ΝΥΦΗ
Η Ειρήνη είδε με τα μάτια της τον αρραβωνιαστικό της, τον Μάνο, με το πρόσωπο τεντωμένο από θυμό, να κλωτσάει τη Μαρφούλα, τη μικρή της νταχσούντα, επειδή πάτησε κατά λάθος με το λασπωμένο της ποδαράκι τα κάτασπρα sneakers του. Η Πούλα, η αλανιάρα σκυλίτσα, πήγε να υπερασπιστεί τη Μαρφούλα, αλλά έφαγε δυνατή σφαλιάρα με το βαριά δερμάτινο λουρί στο κεφάλι. Εκείνη τη στιγμή, η Ειρήνη κατάλαβε γιατί τα γατιά και τα σκυλιά της δεν χώνευαν τον Μάνο.
Κάθισε στο παράθυρο, βαθιά συλλογισμένη. Έξω είχε σκοτεινιάσει, οι πολυκατοικίες απέναντι φωτίζονταν δειλά-δειλά, αλλά εκείνη αδιαφορούσε· σκοτεινά, φωτεινά, τι νόημα είχε; Είχε πολλά να σκεφτεί.
Φαινομενικά, της έλειπε μόνο το ταίρι: σπίτι στη Νέα Ιωνία, σταθερή δουλειά στο ΕΚΑΒ, ζούσε αξιοπρεπώς. Κι όμως, η προσωπική της ζωή ήταν μια μόνιμη φάρσα. Τα χρόνια περνούσαν, τα „ρολόγια” χτυπούσαν, όλες οι φίλες παντρεύτηκαν και γέννησαν, κι αυτή μόνη σαν τον καλαμόκαμπο. Μάλλον θα μείνω γεροντοκόρη, σκεφτόταν μελαγχολικά, χαϊδεύοντας τους τριχωτούς της φίλους, που έγερναν πάνω της με τρυφερότητα.
Οι γονείς της Ειρήνης έφυγαν νωρίς, ένας-ένας, κι εκείνη έμεινε με τη γιαγιά της, αποφασισμένη να γίνει γιατρός. Έδωσε Πανελλήνιες για την Ιατρική Αθηνών, δεν τα κατάφερε, και συμβιβάστηκε με τη Νοσηλευτική. Έπιασε δουλειά στο ΕΚΑΒ με βάρδιες, γύρω-γύρω όλοι.
Η γιαγιά Κατίνα, που τη λάτρευε, μετακόμισε σε μονοκατοικία στη Φιλοθέη „για να βρει το κορίτσι ένα γαμπρό”. Αυτά όμως μόνο στα σενάρια πετυχαίνουν.
Παιδί ακόμα, η Ειρήνη παθιαζόταν για σκύλους και γάτες, αλλά η μαμά της είχε αλλεργία. Το έμαθαν με τον δύσκολο τρόπο, όταν ύστερα από μια «διάσωση» ενος ψιψίνι, η μάνα της παραλίγο να καταλήξει με αναφυλαξία· ο Πραλίνα κατέληξε στη γιαγιά. Μετά, όταν έχασε τους γονείς, μάζεψε τον Τσιτσίνι απ τα σκουπίδια. Για σκύλο όμως, ούτε λόγος. Η γιαγιά φοβόταν τα „μαμούθ” στο σπίτι.
Τώρα, η Ειρήνη είχε πέντε υπέροχους, μαλλιαρούς συγκάτοικους. Χωρίς αυτούς, η ζωή θα ήταν θρίλερ. Η Πούλα – ορισμός της αδέσποτης εξυπνάδας – βρέθηκε σκελετωμένη και ψωριασμένη μες στα χιόνια, να ψάχνει να μπει στο σούπερ μάρκετ στην Κηφισιά. Τη μάζεψε η Ειρήνη, τη σκέπασε με κασκόλ, την τύλιξε στην τσαντα-η πολυεργαλείο της. Η Πούλα έτρεχε σαν τρελή, γι αυτό κι έμεινε με το όνομά της. Έκανε αμέσως παρέα με τον Τσιτσίνι.
Μετά ήρθε η Μαρφούλα, η ταβανόπροκα νταχσούντα. Κάτι ξενοίκιαστοι από απέναντι, την παράτησαν έξω μέσα στον χειμώνα, μην τους χαλάσει το νέο παρκέ και τις κουρτίνες. Έκλαψε η δόλια ένα βδομάδα στην είσοδο, μέχρι που έμαθε η Ειρήνη τη θλιβερή ιστορία της από την „Φιλοζωική Πεύκης”, και την πήρε σπίτι. Την γιάτρεψε, της φόρεσε κι ένα μαντιλάκι με φούντες, κι η Μαρφούλα έγινε η ήρεμη φωνή της λογικής στο σπίτι. Το μαντήλι της πήγαινε όσο τίποτα· στα σοκάκια έμοιαζε με μικροκαμωμένη, κουλ γιαγιούλα.
Η Νικολαΐδου, λευκή γάτα με χαρακτήρα Ελένης Παπαδάκη, μπήκε μια μέρα τυχαία στη ζωή της. Ένα πρωί που έφευγε για δουλειά, της γλίστρησε στα πόδια μια βρόμικη χιονόμπαλα. Έκανε πως δεν καταλαβαίνει, αλλά τελικά την πήρε πάνω, της άφησε δύο τοστ με φέτα και σαλάμι και κολλημένη στο ασανσέρ την ταμπέλα: „Παρακαλώ μη διώχνετε τη γάτα! Ειρήνη, διαμέρισμα 7”. Στο σπίτι, η νέα συγκάτοικος έγινε η απόλυτη στρατηγός· επέβαλε τάξη και πρόγραμμα, και κάθε βράδυ έκανε επιθεώρηση.
Τελευταίος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικός, κατέφθασε ο Μίλτος, γατί κλασικός, διασωθείς από παγκάκι στα Ιλίσια. Τον είχαν πάρει στο στόχαστρο κάτι μαύρες κίσσες. Χρόνια μετά, παρέμενε ήσυχος, μετρημένος, καθόλου καβγατζής. Όλοι μαζί ζούσαν αρμονικά, μην στεναχωρώντας ποτέ την προστάτιδά τους.
Η Ειρήνη τους λάτρευε. Ήξερε πως θα τρόμαζε κάθε σοβαρό γαμπρό τέτοιο σμήνος κατοικιδίων. Η γιαγιά Κατίνα της το τόνιζε συχνά:
– Ειρηνάκι μου, πού θα σε βρει γκόμενος με δύο σκυλιά και τρεις γάτες; Άντε, μεγάλο το σπίτι, αλλά δεν είναι όλοι σαν εμάς, να αγαπάνε τα ζωντανά.
– Γιατί, γιαγιά, αν δεν τα θέλει, τι να τον κάνω;
Και πράγματι, με τον πρώτο της σύντροφο, τον Λευτέρη, κράτησε έξι μήνες· απεχθανόταν τα ζώα. Ούτε που πικράθηκε. Μετά προέκυψε ο Μάνος: θελκτικός, με χρυσό μετάλλιο κολύμβησης στο Μαρούσι, ευγενικός στην αρχή, βοηθούσε και στους περιπάτους. Όλα καλά, ώσπου τα «τετράποδα» άρχισαν να τον αποφεύγουν. Η Πούλα του γρύλιζε, η Μαρφούλα κρυβόταν, οι γάτες ούτε που τον πλησίαζαν. Η Νικολαΐδου δε, φούσκωνε τρεις φορές τη μέση της και σιχτίριζε.
'Ενα βράδυ, που η Ειρήνη μαγείρευε και βγήκε στο μπαλκόνι, τον είδε να κλωτσάει με μίσος τη Μαρφούλα επειδή του λέρωσε το παπούτσι. Η Πούλα προσπαθεί να υπερασπιστεί, τρώει κι αυτή γερό λουρί. Τότε η Ειρήνη πετάγεται στην αυλή, παίρνει τα λουριά, και τσουπ, ρίχνει ένα γερό μπάτσο στα χέρια του Μάνου.
– Ειρήνη, έλεος! Τι κάνεις εκεί;
– Σε πόνεσε πολύ; Για σκέψου τα δικά τους Πώς ατιμάς τα ζώα μου; Να φανταστώ ούτε εμένα δεν θα δίσταζες να χτυπήσεις;
– Έλα τώρα, απλά ήθελα να τους μάθω να μην πατάνε πόδια!
– Άντε και χάρηκα πολύ. Όξω απ το σπίτι μου και μην ξανάρθεις.
– Ε, σιγά… ποιος τρελάθηκε να ζει σε ζωολογικό κήπο; Άντε γεια
Η Ειρήνη ζορίστηκε, τα τραγικά του λόγια χαράχτηκαν στο κεφάλι της. Ένιωθε ότι είχε βρει το πεπρωμένο της στο πρόσωπό του και αποδείχτηκε άλλο ένα φιάσκο, μια βιτρίνα γεμάτη δήθεν καλωσύνη. Το μνημόνευε πολύ καιρό. Μέχρι που γνώρισε τον Αλέξανδρο Γιακωβάκη, χειρούργο στο ΚΑΤ, κατά λάθος, σε μια εφημερία. Την ώρα που εκείνος έγραφε αναφορά για θύμα τροχαίου, σήκωσε το βλέμμα και – αμάν! – κεραυνοβολήθηκαν. „Αυτά μόνο στα βιβλία γίνονται”, πίστευε πάντα, μα τελικά, γίνονται!
Ο Αλέξανδρος, ως αληθινός γόης, τσίμπησε τον αριθμό της από τα επείγοντα, και την κάλεσε. Άρχισαν να βγαίνουν. Σοβαρός, ψηλός, λακωνικός. Είχε καλές προθέσεις, η Ειρήνη όμως φοβόταν το ίδιο έργο, μην έκανε πάλι φιάσκο λόγω συμπόρευσης δύο, ή μάλλον επτά ψυχών.
Έκρυψε την πενταπλή αγέλη της, φοβούμενη μην τον χάσει. Θα παντρευόταν κι ό,τι γίνει, τελείωσε. Εν τω μεταξύ, σύστησε τον Αλέξανδρο στη γιαγιά Κατίνα, ενώ αυτός της γνώρισε την αδερφή του, τη Σοφία, και το γαμπρό. Δύο εξορμήσεις στη Μάνη για να δει και τους γονείς του.
Εκείνος είχε δει το εργένικό της διαμέρισμα, αλλά εκείνος στο δικό της, ποτέ. Πάντα κάποιος „ξάδερφος από τη Λάρισα αρρώστησε”, ένας „θείος με γρίπη”… Κουράστηκαν με τα ψέματα.
Η Ειρήνη, μισοσπασμένη από τύψεις, πήρε όλα της τα ζουζούνια και τα „καλά” τους και τα μετέφερε στη γιαγιά. Η Πούλα και η Μαρφούλα είχαν ξαναμείνει εκεί, οι γάτες λάτρευαν την κα Κατίνα, οπότε αντέχανε. Η γιαγιά όμως αντέδρασε:
– Ειρήνη, όχι έτσι! Δεν αρχίζεις καλά γι αυτόν τον άγιο άνθρωπο
– Μακάρι να τα πηγαίνω καλά, γιαγιά. Δεν μπορώ να τον χάσω, ούτε τα ζώα μου όμως. Δεν έχω άλλη λύση.
Έρχονταν σχεδόν κάθε μέρα να τα βλέπει, ενώ εκείνος έπαψε να υποψιάζεται κάτι ύποπτο. Πριν τον γάμο – είχε, που λες, δώσει δαχτυλίδι με αμέθυστο σε καρίνα – ξεκίνησε η τρέχουσα χαρά του οργανωτικού pre-wedding.
Μια μέρα γυρίζουν σπίτι κουρασμένοι, τρώνε πίτες από το φούρνο της Ελένης στην Αγία Παρασκευή, πίνουν τσάι και μετράνε καλεσμένους. Ο Αλέξανδρος προθυμοποιείται να πετάξει τα σκουπίδια. Τι να δει όμως; Ένα βουνό συσκευασίες από ζωοτροφές! Ε;
– Από πού αυτά;
– Ε, άστα, κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω…
Τα έκανε γαργάρα η Ειρήνη.
Την ίδια στιγμή, στη Φιλοθέη, η γιαγιά Κατίνα βγάζει την Πούλα κι τη Μαρφούλα βόλτα και συζητά με την ταχυδρόμο για τις συντάξεις. Ποιος είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε: η πόρτα μένει ανοιχτή, και τα υπόλοιπα τρία γατιά τρέχουν έξω, ο σχηματίζεται μπάντα του Μπατίστα. Χωρίζουν σε „φαλαγγί”, με την Πούλα αρχηγό κι τη Νικολαΐδου στο τέλος, μη μείνει κανείς πίσω.
Οι περαστικοί στα φανάρια σταματούν και κοιτούν αυτό το αλλοπρόσαλλο καραβάνι. Η Μαρφούλα έχει στραβώσει το μαντήλι και θυμίζει δήμαρχο της γειτονιάς. Τρέχουν όλοι προς το πατρικό τους στους Αμπελόκηπους.
Στο σπίτι, ο Αλέξανδρος ακούει θόρυβο και νιαουρίσματα. Ανοίγει, και μπουκάρει με το θράσος Ολυμπιονίκη η νταχσούντα με το μαντήλι, μετά η Πούλα, κι από πίσω το τρενάκι των γατιών, όλοι πασπαλισμένοι με χιόνι και παιδική χαρά.
– Ώπα… Τι στρατός είναι αυτός;
Η Ειρήνη γίνεται παντζάρι, κάθεται στη σκαμνίτσα, βάζει το πρόσωπο στα χέρια κι αρχίζει να κλαίει.
– Δικά σου όλα αυτά;
– Ε, ναι… Ήταν στη γιαγιά…
Η Πούλα και η Μαρφούλα αρχίζουν να τον γαβγίζουν, ενώ η Νικολαΐδου τον κοιτά αγριευμένη.
– Και μου έλεγες ότι δεν έχεις προίκα!
Ο Αλέξανδρος φόρεσε το μπουφάν, έφυγε χωρίς λέξη, έβαλε μπρος, εξαφανίστηκε. Η Ειρήνη, ντροπιασμένη, ούτε που πήρε τηλέφωνο. Κι εκεί που σκεφτόταν „τέρμα η νύφη, τέλος το γλέντι”, άνοιξε η πόρτα.
Στο κατώφλι ο Αλέξανδρος, με τσάντες γεμάτες από τις ακριβές ζωοτροφές του σούπερ μάρκετ. Τα αφήνει ήσυχος κι εξαφανίζεται.
– Μη κλειδώσεις, οκ; Έρχομαι πάλι!
Σε λίγα λεπτά ξαναμπαίνει, κρατώντας στο λουρί μια μαλτέζα με κόκκινη φόρμα.
– Αυτή είναι η Νίκα μου. Και αυτή, η Μάρω μας, – και βγάζει μια ψιψίνα από το μπουφάν, – Θα τους δεχτείτε στην ομάδα;
Χρόνια μετά, η Ειρήνη και ο Αλέξανδρος γελάνε μ αυτή την ιστορία ανάμεσα σε σκυλιά και γατιά, πίνοντας τσιπουράκι και τρώγοντας μεζέδες. Ποιος ξέρει; Χωρίς αυτή την προίκα, μπορεί να μην ήταν ποτέ παρέα τόσα χρόνια, να μην είχαν κάνει ούτε το δικό τους κοινό κοπάδι στη σύγχρονη ΑθήναΗ Ειρήνη τον κοιτάζει, μ αυτό το βλέμμα που λιώνει τα χιόνια στον δρόμο, και καταλαβαίνει ότι τελικά το γλέντι τώρα αρχίζει. Όλοι μαζί, άνθρωποι και τετράποδα, στήνουν τρελό χορό στο σαλόνι, μπαίνουν κάτω από το τραπέζι, σκαρφαλώνουν στον καναπέ, και γελούν μέχρι να τρέχουν τα δάκρυα οι άνθρωποι από χαρά, τα ζώα από ατελείωτο παιχνιδισμό.
Η γιαγιά Κατίνα τηλεφωνεί:
Ειρηνάκι μου, θα ρθω να σας φέρω γεμιστά.
Φέρ τα, γιαγιά, αλλά φέρε και μια κουβερτούλα για τα μικρά, τώρα μεγαλώσαμε την οικογένεια!
Το βράδυ, αφού οι καλεσμένοι κουλουριάζονται μες στα πόδια τους, ο Αλέξανδρος σκύβει δίπλα της, ακουμπώντας το κεφάλι του πάνω στα μαλλιά της, και ψιθυρίζει:
Νυφούλα μου, εμείς δεν θα έχουμε ποτέ το «τέλειο» σαλόνι, αλλά θα έχουμε πάντα το πιο γεμάτο σπίτι.
Και ακόμα κι αν, στα σενάρια, το τέλειο έρχεται μόνο με κουφέτα και ροδοπέταλα, η Ειρήνη ξέρει πως ο αληθινός έρωτας χωράει κοπάδια ολόκληρα και αντέχει το γαύγισμα, το νιαούρισμα, αλλά πάνω απ όλα την αλήθεια.
Λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος, η Νίκα σκαρφαλώνει πάνω τους και η Μαρφούλα ροχαλίζει δυνατά. Εκείνη σκέφτεται πως, τελικά, μεγαλύτερη προίκα και πιο γλυκιά τύχη από μια τόσο πολύχρωμη αγέλη και μια τρυφερή καρδιά, δεν υπάρχει.
Και με αυτό, ο ύπνος της είναι ήσυχος και το αύριο γεμάτο γιορτή.





