Οικογένεια πάνω απ όλα
Πέμπτη βράδυ. Στέκομαι στο παράθυρο του σαλονιού, λίγο αφηρημένος, κοιτώντας τα πλατάνια της γειτονιάς στη Νέα Σμύρνη να χορεύουν στον άνεμο. Έχω πάρει την απόφασή μου. Ήταν δύσκολο, αλλά πλέον αισθάνομαι σίγουρος.
Ναι, Αριάδνη, μιλώ σοβαρά. Θα δώσω στη Δέσποινα το μισό της κοινής μας περιουσίας είναι το δίκαιο.
Το τραπέζι τρίζει από το δυνατό χτύπημα του χεριού της, το πρόσωπό της φλογισμένο.
Μάνο, έχεις τρελαθεί; Μα είναι δυνατόν; Γιατί να το κάνεις αυτό; Γιατί πάλεψα τόσο; Δεν το βλέπεις; Θέλει να σε ρημάξει, να πάρει όσα μπορεί! Το βλέπεις πως πίσω από το βλέμμα της κρύβεται μόνο απληστία;
Είναι η χιλιοστή φορά που τα συζητάμε. Εδώ και καιρό το βάρος από την πίεση της Αριάδνης με έχει εξαντλήσει. Χτενίζω τα ήδη αραιά μου μαλλιά με τα δάχτυλα, νιώθοντας το κεφάλι μου βαρύ και τα νεύρα μου τεντωμένα.
Αριάδνη, σε παρακαλώ… κάθομαι απέναντί της, προσπαθώντας με το βλέμμα να βρω έστω μια σπίθα ενσυναίσθησης. Η Δέσποινα είναι η μητέρα των παιδιών μου. Δεν ήταν ένας βρόμικος χωρισμός, ούτε απαιτεί κάτι περισσότερο. Ζητά μόνο σταθερότητα για τα παιδιά μας, ώστε να μην νιώθουν εγκαταλελειμμένοι.
Αναστενάζει, οι κατακόκκινες νύχτες της χτυπούν νευρικά το ξύλο.
Σταθερότητα; Με καινούριο διαμέρισμα στο Κολωνάκι και μια Mercedes; Τι σου είναι, αφελής; Για εκείνη είσαι μόνο ένα πορτοφόλι με πόδια!
Αισθάνομαι τους κροτάφους μου να πάλλονται. Ξαναπαίζω εδώ και βδομάδες το σενάριο αυτό στο μυαλό μου. Ο διαζυγιο με τη Δέσποινα ήταν οδυνηρό, ακόμα κι αν εξωτερικά δικαιολογήθηκε ως ασυμφωνία χαρακτήρων. Στην πραγματικότητα, όλα ξεκίνησαν όταν εισέβαλε στη ζωή μου η Αριάδνη. Νέα, λαμπερή ένας ανεμοστρόβιλος που τα άλλαξε όλα
Και να φανταστεί κανείς ότι στην αρχή ούτε που της έριχνα δεύτερη ματιά. Ήμουν ο κλασικός οικογενειάρχης: δουλειά, σπίτι, Κυριακή στην Πλάκα με τα παιδιά. Η Δέσποινα δεν δούλεψε ποτέ εγώ το επέμεινα, το ήθελα, για να είναι χαρούμενη, να ασχολείται μόνο με εσάς και με τα παιδιά μας, της έλεγα κρατώντας τα χέρια της σταθερά. Τα μάτια της τότε φώτιζαν από ευγνωμοσύνη και αγάπη Τώρα; Μόνο σιωπή κι εξάντληση στο βλέμμα.
Η Αριάδνη είχε άλλες φιλοδοξίες: έβλεπε σε μένα το εισιτήριο για μια ονειρεμένη ζωή. Με τριγύριζε διακριτικά αμέτρητα καφέ μετά τη δουλειά, γλυκόλογα, δήθεν συμπονετικά βλέμματα. Όταν στο σπίτι μας άρχισαν οι πρώτοι καβγάδες, η Αριάδνη ήταν πάντα εκεί· ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, λίγες ζεστές λέξεις, ψεύτικη φροντίδα. Μήπως ήμουν, τελικά, άδικος με τη Δέσποινα; αναρωτιόμουν, χαμένος ανάμεσα σε ενοχές και εξιδανικεύσεις.
Και να σου πω και κάτι; σκύβει μπροστά με ανυπόμονη αποφασιστικότητα. Πάρε τα παιδιά να μείνουν μαζί μας. Φαντάσου το: μεγάλο σπίτι, σένα για πατέρα-πρότυπο, εμένα για στοργική μητριά Θα κάνουμε βόλτες στα πάρκα, ποδήλατο στη θάλασσα, πικνίκ στη Βουλιαγμένη
Κοιτώ τα μάτια της: το γέλιο στα χείλη δεν αγγίζει την ψυχή της. Ξαφνικά τη φαντάζομαι να δυσφορεί στη φασαρία, να δυσανασχετεί όταν η Μυρτώ θέλει αγκαλιές, να ενοχλείται ακόμα κι αν ο Κώστας τη φωνάξει να παίξει.
Είσαι πραγματικά έτοιμη για κάτι τέτοιο; ρωτάω αργά, σαν κάθε λέξη να ζυγίζει δυο χρυσές λίρες. Μπορείς να ξυπνάς άυπνη όταν κάποιος αρρωστήσει; Να βοηθάς στα μαθήματα που δυσκολεύουν όλο και περισσότερο; Να κάνεις υπομονή στα φροντιστήρια και να στηρίζεις όταν δεν πετυχαίνουν; Ή θες απλώς μια βιτρίνα στα social media;
Η Αριάδνη παγώνει. Βιάζεται να ισιώσει μια τούφα της. Μια ασυνήθιστη αμφιβολία περνά απ τα μάτια της.
Ε ναι, βέβαια. Απλώς… πρέπει χρόνος, να προσαρμοστώ.
Χρόνος, λοιπόν. Το λέω με μια πικρή γεύση. Τα παιδιά μου, όμως, δεν έχουν καιρό για δοκιμές. Χρειάζονται οικογένεια τώρα, δίπλα τους όχι κάποιον που ψάχνει αν του βγαίνει να είναι γονιός. Έχω ευθύνη απέναντί τους: να μην τα εγκαταλείψω ποτέ.
Ξαφνικά, το κινητό της χτυπάει. Βλέπω το χέρι της να τρέμει καθώς σηκώνει το τηλέφωνο, με μια αγωνία να ξεχειλίζει στο πρόσωπό της
***
Την επόμενη μέρα, έξω από το αγαπημένο καφέ της Δέσποινας στο Παγκράτι, εμφανίζεται μια γυναίκα που δεν έχω ξαναδεί. Η Δέσποινα έχει μόλις τελειώσει τον καπουτσίνο της, διαβάζει ένα βιβλίο και απολαμβάνει τη λιακάδα. Ξαφνικά μια σκιά σκεπάζει το τραπέζι της.
Ωραία θα συνεχίσεις να τριγυρνάς γύρω απ τον άντρα μου; με επιθετικότητα ξεσπά.
Η Δέσποινα σηκώνει το φρύδι, παραξενεμένη από το απύθμενο θράσος. Μπροστά της μια μοντέρνα νεαρή, έντονο μακιγιάζ, παπούτσια στιλέτο που χτυπούν εκνευριστικά στο μωσαϊκό, και μια ακριβή Hermes.
Συγγνώμη, δεν καταλαβαίνω, λέει ήρεμα η Δέσποινα, παρόλο που την υποψιαζόμουν αμέσως ποια ήταν.
Μην προσποιείσαι! σφυρίζει θυμωμένη. Μιλάω για τον Μάνο. Είναι δικός μου, κατάλαβες; Κόψε να τρως από τα λεφτά του! Πολλά ζητάς!
Η Δέσποινα της ρίχνει ένα βλέμμα που ξαφνικά αποκτά σιγουριά.
Πρώτα απ όλα, ο Μάνος δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Κάνει τις επιλογές του, όπως και εγώ. Δεύτερον, δεν ζήτησα ούτε ένα λεπτό παραπάνω απ όσα δικαιούμαι νομότυπα. Το μόνο που απαιτώ είναι να μην λείψει τίποτα στα παιδιά μου. Κι ας σας προβληματίζει, αναρωτιέμαι αλήθεια… είστε τόσο σίγουρη πως στο τέλος θα διαλέξει εσάς; Γνωρίζετε στ αλήθεια ποιος είναι;
Η νεαρή συστέλλεται, ένα κύμα αμηχανίας περνά στα μάτια της.
Τι εννοείς;
Ακριβώς αυτό. Ο Μάνος μπορεί να μπλεχτεί, να παρασυρθεί, να χάσει τον δρόμο του. Όμως όταν διακυβεύεται η οικογένειά του αυτή θα διαλέξει. Πάντα αυτή. Γιατί εκεί είναι το σπίτι του, το νόημά του.
Η άλλη γυρνά, τακούνια βροντούν, κορμί ευθυτενές θυμός κι απογοήτευση. Η Δέσποινα σκουπίζει τα ψίχουλα απ το τραπέζι και αναρωτιέται: Αλήθεια, Μάνο, πώς παρασύρθηκες από μια τέτοια; Πόση μοναξιά και κενό κρύβει η γυναίκα αυτή Κι εγώ; Μπορούμε, τάχα, να διορθώσουμε κάτι;
***
Μια βδομάδα μετά. Κάποιος χτυπά την πόρτα της Δέσποινας. Αφήνει το μυθιστόρημα, τοποθετεί το σελιδοδείκτη, και σηκώνεται με κάποιο παράξενο φόβο. Μπροστά της μια ψυχρή υπάλληλος με αυστηρό ταγεράκι και φάκελο στο χέρι.
Καλησπέρα, είμαι από την Πρόνοια του Δήμου Αθηναίων. Υπάρχει καταγγελία πως αφήνετε τα παιδιά σας χωρίς επίβλεψη μέρες ολόκληρες.
Η Δέσποινα νιώθει μέσα της ένα παγωμένο σφίξιμο και μόνο εξωτερικά διατηρεί την ψυχραιμία που έχει μάθει όλα αυτά τα χρόνια.
Περάστε. Αλλά πρώτα, θα μου πείτε το όνομά σας και θα δείξετε την ταυτότητά σας. Δεν αφήνω αγνώστους σπίτι μου.
Η γυναίκα κοντοστέκεται, μπερδεύεται.
Είναι διαδικαστικό
Δεν περνάτε χωρίς νόμιμα στοιχεία. Υπάρχει κάμερα πάνω από την πόρτα, κάθε σας κίνηση καταγράφεται. Αν δεν έχετε κάτι να κρύψετε, το δείχνετε. Αλλιώς φεύγετε και ειδοποιώ αμέσως την Αστυνομεία.
Η γυναίκα λευκιά σαν το μάρμαρο, σχεδόν τρέμει, κάνει μεταβολή και εξαφανίζεται στο ασανσέρ.
Η Δέσποινα κάθεται βαριά στην πολυθρόνα. Δίπλα, από το παράθυρο βλέπει τα παιδιά της, τον Κώστα και τη Μυρτώ, να παίζουν στις κούνιες της αυλής. Ο Κώστας της κουνάει το χέρι. Η Μυρτώ γελά. Αριάδνη το έκανε αυτό, καταλαβαίνει. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να διαλύσει την οικογένειά μας. Θα παλέψω για τα παιδιά και το μέλλον μας.
***
Στο μεταξύ, ο Μάνος ανεβαίνει στο διαμέρισμα της Αριάδνης στα Ιλίσια, συντετριμμένος. Μόλις πάει να χτυπήσει, ακούει από μέσα φωνές.
Δεν το αντέχω άλλο! Θα με διώξουν απ τη δουλειά, αυτή η ιστορία ξεφτιλίστηκε! Μου είχες πει πως θα ταν απλώς μία προειδοποίηση και τώρα θα έχουμε μπλεξίματα!
Ε, μα… απλά ήθελα να φοβηθεί η Δέσποινα, ν αποσυρθεί, και ύστερα το τακτοποιούσαμε Δεν περίμενα να πάρει τέτοια τροπή, ψελλίζει η Αριάδνη.
Θες να με κάνεις συμμέτοχη σε εκβιασμό; Αν μαθευτεί, θα χάσω τη θέση μου στον Δήμο, το καταλαβαίνεις;
Μάνος, σαν να του πέφτει το ταβάνι. Ξαφνικά όλα φωτίζονται: η Αριάδνη, οι ίντριγκες της, τα ψεύτικα λόγια. Σκυφτός μα μαζεμένος, κάνει πίσω και φεύγει βουβός, νιώθοντας ένα κενό που δεν ένιωσε ποτέ ως τώρα. Πώς τυφλώθηκα; σκέφτομαι. Οφείλω να τα διορθώσω όλα, εδώ και τώρα.
Χτυπά την πόρτα. Σιωπή, μετά η Αριάδνη εμφανίζεται, πρόσωπο άσπρο, χείλη που τρέμουν.
Μάνο, δεν είναι όπως νομίζεις
Δεν περιμένω. Μπαίνω μέσα, η φίλη της σηκώνεται πανικόβλητη.
Μείνετε. Εξηγήστε μου, τώρα. Θέλω να ακούσω την αλήθεια.
Η υπάλληλος με την ταυτότητα χαμηλωμένη βιάζεται να μιλήσει.
Η Αριάδνη με πίεσε για να φοβίσω τη Δέσποινα. Δεν ήθελα, αλλά…
Φτάνει! φωνάζω κοφτά. Αριάδνη, αυτό ήταν; Εκβιασμός, ψέματα όλη η σχέση μας ένα ψέμα; Πίστεψες ποτέ στ αλήθεια ότι η οικογένεια είναι παιχνίδι, ή φωτογραφία για το Instagram; Είναι εμπιστοσύνη, αγάπη, ειλικρίνεια.
Από την παλιά ζεστασιά του σπιτιού της Αριάδνης έχουν μείνει μόνο ταψιά άδεια, διακοσμητικά χωρίς νόημα, η μυρωδιά των ακριβών γαλλικών αρωμάτων μου προκαλεί αηδία.
Ξέρεις τι στενάχωρο; Εγώ σχεδόν πίστεψα πως θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένος μαζί σου. Μα η αλήθεια και οι άνθρωποι αξίζουν πολύ πιο πάνω απ το θέατρο των προσδοκιών. Τέλος. Εάν ξανατολμήσεις ή ξαναγγίξεις την οικογένειά μου, θα τους βρεις όλους απέναντί σου.
Κλείνω την πόρτα. Νιώθω σαν να έχει φύγει από πάνω μου ένα βάρος σα θηλιά στον λαιμό.
***
Το ίδιο βράδυ, χτυπώ την πόρτα της Δέσποινας. Εκείνη ετοιμάζει το τσάι για τα παιδιά. Μόλις με βλέπει κρατώντας λευκές λίλιουμ τα αγαπημένα της μένει σαστισμένη.
Συγγνώμη της λέω βαθιά, κοιτώντας τη στα μάτια. Έχω αλλάξει: σακούλες κάτω απ τα μάτια, άτονα μαλλιά. Ήμουν τυφλός και ανόητος. Η οικογένειά μας είναι το παν. Θέλω να γυρίσω πίσω. Αν με αφήσεις Αν μου δώσεις ακόμη μία ευκαιρία.
Με κοιτάζει σαν να ερευνά κάθε χαραμάδα του εαυτού μου. Με βάζει μέσα αθόρυβα.
Πέρασε. Έχουμε πολλά να συζητήσουμε.
Στηνεται ξανά η παλιά κουζίνα, τα παιδιά μπαίνουν τρέχοντας ο Κώστας με τη μπάλα, η Μυρτώ με το λούτρινο αρκουδάκι και πέφτουν πάνω μου με αγκαλιές.
Μπαμπά! φωνάζουν.
Τα τραβάω κοντά μου, νιώθοντας τα δάκρυά μου να κυλάνε. Σας έλειψα τόσο Ποτέ ξανά δεν θα φύγω.
Η Δέσποινα σταματά πίσω μου, το χέρι της στο ώμο μου γεμίζει όλο το δωμάτιο φως.
Κι εμείς λέει ψιθυριστά. Και η καρδιά μου ξανακατοικεί στο σπίτι της.
***
Η Αριάδνη μόνη, στο άλλοτε πολυτελές διαμέρισμα που πλέον εγκαταλείπεται. Το κινητό άπρακτο, οι φίλες μηδέν. Κάθεται, σκεπασμένη με μια ρόμπα, στη γωνιά του σαλονιού.
Τι έκανα; Για ποιον τα έκανα όλα αυτά; θυμάται τη μέρα που είδε τον Μάνο στην παραλία με τα παιδιά του το γέλιο, τη στοργή, τη ζεστασιά. Ήθελε τόσο να ανήκει. Αντί όμως να χτίσει κάτι δικό της, προσπάθησε να αρπάξει κάτι ξένο. Και τελικά, έχασε τα πάντα.
Όσο το διαμέρισμα αδειάζει, το μόνο που μένει είναι ο αντίλαλος των δικών της επιλογών: Ποια είμαι πια; Και τι απέγινε εκείνο το κορίτσι που κάποτε ονειρευόταν την αληθινή αγάπη;Μια ανοιξιάτικη βροχή αρχίζει να πέφτει ήσυχα, θολώνοντας τα φώτα της πόλης. Η Δέσποινα μαζεύει τα φλιτζάνια, ο Μάνος ακούει τα χαχανητά απ το δίπλα δωμάτιο καθώς τα παιδιά παίζουν επιτραπέζιο. Η μυρωδιά απ το φρεσκοψημένο κέικ απλώνεται στο σπίτι καθώς τα παράθυρα θαμπώνουν απ τον αχνό.
Κάθονται οικογενειακώς, σιωπηλοί αλλά ήρεμοι. Ο Κώστας ακουμπά στον ώμο του Μάνου και η Μυρτώ γλιστρά στη φούστα της μάνας της. Ο Μάνος νιώθει το παλιό τραύμα να γιατρεύεται, κάθε λέξη συγγνώμης να ριζώνει στο χώμα εκείνης της κουζίνας.
Μαμά, μπαμπά, θα βρέξει πολύ; ψιθυρίζει η Μυρτώ.
Η Δέσποινα της χαϊδεύει τα μαλλιά. Όσο χρειάζεται για να ανθίσουν πάλι τα λουλούδια, μικρή μου.
Ο Μάνος ανταλλάσσει μια κλεφτή ματιά με τη Δέσποινα. Ξαφνικά, δεν χρειάζονται πολλές λέξεις ούτε υποσχέσεις όλα όσα έχουν νόημα είναι μπροστά τους. Ο ήχος της βροχής γίνεται νανούρισμα, τα μικρά χέρια κουλουριάζονται στα δικά τους. Το παρελθόν χάνεται σιγά στο χρώμα του λυκόφωτος. Μονάχα η αγάπη μένει, πεισματάρικη, ρίζα μέσα στο χώμα, έτοιμη τώρα να ανθίσει ξανά.
Κι έξω από το παλιό παράθυρο, η πόλη αστράφτει και μια οικογένεια ξαναστήνει σπίτι εκεί που κάποτε όλα έμοιαζαν χαμένα.





