Αγλαΐα μπήκε στη συνέντευξη και στάθηκε ακίνητη όταν είδε ποιος καθόταν στο γραφείο του διευθυντή
Είκοσι χρόνια η Αγλαΐα Παπαδοπούλου κρατούσε το γραφείο οργανωμένο, απαντούσε τηλέφωνα, χαμογελούσε σε πελάτες που μάλλον δεν το άξιζαν και έφτιαχνε καφέ στο αφεντικό με τέτοια τέχνη, που μια φορά λίγο έλειψε να τη βάλουν υπεύθυνη κυλικείου. Κι όμως, τη βρήκε η απόλυση. Έτσι είναι η ζωή.
Να τη τώρα, στη συνέντευξη. Πρώτη φορά έπειτα από είκοσι χρόνια.
Η Αγλαΐα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του διαδρόμου και τα έλεγε σοβαρά με τον εαυτό της. Το ταγέρ καλό. Το μαλλί μια χαρά. Το πρόσωπο, τι να κάνεις, σαρανταέξι χρόνια δεν κρύβονται, μα αντέχει. Το σημαντικό είναι να μην αγχωθεί. Μια δουλειά είναι. Νέο γραφείο, νέο γραφείο, νέα τηλεφωνήματα.
Η φίλη της, η Ευανθία, προσφέρθηκε να τη συνοδεύσει και της έδωσε κουράγιο στο ασανσέρ:
Γερά, Αγλαΐα. Έχεις προϋπηρεσία είκοσι χρόνων, δεν είναι αστείο.
Είκοσι χρόνια Και όμως με απέλυσαν.
Και λοιπόν; Έχεις εμπειρία. Αυτό δεν χάνεται.
Ευανθία, πήγαινε στη δουλειά σου τώρα.
Το γραφείο της εταιρείας βρισκόταν σ ένα ήσυχο στενό στο Κολωνάκι. Τετραώροφο νεοκλασικό με κολώνες, γυάλινες πόρτες, φύλακα με κοστούμι. Η Αγλαΐα ίσιωσε την πλάτη της. Ανέπνευσε βαθιά. Πέρασε μέσα.
Η γραμματέας στην είσοδο της έδειξε τον τρίτο όροφο:
Σας περιμένει ο διευθυντής. Γραφείο τριακόσια δύο.
Τρίτος όροφος. Διάδρομος. Πόρτα με ταμπέλα.
Η Αγλαΐα χτύπησε. Μπήκε.
Και έμεινε άναυδη πίσω από το γραφείο βρισκόταν ο Σπύρος.
Ο πρώην της. Ο ίδιος στον οποίο είχε κάποτε βγάλει ακίδα από το δάχτυλο, που του είχε μαγειρέψει τυρόπιτες στις εξετάσεις, που του είχε συγχωρέσει κάτι ασυγχώρητο. Εκείνος, μετά απ τον οποίο τρία χρόνια δεν κοιμόταν καλά.
Εκείνος την κοίταζε. Εκείνη τον ίδιο.
Η σιωπή κράτησε τόσο, που ή φεύγεις ή μένεις. Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος.
«Να τι σημαίνει μοίρα με χιούμορ», σκέφτηκε ήρεμα η Αγλαΐα.
Ο Σπύρος ήταν μια χαρά. Αυτό ήταν το ενοχλητικό.
Στα οκτώ χρόνια που είχαν να ιδωθούν, η Αγλαΐα είχε πλάσει εικόνες ξανασυνάντησης, κι εκείνος έμοιαζε μαραμένος, αγριεμένος, ή έστω με κοιλιά. Κάτι έπρεπε να του έχει αφήσει η ζωή.
Αλλά όχι.
Ο Σπύρος καθόταν στο γραφείο του διευθυντή, με καλό σακάκι, μοντέρνο κούρεμα και ύφος ανθρώπου συμφιλιωμένου με τη συνείδησή του. Μαλλιά λίγο γκρι στα μηνίγγια. Πάνω στο γραφείο laptop, ημερολόγιο, ένα μικρό κακτάκι τι συμβολισμός, σκέφτηκε η Αγλαΐα.
Αγλαΐα, είπε εκείνος. Όχι «κυρία Παπαδοπούλου», ούτε «καλημέρα», απλά το όνομά της, λες και είχαν χωρίσει μόλις χτες.
Καλημέρα, Σπύρο, απάντησε εκείνη.
Ο Σπύρος έδειξε την καρέκλα. Η Αγλαΐα κάθισε, κράτησε σφιχτά την τσάντα της στα γόνατα. Κάτι έπρεπε να κρατά, έστω την τσάντα.
Το βιογραφικό το έχω δει ήδη, είπε, δείχνοντας το χαρτί στο γραφείο.
Ωραία.
Είκοσι χρόνια γραμματείας. Μεγάλη εμπειρία.
Ναι.
Έλεγε τα λόγια του ίσια, επαγγελματικά, κοιτώντας όχι ακριβώς πάνω της, αλλά κάπου κοντά ταριστερό της αυτί. Έτσι όπως μιλάνε όσοι προσποιούνται πως τίποτα δεν συμβαίνει.
«Στο παιχνίδι επαγγελματισμού, θα παίξω κι εγώ», σκέφτηκε η Αγλαΐα.
Μιλήστε μου για την τελευταία σας θέση, ζήτησε ο Σπύρος.
Και ξεκίνησε.
Η Αγλαΐα εξηγούσε ήρεμα, καθαρά, επαγγελματικά: αρμοδιότητες, ροή γραφειοκρατίας, προγράμματα, αριθμό υφισταμένων. Μα στο μυαλό της συνέχιζε μια άλλη συζήτηση.
Να ο άνθρωπος που σου είχε πει «δεν με καταλαβαίνεις» και μετά πήγε με τη Μαρία του λογιστηρίου.
Τι προγράμματα χρησιμοποιούσες;
Αγλαΐα απαντούσε, αλλά σκεφτόταν αυτόν που για τρεις μήνες δεν μπορούσε να φάει και για μισό χρόνο να κοιμηθεί σωστά.
Ήσουν υπεύθυνη για συναντήσεις με συνεργάτες;
Ναι, για συντονισμό συμβολαίων και οργάνωση επαφών με στελέχη της διοίκησης.
Αυτός είναι. Κάθεται μπροστά σου. Με καλό σακάκι.
Ο Σπύρος σημείωνε στο ημερολόγιο ή απλά προσποιούνταν. Η Αγλαΐα παρατηρούσε το στιλό του πλάγια και συλλογιζόταν: Τι ειρωνεία η ζωή. Λεπτές μαχαιριές.
Έξω, το στενό ήσυχο, φύλλα αστικού Οκτώβρη. Εδώ μέσα, οχτώ χρόνια, διαζύγιο, δικαστήρια για το σπίτι, κι άλλα για το εξοχικό, νύχτες τηλεφωνικές σιωπές με την Ευανθία όταν δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει.
Και τώρα είναι εδώ. Με έναν κάκτο για συνοδεία.
Γιατί φύγατε; ρώτησε ο Σπύρος με ψυχρή, επαγγελματική φωνή.
Μείωση προσωπικού. Το τμήμα διαλύθηκε εξ ολοκλήρου.
Κατανοητό. Είχατε επαφή με ανώτατα στελέχη;
Ναι, υπήρχε άμεση συνεργασία με διευθύνοντα και διοικητικό συμβούλιο.
Κρατάτε μυστικότητα;
Απόλυτη.
Ο Σπύρος την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα. Η Αγλαΐα ανταπέδωσε το βλέμμα, ήρεμα, χωρίς χαμόγελο, χωρίς κακία.
Ωραία, είπε και άφησε το στιλό. Θα ήθελα να συνεχίσουμε σε πιο ανεπίσημο κλίμα. Ένας καφές;
Τότε η Αγλαΐα ένιωσε μια αναστάτωση μέσα της όχι φόβο, κάτι άλλο, μια προαίσθηση ότι τώρα αρχίζει άλλη συζήτηση. Και σ αυτήν έπρεπε να είναι έτοιμη.
Δεν έχω αντίρρηση.
Ο Σπύρος πήγε στη μικρή καφετιέρα στο παράθυρο, γυρνώντας πλάτη. Η Αγλαΐα τον κοιτούσε και σκεφτόταν: τώρα κάτι θα πει. Κάτι σημαντικό ή αμήχανο. Κάτι που γιαυτό προτάθηκε ο καφές.
Η μηχανή άχνισε. Βούιξε.
Δείχνεις καλά, είπε ο Σπύρος, ξαφνικά στον ενικό και χωρίς να γυρίσει.
Η Αγλαΐα δεν απάντησε.
Άφησε το φλιτζάνι μπροστά της, γύρισε ξανά στη θέση του.
Σοβαρά.
Η Αγλαΐα κοίταξε τον καφέ, μετά πάνω του.
Ευχαριστώ, είπε ψύχραιμα.
Ο Σπύρος σιώπησε λίγο.
Αγλαΐα, θέλω να σου πω κάτι, όχι ως διευθυντής, αλλά ως άνθρωπος που σε ξέρει.
«Αυτό έχει ενδιαφέρον», σκέφτηκε. Και λίγο επικίνδυνο. Σαν το βλέμμα του πιλότου που βγαίνει στο διάδρομο να πει κάτι σοβαρό, μα όχι απαραίτητο.
Χαίρομαι που ήρθες εδώ, είπε ο Σπύρος.
Τυχαίο, αποκρίθηκε η Αγλαΐα.
Ίσως… Αλλά χαίρομαι. Πραγματικά. Είσαι επαγγελματίας, φαίνεται αμέσως. Και χρειαζόμαστε τέτοιους ανθρώπους.
Καλά.
Όμως θα ήθελα σταμάτησε λίγο, διαλέγοντας λέξεις σαν να περπατά πάνω σε λεπτό πάγο να υπάρχει καθαρότητα απ την αρχή. Χωρίς παλιά ιστορίες. Λευκή σελίδα, να το πω έτσι.
Νάτο.
Η Αγλαΐα άφησε το φλιτζάνι.
«Λευκή σελίδα» Οχτώ χρόνια και «λευκή σελίδα». Δικαστήριο για το σπίτι «λευκή σελίδα». Τρεις μήνες χωρίς όρεξη φαίνεται κι αυτό «λευκή σελίδα».
Έμεινε σιωπηλή για λίγο. Τον κοίταξε ήρεμα και προσεκτικά, όπως κοιτάς κάτι προτού το αποφασίσεις.
Σπύρο, να πω; Μου ζητάς δουλειά υπό τον όρο να ξεχάσω τα πάντα;
Τινάχτηκε ελαφρά εκείνος.
Προτείνω να ξεκινήσουμε από την αρχή. Δεν είναι το ίδιο.
Όχι, είναι ακριβώς το ίδιο, είπε ήσυχα η Αγλαΐα.
Σιωπή. Ο κάκτος πάντα αγέρωχος στο γραφείο.
Βλέπεις, συνέχισε η Αγλαΐα, δε σκοπεύω να αναμοχλεύω το παλιό. Δεν έχω χρόνο ούτε διάθεση. Ούτε να προσποιηθώ όμως πως δεν υπήρξε. Γιατί υπήρξε. Και είναι δική μου ζωή. Δεν είναι σελίδα για κάποιον να τη γυρίσει.
Ο Σπύρος την άκουγε, σιωπηλός.
Ήρθα για συνέντευξη, όχι για βραδιά αναμνήσεων. Αν θες έμπειρη επικεφαλής γραμματείας με είκοσι χρόνια προϋπηρεσία, συζητάμε. Αν θες άνθρωπο να παριστάνει ότι τίποτα από παλιά δεν έγινε, δεν είμαι εγώ αυτή.
Η Αγλαΐα ήπιε μια γουλιά. Ο καφές καλός, το σημείωσε σχεδόν αδιάφορα.
Ο Σπύρος την κοιτούσε με ναι, με σεβασμό πια.
Έχεις αλλάξει, είπε.
Ναι. Οχτώ χρόνια, απάντησε η Αγλαΐα.
Ο Σπύρος σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, κοίταξε το στενό. Ύστερα γύρισε.
Αγλαΐα Ξέρω ότι τότε είχα άδικο. Δεν είναι για «λευκή σελίδα». Έχεις δίκιο. Και έκανα λάθος.
Η Αγλαΐα τον κοίταξε. Αυτό δεν το περίμενε, αλήθεια.
Στα οχτώ χρόνια της φαντασίας της, το είχε δει αλλιώς: Εκείνος να θυμώνει, να κάνει πως ξεχνάει, να λέει κάτι υποτιμητικό. Να παραδέχεται απλώς «έφταιξα» δεν υπήρχε αυτό στο μυαλό της.
Χαίρομαι που το ακούω, είπε μετά, αν και αργοπορημένα.
Ναι, αργοπορημένα.
Η σιωπή ήρθε όχι βαριά, απλά σιωπή, εκείνη μετά από μακρά κουβέντα όπου τίποτα δεν μένει να ειπωθεί.
Για τη θέση, Αγλαΐα, θέλω να σου προσφέρω τη διεύθυνση του διοικητικού τμήματος. Πάνω απτ η γραμματεία. Οι όροι άξιοι. Απόφαση δική σου.
Η Αγλαΐα σκέφτηκε στιγμιαία.
Θα το σκεφτώ, είπε.
Εντάξει.
Σηκώθηκε. Πήρε την τσάντα της. Ο Σπύρος σηκώθηκε απλά, χωρίς ύφος διευθυντή.
Αγλαΐα, είπε όταν έφευγε.
Γύρισε.
Σε ευχαριστώ που δεν έφυγες αμέσως μόλις με είδες.
Η Αγλαΐα σκέφτηκε λίγο.
Ούτε εγώ περίμενα ότι θα μείνω, απάντησε ειλικρινά.
Στο διάδρομο η Αγλαΐα στάθηκε.
Μια στιγμή στη σιωπή, έξω από την πόρτα με το ταμπελάκι.
Έξω, η Ευανθία την περίμενε με έναν καφέ απ το αυτόματο. Την είδε, κατάλαβε πράγματα στο πρόσωπό της και ρώτησε αμέσως:
Λοιπόν;
Μου πρόσφεραν θέση, είπε η Αγλαΐα.
Καλή;
Ναι. Επικεφαλής Διοικητικού Τμήματος.
Μπράβο. Ποιος είναι ο διευθυντής;
Ο Σπύρος.
Η Ευανθία την κοίταξε για ώρα.
Ο Σπύρος; Ο δικός σου Σπύρος;
Πρώην, διόρθωσε η Αγλαΐα.
Και εσύ;
Του είπα πως θα το σκεφτώ.
Η Αγλαΐα πήρε το κυπελάκι, ήπιε μια γουλιά. Ο καφές του αυτόματου υστερούσε βέβαια από τον άλλον, αλλά είχε κάτι πιο οικείο.
Προχώρησαν στο στενό. Τα φύλλα στους δρόμους θρόιζαν όπως πάντα τον Οκτώβρη. Ο ήλιος έλαμπε μισοχαρούμενος, ίσα για να δηλώσει παρουσία.
Τώρα όμως η επιλογή είναι δική μου. Όχι δικιά του, είπε η Αγλαΐα με ένα αχνό χαμόγελο. Δικιά μου. Σίγουρα.



