Αγαπημένο ημερολόγιο,
Σήμερα, μετά από χρόνια σκέψης, πήρα την απόφαση που ήθελα να ακολουθήσω εδώ και καιρό: θα υιοθετήσω ένα παιδί από το ορφανοτροφείο. Ο Γιάννης, ο σύζυγός μου, με άφησε για μια νεότερη, πιο «επιτυχημένη» γυναίκα, και εγώ, μετά από έξι χρόνια μαζί του, έφυγα από το σπίτι μας χωρίς παιδιά. Ένιωσα πως η οικογενειακή ζωή με άφησε άπληστη· δεν είχα ούτε τη δύναμη ούτε την επιθυμία να προσπαθήσω ξανά να δημιουργήσω μια σχέση «μέσα στις καταιγίδες και στα ήρεμα». Αποφάσισα πως η ενέργειά μου θα δαπανηθεί όχι για έναν σύντροφο, αλλά για ένα παιδί που πραγματικά τη χρειάζεται.
Άρχισα αμέσως τις προετοιμασίες: πήγα στο Κοινωνικό Γραφείο της Αθήνας, συνέλεξα όλα τα απαραίτητα έγγραφα, έγραψα την αίτηση και περίμενα την επόμενη κλήση. Το μόνο που με ενδιέφερε τώρα ήταν να βρω το μικρό αγόρι που θα γίνει το «συνέχεια» της ψυχής μου, το παιδί στο οποίο θα μπορέσω να μεταδώσω τη ζεστασιά που έχω μαζέψει σε 38 χρόνια.
Δεν ήθελα ένα μωρό· η ηλικία μου έχει περάσει το στάδιο που με τράβηξε ξαφνικά το «να μην κοιμάμαι», το «να το λουσίζω», το «να το κουδουνίζω» εκείνες οι στιγμές που οι νέες μητέρες μιμούνται αδερφές. Έτσι, έπρεπε να ψάξω για ένα μικρό παιδί τριώνπέντε ετών, που θα μπορούσα να φροντίσω με γονιμότητα και αγάπη.
Καθώς έβγλα από το σπίτι μου, πήγα με το τραμ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ήμουν τρεμάμενη σαν να έβλεπα το πρώτο ραντεβού, δεν πρόσεχα πως η άνοιξη είχε ντυθεί τελείως στην Αθήνα: ανοιχτός ουρανός, ήλιος που έλαμπε σαν χρυσό, λίγο ψυχρό αεράκι που έφερνε τη μυρωδιά του θυμαριού. Το τραμ έτριζε στις στροφές του, κι εγώ η σκέψη μου ήταν μόνο το παιδί που ακόμα δεν είχε γεννηθεί στη ζωή μου, αλλά που ήξερα ήδη ότι θα ήταν το «προορισμός».
Στο παράθυρο του τραμ, η πόλη ζούσε: αυτοκίνητα που έλαμπανε στα γυάλια τους, πεζοί που έσπερναν στα δρομάκια. Κανείς δεν ήξερε ότι η Νικήτα (όπως με αποκαλούσαν τα στενά μου φίλοι) έβγαινε σε δρόμο για να συναντήσει τη δική της ευτυχία. Στο μπαίνει η σκέψη μου, στέλνω ένα χαμόγελο στον άγνωστο μελλοντικό μου γιο, που θα συναντηθούμε σε λίγα λεπτά.
Στο σταθμό «Ορφανοτροφείο Αγγέλου Μαρίνου» στάθηκε το τραμ και κατέβηκα. Μπροστά μου ξεπρόβαλε ένα παλιό αρχοντικό με κολόνες που είχαν χάσει το λευκό τους, καλυμμένες από μισο-χρωματιστά, σαν να προσπαθούσαν να κρύψουν κάτι. Ο φρουρός με διέπερι στη γραμματεία, και εκείνη με έστειλε στο γραφείο της διευθύντριας.
Η διευθύντρια ήταν μια φημισμένη κυρία, με ένα χοντρό, σκουριασμένο παλτό-κρόμα, που έμοιαζε να έχει ξεχάσει τις εποχές. Παρά το εξωτερικό της, έβλεπα στα μάτια της την εμπειρία μιας ζωής γεμάτης δουλειά. Μίλησαν γρήγορα, επειδή και οι δύο είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο μόχλευα τη μέρα πριν.
«Θέλεις να δούμε τα παιδιά;» με ρώτησε, σηκώνοντας το καναπέ της.
Ακολούθησα την κίνηση της, περπατώντας στο σκοτεινό διάδρομο με μπλε-πράσινους τοίχους. Η διευθύντρια μας πείσε: «Η μικρή ομάδα είναι στο παιχνίδι, ας πάμε εκεί.»
Μπαίνοντας στην αίθουσα, είδα περίπου δεκαπέντε παιδιάκορίτσια και αγόριανα παίζουν στο χαλί, ανάμεσα σε ράφια γεμάτα παιχνίδια. Μια παιδαγωγός κάθοντο στο παράθυρο, γράφοντας κάτι, και έτρεχε το βλέμμα της, επιτηρώντας τη σειρά.
Τα παιδιά, μόλις είδαμε τις ενήλικες, έσπρωξαν γεμάτα ενθουσιασμό. Μεγάλωσαν γύρω από εμάς, αγκάλιασαν τρυφερά τόσο μένα όσο και την διευθύντρια, σήκωσαν τα κεφάλια τους και φώναξαν:
«Μαμά είν εδώ! Εδώ!»
«Αυτή είναι η μαμά μου, την αναγνώρισα! Στην όνειρό μου τη ζω!»
«Πάρε με, είμαι η κόρη σου!»
Η διευθύντρια άγγιζε απαλά τις κεφαλές μας, δίνοντας σύντομες περιγραφές για κάθε παιδί. Εγώ, όμως, έμεινα άτακτηήθελα όλα τα παιδιά, αλλά ειδικά το αγόρι που καθόταν μόνο του, στην άκρη, κοιτάζοντας το παράθυρο.
Πλησίασα τον μικρό αυτό. Άγγισα το κεφάλι του με τη χέρι μου. Τα μάτια του, ελαφρώς ανοιχτά, είχαν ένα ασαφές χρώμα, που ταιριάζει με το σγουρό πρόσωπό του, τη φαρδιά μύτη και τα αχνά φρύδια. Ήταν πολύ διαφορετικό από το όνειρο που είχα φανταστεί. Το παιδί, με φωνή που έμοιαζε με ψίθυρο, μου είπε:
«Τέλος πάντων δεν θα με επιλέξεις.»
Κοιτάζονταν με αγκάλιασμα μου, σαν να μου έλεγε κάτι πιο βαθύ.
«Γιατί νομίζεις έτσι, μικρέ μου;» ρώτησα, κρατώντας το κεφάλι του.
«Επειδή είμαι ροζάρης και συχνά αρρωσταίνω. Έχω και μια αδερφή, η Νελένη, μικρή, στο μικρό τμήμα. Κάθε μέρα τρέχω στον κήπο της και της αγγίζω το κεφάλι για να θυμάται πως έχω αδερφό. Με λένε Βασίλης, και χωρίς τη Νελένη δεν μπορώ τίποτα.»
Από το άγχος του, άρχισε να ρέει μύτη. Καθώς τα δάκρυα του έφτασαν στα χείλη μου, συνειδητοποίησα ότι όλη μου η ζωή περιμένει αυτό το ροζάρι, αυτό το παιδί που συχνά είναι άρρωστο, και την αδερφή του που δεν έχω γνωρίσει, αλλά την αγαπώ ήδη· είναι το κομμάτι που μου λείπει.
Αυτή τη νύχτα, κλείνοντας το ημερολόγιο, νιώθω κάτι ανάμεσα στην ελπίδα και στην φοβία. Αν και δεν ξέρω τι θα φέρει το μέλλον, ξέρω ότι η καρδιά μου είναι έτοιμη να λάβει το Βασίλη και τη Νελένη, να τους προσφέρω το φως που κρύβεται μέσα μου. Η ζωή μου αλλάζει, και αυτή τη φορά δεν θα φεύγω από το πλευρό τους. Στο επόμενο γράψιμο θα γράψω πώς θα είναι η πρώτη μας μέρα μαζί.





