρίς απάντηση.

Δεν κάνει πλάκα, το κατάλαβε από τα απότομα κινήματά του. Σε λίγα δευτερόλεπτα την έχει πετάξει έξω στο κεφαλόσκαλο μαζί με τις βαλίτσες. Της παίρνει από το χέρι τα κλειδιά άγαρμπα, πονώντας της. Τέλος μια πόρτα που χτυπάει εκκωφαντικά. Τελεία.

Η Ανθή μένει στο κεφαλόσκαλο, λαβωμένη. Τα κλάματα δεν την ανακουφίζουν. Όλα χάθηκαν σε μια στιγμή: χρόνος, όνειρα, σχέδια, βραδινές συζητήσεις. Το χειρότερο; Ούτε εξήγηση, ούτε μια λέξη. Μόνο ψυχρή καχυποψία.

Πιάνεται απ τον τοίχο, προσπαθώντας να συνέλθει. Στην καρδιά της ένα βάρος θυμός, προδοσία, αμφιβολία. Τίποτα λογικό, μόνο συναισθηματική θύελλα.

Κάθεται για λίγο, κοιτώντας στο κενό. Μετά, με τρεμάμενα δάχτυλα παίρνει κινητό: μοναδικός προορισμός, η αδερφή της.

Μίλησες με τον Αριστείδη; ρωτάει αμέσως.

Γιατί να μιλήσω με τον γαμπρό σου; Και πίσω από την πλάτη σου; Η φωνή της Ειρήνης είναι υπερβολικά χαρούμενη. Αυτό ανησυχεί την Ανθή περισσότερο. Τα σπάσατε, ε; Φαίνεται απ τη φωνή σου. Μην ανησυχείς, εγώ θα είμαι πάντα εδώ.

Η Ανθή κλείνει απότομα το τηλέφωνο. Μια κόμπος στο λαιμό της. Δεν μπορεί να πιστέψει την προδοσία της αδερφής της. Ή μάλλον, δεν θέλει να το πιστέψει. Πως γίνεται; Πόσα μοιράστηκαν, και τώρα…

Σέρνει τη βαλίτσα μέχρι το ασανσέρ, χωρίς να κοιτάζει το διαμέρισμα που άλλοτε ένιωθε σπίτι της. Μέσα της κυριαρχεί το κενό αλλά από κάτω κάπου γεννιέται ένα αίσθημα ελευθερίας. Να τα αρχίσει όλα από την αρχή, έστω και με πόνο.

Τη νύχτα μένει σε ξενοδοχείο. Στο ενοικιαζόμενο ζει ήδη η Ειρήνη δεν θέλει να τη δει. Δεν έχει άλλη επιλογή.

***

Την επομένη, η Ανθή πηγαίνει γραφείο. Κάνει τα πάντα να σταθεί στο ύψος της, κρύβοντας τη δυστυχία. Τα μάτια της πρησμένα, μα τα καλύπτει με λίγο make up. Δεν θα λυγίσει στη δουλειά. Εκεί είναι το τελευταίο της καταφύγιο, ένα μέρος να ξεχνιέται λίγο απ τον πόνο.

Πηγαίνει κατευθείαν στο γραφείο του διευθυντή. Η καρδιά της τρέμει πήρε απόφαση να παραιτηθεί. Τίποτα δεν τη δένει σ αυτή τη γειτονιά, τώρα που όλα της θυμίζουν τον Αριστείδη.

Ο κ. Μιχάλης Φωτόπουλος, ο διευθυντής, αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι κάτι δεν πάει καλά. Τη θεωρεί πολύτιμη εργαζόμενη δύο χρόνια ποτέ δεν αμέλησε προθεσμία, είχε άριστη επικοινωνία με πελάτες, πάντα με καλές ιδέες.

Τι έχεις, Ανθή; Δεν είσαι καλά, της λέει, περνώντας τα γυαλιά στο μέτωπο.

Κύριε Φωτόπουλε, θέλω να υποβάλω παραίτηση, καταφέρνει να πει ψύχραιμα, αλλά μέσα της τρέμει.

Ακουμπά πίσω στη καρέκλα, τρίβει το πιγούνι του σκεπτικός.

Περίμενε, μην βιάζεσαι. Βλέπω ότι έχεις προσωπικά θέματα. Μην παίρνεις βιαστικές αποφάσεις είσαι σημαντική για εμάς.

Η Ανθή πάει να απαντήσει, αλλά την προλαβαίνει με χειρονομία.

Σου έχω μια πρόταση. Στο υποκατάστημά μας στη Θεσσαλονίκη ανοίγει νέα θέση. Ο μισθός είναι καλύτερος, οι προοπτικές εξαιρετικές. Μπορούμε να οργανώσουμε τη μετακόμισή σου, θα μείνεις σε εταιρικό διαμέρισμα μέχρι να τακτοποιηθείς. Σκέψου το, είναι μια μεγάλη ευκαιρία.

Η Ανθή παγώνει. Θεσσαλονίκη. Καινούρια αρχή. Ίσως αυτό της χρειάζεται. Αλλά

Κύριε Φωτόπουλε, σας ευχαριστώ, παίρνει θάρρος. Πρέπει όμως να σας πω σε λίγο διάστημα θα χρειαστεί να φύγω με άδεια μητρότητας.

Σιγή. Περιμένει να ακούσει απογοήτευση, κριτική. Εκείνος χαμογελά.

Συγχαρητήρια, Ανθή μου! Υπέροχα νέα.

Η Ανθή το βλέπει έκπληκτη.

Δεν θεωρείτε ότι θα δημιουργήσει πρόβλημα στη δουλειά;

Προφανώς, αλλά προσωρινά. Μετά θα επιστρέψεις πιο δυνατή και η θέση σου θα σε περιμένει. Χρειαζόμαστε τέτοιους ανθρώπους. Σκέψου το για τη Θεσσαλονίκη.

Ξαφνικά το βάρος ελαφραίνει. Δεν είναι μόνη κάποιος την πιστεύει ακόμα.

Δεν το σκέφτεται πολύ.

Εντάξει, κύριε Φωτόπουλε. Δέχομαι.

Το βράδυ, κάθεται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Έχει μπροστά της το λάπτοπ, ανοιγμένη σελίδα εισιτηρίων. Το χέρι της τρέμει εκεί που πατά την αγορά.

Δεν πρόλαβε να πει στον Αριστείδη για την εγκυμοσύνη. Η χαρά αυτή ήρθε λίγες μέρες πριν. Τώρα δεν έχει νόημα κι άλλωστε, δεν θα το πίστευε

Πατά Επιβεβαίωση. Το μήνυμα για την επιτυχία φτάνει αμέσως. Εισιτήριο απλό, χωρίς επιστροφή.

Έξω βραδιάζει αργά. Η Ανθή κλείνει το λάπτοπ και πλησιάζει το παράθυρο. Πέρα, πολύ μακριά, την περιμένει μια άλλη πόλη όπου κανείς δεν ξέρει τι της συνέβη, όπου δεν υπάρχουν παλιά τραύματα. Εκεί, μόνο το μέλλον της.

Αύριο μαζεύει τις βαλίτσες. Αύριο ξεκινά απ την αρχή.

***

Πέρασαν τρία χρόνια από εκείνο το καβγά. Ο Αριστείδης στην αρχή ήταν αμετακίνητος: πίστευε πως η Ανθή αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει, απολογητική και μετανοιωμένη. Ίσως κι εκείνος να το έπαιζε σκληρός, για να κάνει, δήθεν, μεγαλοψυχία.

Περίμενε. Μέρες, εβδομάδες, μήνες. Η επιστροφή δεν ήρθε. Ούτε ένα μήνυμα, ούτε μια προσπάθεια επανασύνδεσης. Στην αρχή αυτό του έτρεφε τον εγωισμό μετά, τον ανησύχησε. Στο τέλος, πόνεσε βαθιά.

Έμαθε τυχαία από κοινό γνωστό πως η Ανθή μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Έφυγε, του είπαν αδιάφορα. Καλή δουλειά, καλές προοπτικές.

Έκανε πως δεν τρέχει τίποτα, αλλά μέσα του όλα αναποδογύρισαν. Ξαφνικά κατάλαβε: δεν θα ξανάρθει. Ούτε θα ζητήσει συγχώρεση.

Η Ειρήνη meanwhile, δεν σταματά να τον ενοχλεί. Σκάει συχνά στην πόρτα του, τσαντισμένη, απαιτώντας:

Δώσε μου το τηλέφωνο της Ανθής! Με μπλόκαρε, το φαντάζεσαι; Εγώ μόνη σ αυτήν την πόλη; Πού είναι να με βοηθήσει;

Ο Αριστείδης τώρα πια δεν καταλαβαίνει πώς τον εντυπωσίαζε ποτέ το στυλ της. Όλες οι κινήσεις της φαίνονται ψεύτικα απαιτητικές. Τελικά συνειδητοποιεί: τα είχε όλα σχεδιάσει η Ειρήνη εκείνο το βράδυ, εσκεμμένα.

Ξέρεις κάτι; της λέει, κοιτώντας την βαριά, Δεν θέλω να σε ξαναδώ. Ώρα να φροντίσεις μόνη σου τον εαυτό σου.

Η Ειρήνη βρίζει και φεύγει με νεύρα, χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Ο Αριστείδης νιώθει, πρώτη φορά μετά από καιρό, ένα παράξενο αίσθημα ελευθερίας. Έχει συνειδητοποιήσει πλέον ποιους υποδέχθηκε στη ζωή του – και ποιους έχασε.

Λίγους μήνες μετά, δουλειά τον στέλνει Θεσσαλονίκη για μερικές μέρες. Εκείνο το βράδυ κάνει βόλτα στο πάρκο για να ξεσκάσει. Το φθινόπωρο φέτος είναι μαγευτικό: τα δέντρα χρυσαφένια, τα φύλλα θροΐζουν, ο αέρας γεμάτος δροσιά.

Κι όπως περπατά σκεπτικός, ξαφνικά, βλέπει μια οικογένεια: μια νεαρή μαμά, ένας άντρας γελαστός κι ένα κοριτσάκι δυο ετών να παίζει. Η μαμά γελά, πετώντας φύλλα στον αέρα· ο μπαμπάς κρατάει τη μικρή απ το χέρι κι εκείνη ξεκαρδίζεται στα γέλια.

Ο Αριστείδης μένει ακίνητος. Το κορίτσι έχει κατάξανθα σγουρά μαλλιά, φουντωτά μαγουλάκια και ολοκάθαρα, γαλανά μάτια τόσο ίδια με τα μάτια της Ανθής. Κρατά την ανάσα του. Να, αυτό ακριβώς θα μπορούσε να ήταν το δικό του όνειρο. Αυτό που διέλυσε ο ίδιος με τα χέρια του.

Η μαμά, καθώς σκύβει να φτιάξει το σκουφάκι στο κορίτσι, γυρνά και τότε τη γνωρίζει: είναι η Ανθή.

Λίγα έχουν αλλάξει πάνω της το ίδιο χαμόγελο, η ίδια ζεστασιά αλλά τώρα αναβλύζει μια εσωτερική δύναμη και σιγουριά που της ταιριάζει.

Ο Αριστείδης παρακολουθεί καθώς η Ανθή σκύβει στο κοριτσάκι της, του μιλάει γλυκά. Δίπλα της, ο άντρας ήρεμος, με καλοσυνάτα μάτια και μια σιγουριά στην αγκαλιά του. Ακουμπά τον ώμο της και η Ανθή αφήνει πάνω του όλη της την εμπιστοσύνη.

Κάτι μέσα του λυγίζει όχι ζήλεια, ούτε θυμός, αλλά μια λυπημένη τρυφερότητα. Ξέρει πια: Εκείνος ο άλλος της έδωσε όσα εκείνος δεν μπόρεσε ή δεν άντεξε να δώσει σιγουριά, γαλήνη, απλή, άνευ όρων αγάπη.

Η Ανθή γελάει δυνατά, παίρνει το κοριτσάκι απ το χέρι κι οι τρεις προχωρούν κάτω απ τα φθινοπωρινά δέντρα, αφήνοντας πίσω τους μια θύελλα από χρώματα. Ο Αριστείδης τους κοιτάζει να απομακρύνονται κι αντιλαμβάνεται: αυτό δεν είναι απλή σύμπτωση. Είναι το τέλος.

Θα μπορούσε να πάει κοντά, να ζητήσει συγγνώμη, να παρακαλέσει. Μα γιατί; Για να αναστατώσει τη ζωή της που έχει ξαναχτιστεί με αγάπη;

Όχι.

Να μείνει όπως είναι.

Είναι ευτυχισμένη. Αληθινά ευτυχισμένη. Και αυτό, με έναν παράλογο τρόπο, τον παρηγορεί. Σημαίνει πως η ζωή κυλάει για εκείνη, για όλους μας.

Μένει για λίγο ακόμα, παρακολουθώντας καθώς χάνονται στον ορίζοντα. Ύστερα στρέφεται και χάνεται κι εκείνος μέσα στο φθινοπωρινό πάρκο, τα φύλλα να τρίζουν κάτω από τα παπούτσια του, σκεπασμένος από τη σκέψη:

Να είναι ευτυχισμένη. Έστω και χωρίς εμέναΣτην άλλη πλευρά της πόλης, η Ειρήνη κοιτάζει το κινητό της πάντα το ίδιο φθαρμένο, ποτέ αντικατεστημένο. Τίποτα πια δεν έρχεται όπως το ζητούσε, τίποτα δεν στήνεται στα μέτρα της. Τα μηνύματα προς την Ανθή μένουν αναπάντητα, τα αιτήματα προς γνωστούς βρίσκουν τοίχο. Όσο πιο πολύ πιέζει, τόσο περισσότερο την αγνοούν· το παλιό τέχνασμα της ζήλιας δεν έχει πια καμία ισχύ.

Μια νύχτα, μόνη της στο σπίτι, με το κινητό στο χέρι και το scrolling ασταμάτητο, σταματά σε μια φωτογραφία: η Ανθή με την οικογένειά της, χαμογελαστή αγγίζει μια οθόνη που την αποκλείει, και για πρώτη φορά μοιάζει να νιώθει το βάρος της μοναξιάς και όχι το θυμό. Θυμάται τα παιδικά χρόνια τότε που όλα ήταν παιχνιδάκι, τότε που μία αγκαλιά αρκούσε να διώξει κάθε λύπη. Μια ενοχική θέρμη απλώνεται στο στήθος της, κάτι που δεν μπορεί να το προσδιορίσει σωστά· μοιάζει με μετάνοια, μα ίσως να είναι απλώς το κενό που αφήνει γύρω της ο άνθρωπος που χάνεται.

Η οθόνη σβήνει ξαφνικά, καθώς το παλιό κινητό ξεμένει για ακόμα μία φορά από μπαταρία. Το σκοτάδι του μικρού δωματίου μοιάζει για λίγο αληθινό, σαν να μην υπάρχει πια τίποτα μικρό ή άμεσα αποκτήσιμο. Για πρώτη φορά, η Ειρήνη αρνείται να ψάξει για φορτιστή. Κλείνει τα μάτια και αφήνει τη σιγαλιά να την τυλίξει.

Κι η ζωή έξω συνεχίζεται, αδιάφορη αλλά και γεμάτη πιθανότητες. Η πόλη φωτίζεται απ τα φώτα του βραδινού ουρανού, οι μνήμες κυλούν σαν νερό, μα όσοι προχωρούν μαθαίνουν πως καμιά φορά η ευτυχία είναι απλή: ένα πάρκο σε φθινοπωρινό απόγευμα, ένα ζεστό χαμόγελο, μια νέα αρχή.

Και κάπως έτσι, η ζήλια που έγινε παγίδα, μεταμορφώθηκε σε μάθημα· και εκείνοι που έμαθαν να αγαπούν περισσότερο απ όσο ζηλεύουν, έφτιαξαν τη δική τους ιστορία εκεί όπου ο πόνος λειώνει, και μια ήρεμη χαρά ανθίζει στο καινούριο.

Oceń artykuł
Η Παγίδα της Ζήλιας