Η νύφη ξεκαθάρισε ότι στο εξοχικό δεν πρόκειται να δουλέψει, αλλά τον καρπό της σοδειάς ήρθε να τον μαζέψει

Μα, Χρυσάνθη, σε παρακαλώ, πάλι τα ίδια; Τα χουμε πει: το εξοχικό είναι για ξεκούραση, για να γεμίσει η ψυχή μας λίγο ήλιο, όχι κάτεργο. Εγώ ήρθα εδώ να πάρω αέρα, όχι να σκύβω πάνω απ τις ντομάτες με τα νύχια μου φρεσκοβαμμένα και τη μέση διαλυμένη απ το γραφείο. Όλη βδομάδα κολλημένη στο λάπτοπ κι εσύ θες να σκάβω τα σκαμμένα το Σάββατο;

Η Ιφιγένεια τίναξε επιδεικτικά το πλατύγυρο καπέλο της, έχωσε το πρόσωπο πίσω απ τα σκουρόχρωμα γυαλιά, βολεύτηκε στην ξαπλώστρα. Στο ένα χέρι της κρατούσε ένα ποτήρι φραπέ με αφρό, στο άλλο το τελευταίο iPhone. Δεν μπήκε καν στον κόπο να κοιτάξει προς τη Χρυσάνθη, που στεκόταν με τη σκαλίδα μες στον ιδρώτα, σκουπίζοντας το μέτωπό της με άγαρμπη κίνηση.

Η Χρυσάνθη αναστέναξε βαριά. Ο Μάης ζεστός όσο δεν πάει, το χώμα διψασμένο, τα ζιζάνια ξεφύτρωναν σαν φίδια πλάι στα κερασάκια και τα κρεμμύδια. Εκεί παραδίπλα, σε άλλη πρασινάδα, ο άντρας της ο Κώστας, του έφταναν εξήντα κι άλλα τόσα χρόνια, μόνιμα καμπουριασμένος, έσκαβε σιγανά, με μικρές παύσεις για τη μέση του. Η γη όμως δεν περίμενε.

Ιφιγένεια, δεν σου ζητάω να κάνεις τα λιοντάρια, ένα φρεζάρισμα στα φραουλάκια μονάχα, εικοσάλεπτη δουλίτσα. Δες τι γίνηκε το γρασίδι Κι ο Άγγελος όταν ξανάρθει, να χαρεί και λίγο φράουλα καθαρή.

Ο Άγγελός σας, αν θέλει, να πάρει φράουλες απ το Σκλαβενίτη μούγκρισε η νύφη, ακίνητη στην οθόνη της. Όλα έχει το σούπερ μάρκετ, φράουλες, καρπούζια, σύκα του Δεκέμβρη. Γιατί να σκοτώνεστε; Αυτές οι μανίες με τα μποστάνια είναι παλιομοδίτικες. Αν μετρήσεις τα έξοδα σε βενζίνη, λιπάσματα, τα παυσίπονα και τα χέρια μας, η ντομάτα βγαίνει χρυσή.

Αυτός ο διάλογος είχε γίνει ξανά και ξανά, σαν εφιάλτης όπου δεν αλλάζει τίποτα. Από τότε που ο Άγγελοςμοναχοπαίδι της Χρυσάνθης και του Κώσταπαντρεύτηκε την Ιφιγένεια, το εξοχικό έγινε πεδίο μάχης ιδεών. Η Χρυσάνθης κι ο Κώστας πίστευαν πως το καλοκαίρι φέρνει πλούτο, πως το δικό τους, το αγνό, είναι πάντα πιο νόστιμο. Η Ιφιγένεια, παιδί της πόλης, δεν μπορούσε να διανοηθεί την ταλαιπωρία με τα σκουλήκια όταν τα λιλιά και τα μίνι καρπουζάκια σε περιμένουν παγωμένα και μυρωδάτα, έτοιμα για στόρι στο Instagram.

Ο Άγγελος εκείνη την ώρα γυρόφερνε το μπάρμπεκιου, πασχίζοντας να κρατηθεί ουδέτερος. Τον έπιανε η καρδιά του με τους γονείς, τόση δουλειά, τόσο χώμα. Από την άλλη, η Ιφιγένεια ήταν τυφώνας όταν την ενοχλούσες προτιμούσε να παρατήσει τις ντομάτες παρά να κάνει καβγά η γυναίκα του. Και η ίδια έκαιγε τα εγκεφαλικά κύτταρα του Άγγελου: „Ήρθα να ξεκουραστώ. Όχι να γίνω υπηρέτρια!”.

Άφησέ την, μάνα φώναξε απ’ το μπάρμπεκιου, το βράδυ θα ρίξω εγώ λίγο νερό στις γλάστρες.

Μωρέ, νερό χρειάζεται, αλλά και χέρι δεν βλάπτει μουρμούρισε ο Κώστας. Έλα, Χρυσάνθη μου, μόνοι μας.

Χείλη σφιγμένα, η Χρυσάνθη ξανάσκυψε στις φραουλιές, μα τα σπλάχνα της κόμπιασαν σαν την πνοή του μαΐστρου. Δεν ήταν ότι δεν άντεχετο αγαπούσε το χώμα. Το θέμα ήταν αλλού: αυτή κι ο Κώστας έχτισαν το σπίτι, φύτεψαν κάθε δέντρο με το όνειρο να γεμίζει ζωή, να δουλεύουν και να χαίρονται όλοι μαζί, όχι να έχουν γίνει το προσωπικό χαλάρωσης των νέων.

Το καλοκαίρι πέρασε αργά σαν όνειρο μακρινό και ζεστό. Σαββατοκύριακα ίδια. Ο Άγγελος κι η Ιφιγένεια έφταναν Παρασκευή βράδυ, με καραβάνα γύρο, σαλάτες, τούρτες του φούρναρη. Εκείνη κοιμόταν μέχρι το μεσημέρι, μετά φορούσε μπικίνι, ξάπλωνε σε πικέ κουβέρτα (που ο Κώστας έκοβε το γκαζόν για να είναι ίσιωμα), ενώ η Χρυσάνθη δεν προλάβαινε να πάρει ανάσα: ξεχορτάριασμα, πότισμα, μαγείρεμα, ζύγισμα του ήλιου με το αν οι μελιτζάνες άντεχαν μέχρι βράδυ. Στην κουζίνα η Ιφιγένεια χειρότερη κι απ το φίδι:

Αχ, Χρυσάνθη, αν δεν είσαι εσύ Τα γεμιστά σου δεν τα πετυχαίνω ποτέ. Θείο φαγητό! Φτιάξε και τις πίτες με τα χόρτα σου πάλι…

Η Χρυσάνθη μαλάκωνε μ ένα γλυκόλογο και λησμονούσε την αγωνία της για λίγο.

Κάποια μέρα, όταν οι βατομουριές γέμισαν γλυκά μούρα, ήρθε η στραβή. Τα βατόμουρα έπρεπε να μαζευτούν αλλιώς θα πέφταν στο χώμα. Η Χρυσάνθη είχε πίεση, το κεφάλι της γύριζε σαν καρουζέλ.

Ιφιγένεια, πήγαινε να μαζέψεις βατόμουρα, να κάνουμε λίγη μαρμελάδα. Και το χειμώνα για σένα, παιδί μου.

Η Ιφιγένεια έκανε γκριμάτσα, κοιτώντας τον άγριο θάμνο.

Εκεί κάτω καίει η τσουκνίδα κι έχει κουνούπια. Να πάω στο Μετρό να σας πάρω έτοιμη μαρμελάδα καλύτερα;

Δεν θέλω μαρμελάδα του εμπορίου! ξέσπασε η Χρυσάνθη. Αυτή γεμάτη συντηρητικά. Μισή ωρίτσα δουλειά, τόσο δύσκολο είναι;

Είναι! πέταξε η Ιφιγένεια. Να μαζεύετε ό,τι θέλετε. Εγώ έτσι κι αλλιώς προσέχω τη σιλουέτα μου.

Τελικά ο Άγγελος μάζεψε τα βατόμουρα, με γρατζουνιές παντού, ενώ η Ιφιγένεια λουζόταν. Τον λυπήθηκε η Χρυσάνθη, τον κοίταξε με κατανόηση. Τα μάζεψε μόνη, τα βρασε και τάκισε στη δροσιά του κελαριού.

Ο Αύγουστος φούσκωσε τις ντομάτες, οι πιπεριές έλαμψαν στον ήλιο. Η μεγάλη αγωνία ξεκίνησε: μάζεμα, ξεδιάλεγμα, κονσέρβες και βάζα. Αρώματα από άνηθο, σκόρδο κι αμπελόφυλλα ανέβαιναν ως τη σιέστα της Ιφιγένειας.

Η Ιφιγένεια πηγαινοερχόταν σαν περήφανη πασαρέλα μπροστά από τα βάζα.

Μμμ, τι μυρωδιές! Άγγελε, να πάρουμε παραπάνω; Τα πίκλες κι οι λιαστές ντομάτες είναι όλα τα λεφτά. Έκανες και εκείνο το λετσό το περσινό που φάγαμε μια μέρα μία ολάκερη;

Έκανα, απάντησε λακωνικά η Χρυσάνθη, τα χέρια της τρέμανε, τα πόδια πονούσαν, δεν κάθισε παρά μια φορά όλη μέρα.

Υπέροχα! Θα πάρουμε τα περισσότερα, έτσι κι αλλιώς τα του εμπορίου ξίδι βγάζουν στα δόντια.

Η σιωπή έπεισε τον Κώστα να κάνει απλώς ένα νεύμα στη γυναίκα του: „Ξέρουμε, δεν αλλάζει τίποτα εδώ”.

Ο Σεπτέμβρης έφερε το μάζεμα πατάταςτο τελικό τεστ κάθε εξοχικού. Τρύγοι, ξεδιάλεγμα, κατέβασμα στο κελάρι. Η Χρυσάνθη περίμενε να βοηθήσουν επιτέλους οι νέοιείχε φυτέψει για δύο οικογένειες.

Όμως Παρασκευή βράδυ, τηλεφώνημα Άγγελου:

Μαμά, δεν θα ρθουμε. Η φίλη της Ιφιγένειας έχει γενέθλια, μας κάλεσαν στη Γλυφάδα. Μήπως να το αφήσουμε για άλλο Σαββατοκύριακο;

Άγγελε, τότε έχει βροχές, του απαντά ήσυχα.

Ε, τότε… βρείτε κάναν εργάτη. Σου στέλνω χρήματα. Οι ντόπιοι όλο ζητάνε μεροκάματο.

Η Χρυσάνθη κλείνει το τηλέφωνο νιώθοντας φθινοπωρινό ψύχος να μπαίνει στο κόκαλο. Μόνη με τον Κώστα βγαίνουν στο χωράφι. Δυο μέρες το κορμί τους σπασμένο, πλάτες κομμένες στα τρία, διαλείμματα για σπρέι στο γόνατο και σταγόνες για την καρδιά. Μα τέλος είκοσι πέντε σακιά πατάτα, καρότα, κολοκύθια, κρεμμύδια, το κελάρι φίσκα.

Δυο βδομάδες αργότερα, όταν όλα ησύχασαν κι ο κήπος άρχισε να λυποψυχεί για το χειμώνα, ήρθαν. Με άδεια τελάρα και κουτιά.

Χαίρεται! μπήκε κεφάτη η Ιφιγένεια. Ήρθαμε για τη σοδειά. Πάμε Άγγελε, πάρε τελάρα για το κελάρι. Εγώ θα διαλέξω τα καλύτερα βάζα.

Κοντοστάθηκε στο ψυγείοδίνει μια δαγκωνιά στο τραγανό μήλο.

Τέλεια μήλα! Θέλουμε τουλάχιστον πέντε τελάρα για το μπαλκόνι. Και πατάτες τρεις σακούλες. Καρότα, κρεμμύδια, κι όλα τα βάζα με αγγουράκια, ντομάτες στο ζουμί, να πάρουμε και λίγο λετσό και τη μαρμελάδα τη βατομουριάς, αφού έγινε.

Η Χρυσάνθη κοίταζε έξω, σιωπηλή. Θυμήθηκε τον ιδρώτα, τους κουνούπια, το αβάσταχτο πότισμα, τον Κώστα με τη ζώνη στη μέση, τη νύφη να πίνει φραπέ στην αιώρα κι ύστερα να μιλάει για „ασύμφορο μποστάνι”.

Κώστα, έλα, μουρμούρισε.

Ήρθε δίπλα της.

Τους βλέπεις;

Τα βλέπω, Χρυσάνθη.

Τι θα κάνουμε;

Ό,τι αποφασίσεις. Εσύ δουλεύεις εδώ, εσύ έχεις τα λεφτά στο λάδι.

Η Χρυσάνθη ίσιωσε τη ράχη και βγήκε στην αυλή.

Άγγελε, άφησε κάτω τα τελάρα, είπε καθαρά.

Ο γιος γύρισε παραξενεμένος. Η Ιφιγένεια πάγωσε πάνω απ’ τα μήλα.

Τι έγινε, μαμά; Θέλεις τα κλειδιά του κελαριού;

Δεν θα χρειαστείτε κλειδιά ούτε τελάρα. Τα τελάρα σας, αδειανά πίσω στο αυτοκίνητο.

Τι εννοείτε; γκρίνιαξε η Ιφιγένεια. Ήρθαμε για τα τρόφιμα! Έρχεται χειμώνας.

Ακριβώς. Κι όπως είπε ο Αίσωπος, „ο τζίτζικας που δεν δούλεψε, δεν έφαγε”. Θυμάσαι το μύθο;

Μαμά, πλάκα κάνεις; Τόση πατάτα μάζεψες, να σαπίσει;

Ε, αν σαπίσει, δική μας θα σαπίσει. Ή θα μοιράσουμε στους φίλους μας. Εσείς όμως, τίποτα, ούτε μια κονσέρβα.

Έτσι τιμωρία; Θα στερηθεί ο Άγγελος φαγητό από τη μάνα του;

Όχι τιμωρία. Δικαιοσύνη. Όλο το καλοκαίρι έλεγες πως η λαϊκή έχει τα πάντα φτηνότερα. Ορίστε: πηγαίνετε στη λαϊκή, θα βρείτε καθαρές πατάτες, συσκευασμένες, τίγκα στο κερί.

Τα έτοιμα είναι χημικά! πετάχτηκε η Ιφιγένεια.

Για το σπιτικό μας πληρώνεις με δουλειά. Δεν άγγιξες φυτό. Ήρθες για τα έτοιμα. Ε, όχι πια. Η μπουτίκ έκλεισε.

Κοκάλωσε ο Άγγελος, κατακόκκινος, ντρεπόταν. Θυμήθηκε τα παραμύθια που δεν πίστευε μικρόςτώρα όλα βγάζαν νόημα.

Συγγνώμη, μαμά, συγγνώμη, εσύ Κώστα. Δεν το κατάφερα… Θα πάμε Ιφιγένεια, έλα στο αυτοκίνητο.

Δεν πάω πουθενά! τράνταξε το πόδι η Ιφιγένεια. Αυτό είναι αίσχος! Θα το μάθουν όλοι όλοι! τι μάνα έχεις!

Τώρα στο αυτοκίνητο! γκάριξε ο Άγγελος και έτρεξαν τα πουλιά απ τη μουριά.

Η Ιφιγένεια, πρώτη φορά είδε αυτό το βλέμμα στον σύζυγό της. Κατέβασε το κεφάλι και, κάνοντας θόρυβο με την πόρτα, μπήκε στο αμάξι.

Ο Άγγελος πλησίασε με σκυφτό βλέμμα.

Συγγνώμη πάλι Έχω άδικο. Δεν φερθήκαμε καλά.

Πήγαινε, παιδί μου. Μόνο να θυμάσαι: όποιος μόνο παίρνει, τίποτα δεν γεύεται στ’ αλήθεια. Αγάπη είναι και το να βοηθάς και να σέβεσαι. Εκεί είναι η βάση.

Φιληθήκανε. Η σιγή του φθινοπώρου απλώθηκε σαν πέπλο. Μόνο τα κιτρινωπά φύλλα στριφογύριζαν στα δύσβατα μονοπάτια.

Μήπως ήμασταν σκληροί; ρώτησε ο Κώστας.

Αλλιώς δε μάθαιναν ποτέ πως τα κουλουράκια δεν φυτρώνουν στα πεύκα.

Οι μήνες κύλησαν σαν παγωμένο ρυάκι. Άγγελος μια-δυο φορές πήρε τηλέφωνο με κουβέντες αμήχανες, η Ιφιγένεια τίποτα.

Ήρθε χειμώνας. Στην πολυκατοικία του Παλαιού Φαλήρου, τα βάζα με τα γλυκά, οι πατάτες με τους τραγανούς αγγούρους έκαναν κάθε ψυγείο και κελάρι να ευωδιάζει.

Λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, χτύπησε το κουδούνι. Ο Άγγελος μόνος, μ’ ένα τσουβάλι και ένα μπουκέτο γαρύφαλλα.

Καλησπέρα, μαμά. Μπορώ να μπω;

Έλα, κάθισε. Κώστα, Άγγελος!

Ήπιαν τσάι, δοκίμασαν βατομουρίτσα. Ο Άγγελος φαινόταν πιο αδύνατος αλλά πιο μεγάλος.

Η Ιφιγένεια; ρώτησε διστακτικά η Χρυσάνθη.

Καλά, δουλεύει. Εγώ Σου λέω, πήραμε πατάτες απ το σούπερ. Καμία γεύση, σκέτο σαπούνι. Οι πίκλες του εμπορίου γεμάτες ξίδι. Τα πετάξαμε όλα.

Χωρίς λέξη, η Χρυσάνθη ξαναγέμισε το φλιτζάνι.

Της λέω: „Να, η διαφορά. Θες να τρως νόστιμα, να δουλεύεις”. Τα βάλαμε κιόλας Αλλά κατάλαβε. Πρότεινε μάλιστα μήπως του χρόνου βοηθήσει εκείνη στο παρτέρι, κι εγώ στη θερμοκηπίου. Να συνεισφέρουμε. Κι εδώ Βγάζει φάκελο με ευρω. Δεν τα δίνω ως χρέος, αλλά ως μερίδιο στην επόμενη σπορά.

Ο Κώστας ετοιμάστηκε να αρνηθεί, αλλά η Χρυσάνθη χάιδεψε το μπράτσο του.

Θα τα δεχτούμε ως δωρεά για νέα σπορά. Να φτιάξουμε τη θερμοκηπίου, να πάρουμε σπόρους καλούς. Η συνεισφορά σας.

Άνοιξε την κασέλα με τα „μυστικά”: παστά, σπιτικές ντομάτες, πιπεριές, γλυκά και πατάτες.

Και του χρόνου, μόνοι μας δεν θα δουλεύουμε χαμογέλασε ο Κώστας. Έχει χώμα για όλους και ο γύρος μετά θα έχει άλλη γεύση!

Ο Άγγελος έφυγε, αλλά η Χρυσάνθη έμεινε για ώρα να κοιτά τη γειτονιά λουσμένη στο χιόνι. Ένιωσε ελαφριά, σαν παγωμένο τζάμι που ζεσταίνεται με το πρώτο φως. Η οικογένεια είχε πάρει το μάθημα, σκληρό μα τίμιο. Κι ήξερε πως το καλοκαίρι, ίσως, το μπλε τραπεζομάντηλο του εξοχικού θα ξαναγεμίσει από χέρια που δουλεύουν, χαμογελάνε, αγαπούν.

Και την Πρωτοχρονιά, στο τραπέζι των μικρών, μπροστά στα μανιτάρια, η Ιφιγένεια έγειρε και ψιθύρισε:

Άγγελε, να βάλουμε παραπάνω κολοκυθάκια φέτος; Έχω μια συνταγή για κολοκυθόσουπα που λένε δεν τη φτάνει τίποτα του εμπορίου. Να το φτιάξω εγώ.

Κι αυτό ήταν το πιο περίεργο αλλά και όμορφο δώρο για τη Χρυσάνθη, που της το εκμυστηρεύτηκε ο γιος της.

Αν σας άρεσε αυτή η σουρεαλιστική οικογενειακή ιστορία, αφήστε ένα „Ναι” ή ένα „Όχι”. Εσείς, με ποιανού το πλευρό είστε;Η Χρυσάνθη κράτησε εκείνη τη στιγμή σαν μυστικό θησαυρό στην καρδιά της. Δεν είπε τίποταμόνο χαμογέλασε πλατιά, ένα χαμόγελο που ζέστανε όλους γύρω από το τραπέζι. Και καθώς οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν έξω απ το παράθυρο, έκανε την ευχή της: να ναι πάντα το σπιτικό τους γεμάτο φωνές, μυρωδιές και μοιρασμένες χαρές.

Το μικρό τραπέζι λούστηκε στο φως των κεριών, τα ποτήρια γέμισαν κρασί και πάνω στο πρώτο χειμωνιάτικο ψωμί κάθισε μαρμελάδα βατομουριάςεπιτέλους, δοσμένη από χέρια που λέρωνε το χώμα, πριν τη γλυκάνει το μέλι της συγχώρεσης.

Κάποιος είπε «καλή χρονιά», κάποιος άλλος μοιράστηκε ιστορίες απ το καλοκαίρι, κι οι παλιές γκρίνιες έλιωσαν όπως το χιόνι στη σόμπα. Για πρώτη φορά, κανείς δεν ένιωθε υπηρέτης ή επισκέπτηςόλοι ήταν συντροφιά, απλοί άνθρωποι κάτω από μια στέγη, που κατάλαβαν πως ο αληθινός πλούτος φυτρώνει στις μικρές θυσίες και στη μεγάλη, ανόθευτη αγάπη.

Και κάπως έτσι, χωρίς πολλά λόγια, ξεκίνησε η πιο γλυκιά χρονιά της οικογένειας: με χώμα στα γόνατα, χαμόγελο στα χείλη, και υποσχέσειςφεγγαράτες και αληθινέςγια νέες ρίζες που θα μεγαλώσουν μαζί τους, κάθε εποχή ξανά και ξανά.

Oceń artykuł
Η νύφη ξεκαθάρισε ότι στο εξοχικό δεν πρόκειται να δουλέψει, αλλά τον καρπό της σοδειάς ήρθε να τον μαζέψει