Η Νεράιδα Ήδη από την έκτη τάξη ήταν φανερό πως η Λίζα Μπογκατσέβα θα γινόταν εξαιρετική γιατρός. Τότε, το αγόρι της διπλανής πολυκατοικίας έπεσε από τις κούνιες και χτύπησε άσχημα το γόνατο και το κεφάλι του. Η σκηνή δεν ήταν για ευαίσθητους, όμως η 12χρονη Λίζα δεν έχασε την ψυχραιμία της. — Γιαννούλα, φέρε γρήγορα νερό, γάζα και οξυζενέ! — φώναξε στην κολλητή της, που έμενε ακριβώς απέναντι, κι εκείνη έτρεξε δίχως δεύτερη σκέψη σπίτι. Όταν έφτασε κατατρομαγμένη η θεία Τάνια, η μητέρα του αγοριού, που έμαθε αμέσως τα νέα, η Λίζα ήδη είχε καθαρίσει, περιποιηθεί και δέσει με επαγγελματισμό τα τραύματα. Όταν η γυναίκα έμαθε ποιος έδωσε τις πρώτες βοήθειες, έμεινε άφωνη. — Γιατρός θα γίνεις, και μάλιστα σπουδαία γιατρός! Μπράβο σου, κορίτσι μου! Πολλοί γιατροί δεν ξέρουν να φερθούν έτσι. Στις κατασκηνώσεις, η Λίζα ήταν αναντικατάστατη. Κανείς δεν ήθελε να τραυματιστεί, αλλά με τη Λίζα Μπογκατσέβα τα πράγματα ήταν λιγότερο τρομακτικά. Ύστερα ήρθε η Ιατρική, το αγροτικό, η ειδικότητα, και αμέτρητα σεμινάρια. Μια μέρα, ως θεράπουσα ιατρός, χρειάστηκε να αντικαταστήσει προσωρινά την προϊσταμένη του τμήματος λειτουργικής διάγνωσης. Στη δουλειά, η Ελισάβετ Αλεξάνδρου, πλέον Τιχόνοβα, είχε κερδίσει τον απόλυτο σεβασμό. Το προσωπικό ήταν εξαιρετικό, εκτός ίσως από τον ηλικιωμένο αναπληρωτή διευθυντή, τον κύριο Βλαδίμηρο Στεπάνοφ, γκρινιάρη, καβγατζή και… πραγματικό ενεργειακό βαμπίρ. Το ψωμί δεν το ήθελε τόσο όσο τον καβγά! Η Λίζα προσπαθούσε να μην απαντά στις προκλήσεις του, μα μόνο εκείνη ήξερε πόσο της κόστιζε! Το μόνο παρήγορο ήταν πως συναντιούνταν σπάνια, της μίας φοράς ανά βδομάδα στην ιατρική επιτροπή για τους νέους ασθενείς, αλλά και αυτές οι στιγμές ήταν κουραστικές. Ο Στεπάνοφ συνήθιζε να τσακώνεται με την Ελισάβετ και έβγαζε συνεχώς δηλητηριώδεις ατάκες. Βλέποντας πως εκείνη προσπερνούσε, πείσμωνε ακόμη περισσότερο. — Απαράδεκτος άνθρωπος, — έλεγε στον άντρα της στο δείπνο. — Ορκίζομαι, πάντα προσπαθώ να φερθώ με σύνεση, μα νιώθω ότι το κάνει επίτηδες. — Είμαι σίγουρος πως στο τέλος θα τα καταφέρεις — της χαμογέλασε ο Βαλεντίνος. — Είσαι διπλωμάτισσα από τις λίγες! — Αυτό που λέει ο μπαμπάς είναι αλήθεια, — επιβεβαίωσε ο 13χρονος Μαξίμος. — Άμα βαρεθείς την Ιατρική, να γίνεις διπλωμάτης! — Θα το σκεφτώ! — γέλασε η Λίζα. Πάντα ήταν διπλωματική, μα όσο νάναι άνθρωπος και όχι ρομπότ, κι οι αντοχές της είχαν όρια. Ήξερε: κάποια στιγμή θα «έσπαγε» για σοβαρό λόγο. Την επόμενη μέρα συνέβη το αναπόφευκτο στην επιτροπή. Η Ελισάβετ παρουσίαζε το ιστορικό μιας εξηντάχρονης ασθενούς. Κατά κανόνα, ο ασθενής αποχωρούσε για να συζητήσουν οι γιατροί μεταξύ τους. Εκείνη τη φορά, η κυρία ρώτησε με δάκρυα στα μάτια: — Πες μου μόνο τούτο, είναι σοβαρά; Θα γίνω καλά; Έχω και εγγονή ορφανή να μεγαλώσω. Η φωνή της λύγισε, τα μάτια της γέμισαν ελπίδα. Πριν η Λίζα προλάβει να την καθησυχάσει, ο Στεπάνοφ διέκοψε βροντερά: — Με αυτή τη διάγνωση; Ούτε ένας λογικός γιατρός δεν θα σου δώσει εγγυήσεις! Τόσα χρόνια τι σκεφτόσουν; Η κυρία πάγωσε, τα χείλη της έτρεμαν, ο Στεπάνοφ συνέχισε αμείλικτος: — Ξέρω εγώ εσάς! Πρώτα αντέχετε, μετά αυτοθεραπεύεστε, και στο τέλος έρχεστε στον γιατρό! Εμείς δεν είμαστε θεοί… Η καημένη δεν άντεξε και έφυγε κλαίγοντας. Η Λίζα θύμωσε με τον εαυτό της που δεν αντέδρασε. Τόση αγένεια σε μια ηλικιωμένη ασθενή που ήδη δοκιμάζεται! Αργότερα συζητώντας με τη διευθύντρια, συμφώνησαν: ο κύριος Στεπάνοφ είχε ίσως το δίκιο του, αλλά όφειλε να ήταν πιο ανθρώπινος και ευγενικός. Η Λίζα δεν άντεξε άλλο. Ώρα να του μιλήσει ανοιχτά! — Κύριε Στεπάνοφ, με κάθε σεβασμό, υπερβήκατε τα όρια! — Τι έκανα πάλι; — απάντησε αδιάφορα εκείνος. — Δεν είμαστε μάγοι, και οι ασθενείς πρέπει να το καταλάβουν. Βλέποντας τη φανερή του ικανοποίηση, η Λίζα τράβηξε ευθεία: — Στο να θεραπεύσεις νωρίς μια ασθένεια έχετε δίκιο. Αλλά το να γκρεμίζεις κάθε ελπίδα είναι τραγικό! Πόσο μόχθησα να πείσω αυτήν τη γυναίκα να αρχίσει θεραπεία, και εσείς σε μια φράση τα διαλύσατε όλα… Ε, όχι! Ο Στεπάνοφ πήγε να υψώσει πάλι φωνή, μα κατάλαβε ότι μαζί της δεν θα τα βγάλει πέρα. Εκείνη ήταν γεμάτη αυτοπεποίθηση — και αυτό είχε «τιμή». Μετά μίλησαν μόνοι. Ο κύριος Στεπάνοφ εμφανίστηκε αμήχανος, με βαλεριάνα στο χέρι, και της ζήτησε διστακτικά συγγνώμη. Η Λίζα συγκινημένη έσβησε τον θυμό της: — Κύριε Στεπάνοφ, κι εσείς έχετε δίκιο — αλλά αποστολή μας είναι να δίνουμε ακόμη και λίγη ελπίδα. Αυτή συχνά κάνει θαύματα. — Το ξέρω, το ξέρω, — ψέλλισε εκείνος… Και η σχέση τους άλλαξε. Πλέον συζητούσαν ήρεμα, έπιναν μαζί καφέ, συναντιούνταν καμιά φορά και στο καφέ της Γενικής Κλινικής Αθηνών όπου εργάζονταν. — Δεν υπάρχει ευτυχία στη ζωή, — κάποτε της εμπιστεύτηκε. — Ίσως γι’ αυτό είμαι έτσι σκληρός. Πέρασε η ζωή και δεν πρόλαβα τίποτα… — Πώς δεν προλάβατε; Πιάσατε υψηλή θέση! — Σωστά, αλλά ευτυχία δεν βρήκα… Κάποτε είχα. Τώρα γλίστρησε. Η Ελισάβετ τον κοιτούσε όλο και με περισσότερη συμπάθεια. Ακόμα και το προσωπικό άρχισε να σχολιάζει την αλλαγή στον ποτέ σκυθρωπό αναπληρωτή διευθυντή: — Τι του έκανες και χαμογελάει; — τη ρώτησε η νοσοκόμα Άλμπινα στο γυναικοπαρέα τσάι της Παρασκευής. — Κορίτσια, τίποτα το ιδιαίτερο, — απάντησε γελώντας η Λίζα. — Το κουτί άνοιξε απλά. Πλέον όλες συμφωνούσαν: βασικό είναι η αυτοεκτίμηση, όποια κι αν είσαι — γιατρός ή καθαρίστρια. Λίγο αργότερα έσκασε και η είδηση: — Ο κύριος Στεπάνοφ παντρεύεται! — ανακοινώνει μ’ ενθουσιασμό η καστελιάνα Κατερίνα. Αποσβολωμένες όλες, «πού το είδε αυτό;», απορούν, και μαθαίνουν πως νύφη του θα είναι μια ασθενής, ίσως η ίδια η Βερόνικα, για την οποία είχε γίνει ο μεγάλος τσακωμός. Η Λίζα το διαισθάνεται και συγκινείται. Ο Στεπάνοφ ήρθε και της το ομολόγησε ο ίδιος, ευτυχισμένος, καλώντας την οικογένειά της στον γάμο: όλα έγιναν χάρη στο ήθος και τη διπλωματία της Ελισάβετ. Την ημέρα του γάμου η Βερόνικα είναι μεταμορφωμένη: νέα, φωτεινή, γεμάτη ελπίδα. Και όλοι ευγνωμονούν τη Λίζα, που ήταν πράγματι η νεράιδα του νοσοκομείου.

Η Νεράιδα

Ήδη από την πρώτη γυμνασίου φαινόταν ξεκάθαρο πως η Λυδία Παπαστεργίου θα γινόταν εξαιρετική γιατρός. Εκείνο το απόγευμα, ένας πιτσιρικάς από τη γειτονιά είχε πέσει από την κούνια και είχε χτυπήσει άσχημα το γόνατο και το κεφάλι του. Το θέαμα ήταν σκληρό, αλλά η 12χρονη Λυδία δεν έχασε την ψυχραιμία της.
Μαριλένα, φέρε μου νερό, γάζες και οξυζενέ! είπε στη φίλη της, που έμενε ακριβώς απέναντι από την παιδική χαρά. Εκείνη έτρεξε δίχως δεύτερη σκέψη στο σπίτι.

Μέχρι να φτάσει η έντρομη κυρία Κατερίνα, η μητέρα του παιδιού, που είχε μάθει τι είχε συμβεί ποιος ξέρει πως, η Λυδία είχε ήδη καθαρίσει, απολυμάνει και περιδέσει τις πληγές με επαγγελματική ψυχραιμία. Όταν η μητέρα έμαθε ποια παρενέβη πρώτη, δε μπορούσε να το πιστέψει.
Θα γίνεις μεγάλη γιατρός, να μου το θυμηθείς. Και καλή. Μπράβο σου, παιδί μου. Από κάποιους γιατρούς δεν περιμένεις τόση φροντίδα, και τώρα κοίτα μια κοπελίτσα!

Στις εκδρομές, η Λυδία ήταν ανεκτίμητη. Κανείς δεν ήθελε να τραυματιστεί, αλλά αν τύχαινε και είχες δίπλα σου τη Λυδία Παπαστεργίου, όλα έμοιαζαν λιγότερο τρομακτικά.

Μετά ήρθε το πανεπιστήμιο, το αγροτικό, ειδικότητα και σεμινάρια, αλλά και ατέλειωτη μελέτη. Μια μέρα, ως γιατρός του νοσοκομείου, της ανετέθη προσωρινά η θέση της προϊσταμένης του Τμήματος Λειτουργικής Διαγνωστικής.

Η Λυδία, πλέον Λυδία Θεοδώρου, είχε κερδίσει τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων. Η ομάδα ήταν εξαιρετική, αν εξαιρέσεις τον γκρινιάρη και δύστροπο διοικητή, τον Δημήτρη Γεωργιάδη, τον οποίο όλοι αποκαλούσαν «βαμπίρ της ενέργειας». Μόνο να τσακώνεται δεν βαριόταν ποτέ. Η Λυδία προσπαθούσε να μην παρασύρεται, αλλά μόνο εκείνη ήξερε πόσο δύσκολο ήταν!

Το μόνο που την παρηγορούσε ήταν πως συναντούσε τον Γεωργιάδη μόνο μία φορά την εβδομάδα, στη συνεδρία των γιατρών εκεί όπου συζητούσαν τα περιστατικά των νέων ασθενών. Αυτές οι συναντήσεις όμως ήταν πάντα σκέτη δοκιμασία.

Ο Δημήτρης συχνά διαφωνούσε μαζί της, κάνοντας καυστικά σχόλια. Φαινόταν να διασκεδάζει κάθε φορά που η Λυδία προσπαθούσε να αγνοήσει τις αιχμές του και αυτό τον πείσμωνε ακόμα περισσότερο.
Απίστευτος άνθρωπος, έλεγε κάθε βράδυ στον άντρα της τον Πέτρο, πάνω στο τραπέζι.
Είμαι σίγουρος πως εσύ θα υπερισχύσεις, τη διαβεβαίωνε εκείνος, χαμογελώντας. Είσαι διπλωμάτισσα πρώτης!
Μαμά, αν βαρεθείς να είσαι γιατρός, μπες στη διπλωματία, της πέταξε ο 13χρονος γιος τους, ο Γιάννης. Και παίρνουν περισσότερα.
Θα το σκεφτώ, γέλασε η Λυδία.

Πάντα ήταν διπλωμάτισσα, μα άνθρωπος πάνω απ όλα. Ήξερε πως ακόμα και η πιο υπομονετική καρδιά έχει όρια και πως μια μέρα, αργά ή γρήγορα, θα ξέσπαγε.

Την επόμενη ημέρα, στη συνεδρία, όλα κυλούσαν όπως πάντα. Η Λυδία παρουσίασε το ιστορικό μιας κυρίας περίπου εξήντα, που καθόταν απέναντί τους.
Συνήθως, μόλις τελείωνε η ενημέρωση, ο ασθενής αν μπορούσε έφευγε, και οι γιατροί συζητούσαν το περιστατικό ιδιαιτέρως.

Μόνο που αυτή τη φορά, η ηλικιωμένη γυναίκα γύρισε και ρώτησε:
Πείτε μου, σας παρακαλώ, είναι πολύ σοβαρά; Θα γίνω καλά; Πρέπει να μεγαλώσω και την εγγονή μου, ορφανή

Έτρεμαν τα χείλη της και τα μάτια της γέμισαν παρακλήσεις. Η Λυδία άνοιξε το στόμα να τη στηρίξει, όταν ο Δημήτρης της αποκρίθηκε με βαριά φωνή:
Με τη διάγνωση σας; Έχετε αφήσει την κατάσταση να φτάσει στο απροχώρητο. Κανένας γιατρός ευσυνείδητος δεν θα υποσχεθεί τίποτε! Πού ήσαστε τόσο καιρό;

Η γυναίκα τα έχασε τελείως. Ο Δημήτρης όμως συνέχισε:
Στην αρχή αντέχετε, μετά αυτοθεραπεύεστε, μα όταν δεν πάει άλλο μας θυμάστε! Εμείς γιατροί είμαστε, όχι μάγοι!

Η καημένη λύγισε, ξέσπασε σε κλάμματα και βγήκε από την αίθουσα. Αργότερα, η Λυδία έβριζε τον εαυτό της που δεν τον σταμάτησε. Αλλά ούτε εκείνη δεν περίμενε τέτοια συμπεριφορά να ξεσπάει έτσι πάνω σε ταλαιπωρημένη ηλικιωμένη.
Και η προϊσταμένη, η κυρία Μαρία Χατζηδάκη, διαφώνησε κουνώντας το κεφάλι της. Όλες ήξεραν πως στη βάση του είχε δίκιο, αλλά θα μπορούσε να μιλήσει με περισσότερη ευγένεια, κυρίως δείχνοντας σεβασμό στην ηλικία.

Τότε, η Λυδία δεν κρατήθηκε πια.
Κύριε Γεωργιάδη, μ όλο τον σεβασμό, τι ήταν όλα αυτά;
Τι να έκανα παραπάνω; Ξέρετε καλά πως αν φερόταν πιο υπεύθυνα, όλα θα ήταν καλύτερα από νωρίς, ανταπέδωσε εκείνος.

Η Λυδία, βλέποντας το αυτάρεσκο χαμόγελό του, σκέφτηκε πως βρήκε ευκαιρία να προκαλέσει ξανά. Δεν θα του έκανε τη χάρη αυτή τη φορά.
Συμφωνώ πως οι ασθένειες αντιμετωπίζονται ευκολότερα στην αρχή. Πόσο δύσκολο ήταν όμως να πείτε μια καλή κουβέντα; Πόσο πάλεψα να πείσω αυτή τη γυναίκα να δεχτεί φροντίδα, εκείνη πίστευε πως θα τα καταφέρει! Και εσείς σε μια στιγμή τινάξατε τα πάντα στον αέρα μπράβο.

Ο Δημήτρης αναψοκοκκίνισε. Πήγε να υπενθυμίσει στο τμήμα ποιος έχει τον πρώτο λόγο, αλλά συνειδητοποίησε πως με τη Λυδία δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Εκείνη είχε αξία δική της και μεγάλη.
Ο Δημήτρης μιλούσε, σχεδόν φώναζε, μα η Λυδία σαν να μην τον άκουγε ένιωθε ασφυξία μόνο στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Όλα της έπεφταν βαριά.

Εκείνη τη στιγμή, της ήρθε να κλάψει, αλλά χαμογέλασε σκεφτική: «Δε θα του δώσω τέτοια ικανοποίηση!» Πήγε στο παράθυρο, και όταν η πόρτα έκλεισε, κατάλαβε πως είχε μείνει μόνη.

Κάθισε στο γραφείο και βούτηξε στην εργασία της όπως πάντα.

Κυρία Λυδία Θεοδώρου, ακούστηκε άξαφνα μια διστακτική φωνή. Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, κατάλαβε πως ήταν εκείνος.
Ο διοικητής κρατούσε στα χέρια του ένα μπουκαλάκι βαλεριάνα, και φαινόταν εμφανώς ταραγμένος. Παράξενο, η Λυδία δεν ένιωσε νίκη τον λυπήθηκε κιόλας. Λέγανε πως ο Δημήτρης ήταν μόνος. Ίσως για αυτό και τέτοιος χαρακτήρας;
Κύρια Λυδία, να, πάρτε λίγο να ηρεμήσετε! συγγνώμη Ίσως να είχατε δίκιο
Δίκιο είχατε κι εσείς, αλλά η δουλειά μας είναι να προσφέρουμε ελπίδα, έστω κι ελάχιστη Καμιά φορά κάνει θαύματα, απάντησε σιγανά η Λυδία.
Ναι, φυσικά, είπε αφηρημένος.

Αυτή την αλλαγή δεν την περίμενε. Καλύτερα όμως να ξεκαθάριζε τα σύνορα όσο ήταν νωρίς.
Κύριε διοικητά, ακούστε καλά: δε θα επιτρέψω ποτέ και σε κανέναν να σηκώσει φωνή μπροστά σε ασθενή, ούτε να αμφισβητήσει τη δουλειά μου είτε είναι καθαρίστρια είτε υπουργός Υγείας.
Ναι, κυρία Θεοδώρου το κατάλαβα.

«Αν όντως το κατάλαβε, καλώς», σκέφτηκε η Λυδία και κοίταξε το ρολόι της. Η ημέρα μόλις ξεκινούσε.

Μια ώρα αργότερα, βρισκόταν στο θάλαμο της ίδιας της ασθενούς. Τη λέγανε Βερόνικα Παπαδοπούλου. Στο κομοδίνο της υπήρχε ένα μπουκέτο τουλίπες. Μόλις είδε τη Λυδία, χαμογέλασε πλατιά.
Ξέρετε, με επισκέφθηκε ο κύριος διοικητής, φανταστείτε! Έφερε και λουλούδια και ζήτησε συγγνώμη. Είπε: «Θα κάνουμε το παν να γίνετε καλά!»
Έτσι πρέπει! Και θα γίνετε, Βερόνικα. Είστε ακόμη νέα θα λέγαμε, δεσποινίς για παντρειά!
Είσαι πειραχτήρι! γέλασε η ασθενής.

Ένα μήνα μετά, η Βερόνικα Παπαδοπούλου βελτιώθηκε θεαματικά. Στη μέρα που πήρε εξιτήριο, ο Δημήτρης της έφερε ένα κουτί Κερκυραϊκά σοκολατάκια.
Ορίστε, λίγο για τη μικρή σας, ψιθύρισε αμήχανα.
Ευχαριστώ! χαμογέλασε η γυναίκα.
Και ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα μόνο για εσάς, συνέχισε πιο σιγανά.
Πόσο όμορφα! Σας ευχαριστώ. Κανείς δεν μου έχει χαρίσει λουλούδια τόσο καιρό. Και, πάνω απ όλα, ευχαριστώ τους γιατρούς ξαναστάθηκα στα πόδια μου!
Να πω και «περάστε πάλι», αλλά, όχι! Μόνο για καφέ, να έρθετε ως φίλη! απάντησε ο Δημήτρης.
Άφωνοι οι παριστάμενοι ο διοικητής είχε μαλακώσει!

Από τότε μεταξύ Λυδίας και Δημήτρη αναπτύχθηκε μια καλή επαγγελματική σχέση. Ο καφές μετά τη συνεδρίαση έγινε συχνός, ακόμα και στο café απέναντι από το νοσοκομείο.

Δεν υπάρχει ευτυχία στη ζωή, της ξομολογήθηκε μία μέρα ο διοικητής. Ίσως γι αυτό έγινα τέτοιος η ζωή πέρασε. Δεν πρόλαβα τίποτα.
Πώς τίποτα; Είσαι διευθυντής, αυτό είναι μεγάλο επίτευγμα!
Ναι, το ξέρω αλλά μου λείπει η ευτυχία. Κάποτε την είχα αλλά χάθηκε.

Η Λυδία κατάλαβε πως άνοιξε την καρδιά του και αυτό της δημιούργησε μια πρωτόγνωρη συμπάθεια.

Το προσωπικό εντόπισε την αλλαγή αλλά ούτε σκέψη για κουτσομπολιά. Η γιατρός Θεοδώρου ήταν υπεράνω, και ο διοικητής ποτέ δεν έμοιαζε για γυναικάς.

Τι του έκανες; ρώτησε μια μέρα η νοσηλεύτρια Άννα, σε γυναικοπαρέα στην κουζίνα του νοσοκομείου. Ούτε χαμόγελο δεν του χα δει!
Κάθε Παρασκευή, οι γυναίκες του νοσοκομείου γιατροί, νοσηλεύτριες, καθαρίστριες έκαναν παρέα στην κουζίνα, έφερναν πίτες, μπισκότα και σπιτική μαρμελάδα.

Τίποτα ιδιαίτερο, παιδιά, όλα είναι θέμα αυτοπεποίθησης και αξιοπρέπειας, είπε η Λυδία. Σ όποια θέση κι αν είσαι!
Εσύ τα λες εύκολα, γιατρέ μου! Εγώ ως καθαρίστρια θα του απαντούσα ποτέ; φοβόταν η Μαρία, ψιθυρίζοντας.
Κάθε ένας αξίζει σεβασμό! Η σχέση με τέτοιους «βαμπίρ» κερδίζεται με αξιοπρέπεια, συμπλήρωσε η ψυχολόγος η Δήμητρα.

Εγώ πάντως λέω πως ο διοικητής είναι απλώς δυστυχισμένος, είπε συλλογισμένα η μαγείρισσα Ελπίδα.
Όλες συμφώνησαν εκτός από τη Λυδία. Εκείνη πλέον το ήξερε καλά.

Κορίτσια, έχασα τίποτα; εισέβαλε λαχανιασμένη η καμαριέρα Αικατερίνη.
Μια χαρά! Αναλύουμε τον διοικητή!
Ώστε έχετε μάθει; αλαφιασμένη φώναξε η Αικατερίνη.
Μάθει τι; πετάχτηκαν οι γυναίκες.
Παντρεύεται ο διοικητής!
Έλα τώρα
Να πούμε πως ήρθε και ο χιονιάς στην Αθήνα;
Μην αστειεύεστε, παιδιά! Λυδία, πες ναι ότι κάτι ήξερες, πετάχτηκε πονηρά η νοσηλεύτρια.
Καμία ιδέα, απάντησε η Λυδία, χαμογελώντας. Μιλήσαμε για πολλά, αλλά όχι γι αυτά!
Καραφάνα, είπε η ψυχολόγος. Αυτοί ποτέ δεν παραδέχονται συναίσθημα!
«Σωστά», σκέφτηκε η Λυδία. «Αλλά με ποια; Άραγε;»

Στο μεταξύ, με ποια παντρεύεται; ρώτησε η Άννα.
Άκουσα με μια ασθενή, απάντησε η Αικατερίνη, βάζοντας τσάι.
Μάλιστα! γέλασε η Ελπίδα. Η Λυδία όμως ένιωσε πως κατάλαβε ποια ήταν.

Βρε κορίτσια, μια τέτοια είδηση θέλει κρασί! Τσάι καλό, αλλά κρασάκι καλύτερο Ε, τι λέτε;
Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Ήπιαν στην υγειά και την ευτυχία του διοικητή. Ποιος ξέρει, ίσως ο γάμος τον κάνει και λίγο καλύτερο άνθρωπο!

Την άλλη μέρα, που η Λυδία έπινε καφέ μετά την επίσκεψη στους θαλάμους, ήρθε ο Δημήτρης, χαμογελαστός και αγνώριστος.
Η Λυδία προσποιήθηκε πως δεν ξέρει για το γάμο.
Πόσο όμορφος είστε σήμερα, κύριε διοικητά!
Έχω λόγους! Και καλή διάθεση Παντρεύομαι, κυρία Θεοδώρου.
Αλήθεια; Και ποια είναι η εκλεκτή σας; (δηθεν παραξενεύτηκε)
Καταπληκτική, για μένα, η καλύτερη!
Για πείτε;
Με τη Βερόνικα. Ναι, τη γυναίκα που για χάρη της μου βάλατε τις φωνές! Ε, πήγα, έριξα το διακριτικό… και εκείνο έγινε!
Μεγάλε ίντριγκα! γέλασε η Λυδία. Τέλεια επιλογή!
Θέλω να έρθετε στο γάμο φυσικά και με την οικογένειά σας. Το οφείλω σε εσάς εσείς με βοηθήσατε να βρω την ευτυχία.

Όλα στη μοίρα είναι, καλέ μου! Κι αν είναι να συναντηθούν, θα συναντηθούν!
Η Λυδία ένιωσε όμως αγαλλίαση.

Στο γάμο ο γαμπρός έλαμπε. Και η νύφη ποιος να το φανταζόταν πως εκείνη η ταλαιπωρημένη γυναίκα ήταν τώρα μια δυναμική και ευδιάθετη κυρία; Έκοψε τα μαλλιά της καρέ, τα έβαψε καστανά σκούρα, κι έγινε 10 χρόνια νεότερη. Δεν ξεχνούσε να ευχαριστεί πάντοτε τη Λυδία.

Oceń artykuł
Η Νεράιδα Ήδη από την έκτη τάξη ήταν φανερό πως η Λίζα Μπογκατσέβα θα γινόταν εξαιρετική γιατρός. Τότε, το αγόρι της διπλανής πολυκατοικίας έπεσε από τις κούνιες και χτύπησε άσχημα το γόνατο και το κεφάλι του. Η σκηνή δεν ήταν για ευαίσθητους, όμως η 12χρονη Λίζα δεν έχασε την ψυχραιμία της. — Γιαννούλα, φέρε γρήγορα νερό, γάζα και οξυζενέ! — φώναξε στην κολλητή της, που έμενε ακριβώς απέναντι, κι εκείνη έτρεξε δίχως δεύτερη σκέψη σπίτι. Όταν έφτασε κατατρομαγμένη η θεία Τάνια, η μητέρα του αγοριού, που έμαθε αμέσως τα νέα, η Λίζα ήδη είχε καθαρίσει, περιποιηθεί και δέσει με επαγγελματισμό τα τραύματα. Όταν η γυναίκα έμαθε ποιος έδωσε τις πρώτες βοήθειες, έμεινε άφωνη. — Γιατρός θα γίνεις, και μάλιστα σπουδαία γιατρός! Μπράβο σου, κορίτσι μου! Πολλοί γιατροί δεν ξέρουν να φερθούν έτσι. Στις κατασκηνώσεις, η Λίζα ήταν αναντικατάστατη. Κανείς δεν ήθελε να τραυματιστεί, αλλά με τη Λίζα Μπογκατσέβα τα πράγματα ήταν λιγότερο τρομακτικά. Ύστερα ήρθε η Ιατρική, το αγροτικό, η ειδικότητα, και αμέτρητα σεμινάρια. Μια μέρα, ως θεράπουσα ιατρός, χρειάστηκε να αντικαταστήσει προσωρινά την προϊσταμένη του τμήματος λειτουργικής διάγνωσης. Στη δουλειά, η Ελισάβετ Αλεξάνδρου, πλέον Τιχόνοβα, είχε κερδίσει τον απόλυτο σεβασμό. Το προσωπικό ήταν εξαιρετικό, εκτός ίσως από τον ηλικιωμένο αναπληρωτή διευθυντή, τον κύριο Βλαδίμηρο Στεπάνοφ, γκρινιάρη, καβγατζή και… πραγματικό ενεργειακό βαμπίρ. Το ψωμί δεν το ήθελε τόσο όσο τον καβγά! Η Λίζα προσπαθούσε να μην απαντά στις προκλήσεις του, μα μόνο εκείνη ήξερε πόσο της κόστιζε! Το μόνο παρήγορο ήταν πως συναντιούνταν σπάνια, της μίας φοράς ανά βδομάδα στην ιατρική επιτροπή για τους νέους ασθενείς, αλλά και αυτές οι στιγμές ήταν κουραστικές. Ο Στεπάνοφ συνήθιζε να τσακώνεται με την Ελισάβετ και έβγαζε συνεχώς δηλητηριώδεις ατάκες. Βλέποντας πως εκείνη προσπερνούσε, πείσμωνε ακόμη περισσότερο. — Απαράδεκτος άνθρωπος, — έλεγε στον άντρα της στο δείπνο. — Ορκίζομαι, πάντα προσπαθώ να φερθώ με σύνεση, μα νιώθω ότι το κάνει επίτηδες. — Είμαι σίγουρος πως στο τέλος θα τα καταφέρεις — της χαμογέλασε ο Βαλεντίνος. — Είσαι διπλωμάτισσα από τις λίγες! — Αυτό που λέει ο μπαμπάς είναι αλήθεια, — επιβεβαίωσε ο 13χρονος Μαξίμος. — Άμα βαρεθείς την Ιατρική, να γίνεις διπλωμάτης! — Θα το σκεφτώ! — γέλασε η Λίζα. Πάντα ήταν διπλωματική, μα όσο νάναι άνθρωπος και όχι ρομπότ, κι οι αντοχές της είχαν όρια. Ήξερε: κάποια στιγμή θα «έσπαγε» για σοβαρό λόγο. Την επόμενη μέρα συνέβη το αναπόφευκτο στην επιτροπή. Η Ελισάβετ παρουσίαζε το ιστορικό μιας εξηντάχρονης ασθενούς. Κατά κανόνα, ο ασθενής αποχωρούσε για να συζητήσουν οι γιατροί μεταξύ τους. Εκείνη τη φορά, η κυρία ρώτησε με δάκρυα στα μάτια: — Πες μου μόνο τούτο, είναι σοβαρά; Θα γίνω καλά; Έχω και εγγονή ορφανή να μεγαλώσω. Η φωνή της λύγισε, τα μάτια της γέμισαν ελπίδα. Πριν η Λίζα προλάβει να την καθησυχάσει, ο Στεπάνοφ διέκοψε βροντερά: — Με αυτή τη διάγνωση; Ούτε ένας λογικός γιατρός δεν θα σου δώσει εγγυήσεις! Τόσα χρόνια τι σκεφτόσουν; Η κυρία πάγωσε, τα χείλη της έτρεμαν, ο Στεπάνοφ συνέχισε αμείλικτος: — Ξέρω εγώ εσάς! Πρώτα αντέχετε, μετά αυτοθεραπεύεστε, και στο τέλος έρχεστε στον γιατρό! Εμείς δεν είμαστε θεοί… Η καημένη δεν άντεξε και έφυγε κλαίγοντας. Η Λίζα θύμωσε με τον εαυτό της που δεν αντέδρασε. Τόση αγένεια σε μια ηλικιωμένη ασθενή που ήδη δοκιμάζεται! Αργότερα συζητώντας με τη διευθύντρια, συμφώνησαν: ο κύριος Στεπάνοφ είχε ίσως το δίκιο του, αλλά όφειλε να ήταν πιο ανθρώπινος και ευγενικός. Η Λίζα δεν άντεξε άλλο. Ώρα να του μιλήσει ανοιχτά! — Κύριε Στεπάνοφ, με κάθε σεβασμό, υπερβήκατε τα όρια! — Τι έκανα πάλι; — απάντησε αδιάφορα εκείνος. — Δεν είμαστε μάγοι, και οι ασθενείς πρέπει να το καταλάβουν. Βλέποντας τη φανερή του ικανοποίηση, η Λίζα τράβηξε ευθεία: — Στο να θεραπεύσεις νωρίς μια ασθένεια έχετε δίκιο. Αλλά το να γκρεμίζεις κάθε ελπίδα είναι τραγικό! Πόσο μόχθησα να πείσω αυτήν τη γυναίκα να αρχίσει θεραπεία, και εσείς σε μια φράση τα διαλύσατε όλα… Ε, όχι! Ο Στεπάνοφ πήγε να υψώσει πάλι φωνή, μα κατάλαβε ότι μαζί της δεν θα τα βγάλει πέρα. Εκείνη ήταν γεμάτη αυτοπεποίθηση — και αυτό είχε «τιμή». Μετά μίλησαν μόνοι. Ο κύριος Στεπάνοφ εμφανίστηκε αμήχανος, με βαλεριάνα στο χέρι, και της ζήτησε διστακτικά συγγνώμη. Η Λίζα συγκινημένη έσβησε τον θυμό της: — Κύριε Στεπάνοφ, κι εσείς έχετε δίκιο — αλλά αποστολή μας είναι να δίνουμε ακόμη και λίγη ελπίδα. Αυτή συχνά κάνει θαύματα. — Το ξέρω, το ξέρω, — ψέλλισε εκείνος… Και η σχέση τους άλλαξε. Πλέον συζητούσαν ήρεμα, έπιναν μαζί καφέ, συναντιούνταν καμιά φορά και στο καφέ της Γενικής Κλινικής Αθηνών όπου εργάζονταν. — Δεν υπάρχει ευτυχία στη ζωή, — κάποτε της εμπιστεύτηκε. — Ίσως γι’ αυτό είμαι έτσι σκληρός. Πέρασε η ζωή και δεν πρόλαβα τίποτα… — Πώς δεν προλάβατε; Πιάσατε υψηλή θέση! — Σωστά, αλλά ευτυχία δεν βρήκα… Κάποτε είχα. Τώρα γλίστρησε. Η Ελισάβετ τον κοιτούσε όλο και με περισσότερη συμπάθεια. Ακόμα και το προσωπικό άρχισε να σχολιάζει την αλλαγή στον ποτέ σκυθρωπό αναπληρωτή διευθυντή: — Τι του έκανες και χαμογελάει; — τη ρώτησε η νοσοκόμα Άλμπινα στο γυναικοπαρέα τσάι της Παρασκευής. — Κορίτσια, τίποτα το ιδιαίτερο, — απάντησε γελώντας η Λίζα. — Το κουτί άνοιξε απλά. Πλέον όλες συμφωνούσαν: βασικό είναι η αυτοεκτίμηση, όποια κι αν είσαι — γιατρός ή καθαρίστρια. Λίγο αργότερα έσκασε και η είδηση: — Ο κύριος Στεπάνοφ παντρεύεται! — ανακοινώνει μ’ ενθουσιασμό η καστελιάνα Κατερίνα. Αποσβολωμένες όλες, «πού το είδε αυτό;», απορούν, και μαθαίνουν πως νύφη του θα είναι μια ασθενής, ίσως η ίδια η Βερόνικα, για την οποία είχε γίνει ο μεγάλος τσακωμός. Η Λίζα το διαισθάνεται και συγκινείται. Ο Στεπάνοφ ήρθε και της το ομολόγησε ο ίδιος, ευτυχισμένος, καλώντας την οικογένειά της στον γάμο: όλα έγιναν χάρη στο ήθος και τη διπλωματία της Ελισάβετ. Την ημέρα του γάμου η Βερόνικα είναι μεταμορφωμένη: νέα, φωτεινή, γεμάτη ελπίδα. Και όλοι ευγνωμονούν τη Λίζα, που ήταν πράγματι η νεράιδα του νοσοκομείου.