«Η Ξένη Επισκέπτρια»

«Άγνωστη φιλοξενούμενη»

Ήταν τότε, στα πρώτα χρόνια των κινητών τηλεφώνων και ήμασταν φρεσκοπαντρεμένοι. Μετακομίσαμε σε ένα καινούργιο διαμέρισμα. Τα διαμερίσματα εκεί ήταν πραγματικά εντυπωσιακά. Η διαρρύθμισή τους έκοβε την ανάσα. Όλα τα βρίσκαμε υπέροχα, εκτός από τους γείτονες στη σκάλα κάπως παράξενοι μας φάνηκαν. Αν κι ήμουν νέα σε ηλικία, ήμουν πολύ αυστηρή και περήφανη. Δούλευα σε υπεύθυνη θέση και ήμουν μαθημένη στο σεβασμό. Ο άντρας μου, ο Χρήστος, συνήθιζε για πλάκα να με φωνάζει με το όνομα και το πατρώνυμό μου.

Μια μέρα βγαίνω από το σπίτι και συναντώ την καινούρια γειτόνισσα. Ούτε καλημέρα, ούτε γειά σας! Είπα κι εγώ με πείσμα ότι δεν θα της ξαναμιλήσω! Κλείστηκα στο καβούκι μου!

Έφθασε όμως η ώρα του γιορτινού τραπεζιού για τα νέα μας σπιτικά. Καλέσαμε συγγενείς και φίλους για να γιορτάσουμε. Η παρέα κράτησε λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο. Ήταν μόλις έντεκα και μισή το βράδυ όταν ο γείτονας χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω. „Είναι αργά, ξέρετε!”, μου λέει. Σάμπως είχαμε ξεφύγει; Σάββατο βράδυ ήταν. Δεν άντεξα! Και επικαλέστηκε και τη γυναίκα του: „Η γυναίκα μου έχει τρομερό πονοκέφαλο και θέλει να κοιμηθεί.” Από τότε γύριζα το κεφάλι αλλού, ακόμα κι αν συναντιόμασταν έξω! Ο Χρήστος όμως, απτόητος, συνέχιζε να τους χαιρετάει. Εγώ όμως όχι! Να μάθουν πώς συμπεριφέρονται οι σωστοί άνθρωποι! Περήφανη και πεισματάρα!

Για αρκετό καιρό ούτε που πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο. Ώσπου ένα βράδυ, επιστρέφουμε σπίτι και βρίσκουμε στη σκάλα μια νέα γυναίκα. Φώτισε το πρόσωπό της όταν μας είδε: „Είμαι η αδερφή της γειτόνισσάς σας, ήρθα από μακριά και περιμένω εδώ και τρεις ώρες. Μπορώ να περιμένω στο κλιμακοστάσιο; Έχει πολύ κρύο έξω!” Έξω είχε χιονοθύελλα και ο αέρας ξερίζωνε δέντρα. Την αφήσαμε να μπει. Ρώτησα με αυστηρό τόνο: „Δεν είστε από εδώ… Πού το βαλιτσάκι σας;” Μας εξήγησε ότι το άφησε στο σταθμό, επειδή ο άντρας της αδερφής της θα τη βοηθούσε την επομένη, αφού ήταν αδύνατο να το μεταφέρει μόνη της με τέτοιον καιρό.

Γύρισα σπίτι και σκέφτηκα δυνατά: „Άντε μη και δεν είναι καν συγγενής τους! Κι αν είναι καμιά απατεώνισσα κι εμείς την βάζουμε μέσα;” Ύποπτος και ανένδοτος όπως πάντα!

Ετοιμαζόμασταν να φάμε και δεν μπορούσα να ησυχάσω μ αυτή την άγνωστη πίσω από την πόρτα. Κρυφοκοίταξα απ το ματάκι στεκόταν ακίνητη, με την πλάτη της κολλημένη στον κρύο τοίχο. Ο Χρήστος με φώναζε να φάμε, μα εμένα τίποτα δεν κατέβαινε στον λαιμό μου. Μόνο την ξένη σκεφτόμουν. Εκείνος πρότεινε να τη φωνάξουμε να φάει μαζί μας. Εγώ αρνήθηκα: „Και γιατί να φωνάξουμε στον ξένο άνθρωπο σπίτι μας;” Της έβγαλα όμως μια καρέκλα στο κλιμακοστάσιο. Ρώτησα κάπως εκνευρισμένα: „Γιατί δεν ήρθε η αδερφή σου να σε βρει;” και μου απαντά: „Ήθελα να της κάνω έκπληξη! Είναι έγκυος, δυσκολεύεται πολύ στη γέννα, ήρθα να τη βοηθήσω με το μωρό στην αρχή!” Δεν είχα προσέξει ποτέ ότι η γειτόνισσα ήταν έγκυος.

Ανά πέντε λεπτά κοιτούσα απ το ματάκι. Η γυναίκα καθόταν ήσυχη στην καρέκλα και περίμενε. Ο Χρήστος κοιμήθηκε αμέσως, εγώ όμως δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Μόλις έκλεινα τα μάτια, έβλεπα το πρόσωπό της. Ήξερα ότι για να φτάσει ως εδώ, θα είχε περπατήσει ώρα μες στη χιονοθύελλα. Σίγουρα θα ήταν ξεθεωμένη.

Κοίταζα το ρολόι κοντά μεσάνυχτα. Σηκώθηκα, έβαλα τη ρόμπα μου και, με νεύρα, βγήκα στο κλιμακοστάσιο. „Έλα μέσα! Θα κοιμηθείς εδώ απόψε!” Απόρησε και χάρηκε μαζί, προσπαθούσε διστακτικά να με πείσει ότι δεν πειράζει, μα δεν δεχόμουν κουβέντα. Της έδωσα ρόμπα, πετσέτα και την έστειλα για μπάνιο. Μετά της έβαλα φαγητό και της ετοίμασα το δωμάτιο των καλεσμένων, να ξαποστάσει. Η φροντίδα φανερή πια.

Άφησα χαρτάκι στους γείτονες: „Η αδερφή σας είναι μαζί μας, να μην ενοχληθεί πριν τις 6:00 π.μ.”

Στις 8 το πρωί, το κουδούνι. Ανοίγω και βλέπω έναν γείτονα ευτυχισμένο να πλέει σε πελάγη χαράς. „Η γυναίκα μου γέννησε χτες το βράδυ! Αποκτήσαμε γιο!” Ένιωσα ευτυχία να με τυλίγει σαν να ήταν κι εμένα αυτή η χαρά. Νιώθεις καμιά φορά ότι κάτι μεγάλο και φωτεινό συνέβη!

Σε λίγες μέρες, η μαμά κι ο μικρός ήταν σπίτι τους. Η γειτόνισσα, η Ελένη, έλαμπε από ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια που πρόσφερα στη μικρότερη αδερφή της.

Καμιά φορά, νομίζουμε πως τα ξέρουμε όλα, για τους άλλους αλλά και για εμάς τους ίδιους. Καταδικάζουμε, επιμένουμε, βγάζουμε πείσμα, πολεμάμε. Ώσπου έρχεται η στιγμή που η οργή φεύγει! Και τότε καταλαβαίνεις ότι μόνο με ανοιχτή καρδιά μπορείς να ζήσεις αληθινά. Σε αυτό με βοήθησε εκείνη η ξένη φιλοξενούμενη!

Oceń artykuł
«Η Ξένη Επισκέπτρια»