Η Νατάσα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που της συνέβαινε. Ο άντρας της, ο δικός της, ο μοναδικός, αυτός που θεωρούσε στήριγμα και αποκούμπι, της είπε σήμερα: «Δεν σ’ αγαπάω». Η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη που έμεινε ακίνητη σε μια αστείρευτα άβολη στάση, ενώ εκείνος γύριζε το σπίτι, μάζευε πράγματα και κουδούνιζε τα κλειδιά του. Αυτό μόνο της έλειπε τώρα. Πριν λίγο καιρό έχασε ξαφνικά τον πατέρα της και, παρ’ τον δικό της πόνο, έπρεπε να φροντίσει τη μανούλα της και την αδελφή της – εκείνη έγινε ανάπηρη στα 18 της μετά από σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Οι δικοί της ζούσαν σε κοντινή κωμόπολη. Ο γιος της μόλις μπήκε στην πρώτη Δημοτικού. Τον Ιούνιο έκλεισε και η δουλειά της. Έμεινε άνεργη. Και τώρα, και ο άντρας της… Η Νατάσα έπιασε το κεφάλι της, κάθισε στο τραπέζι και ξέσπασε σε πικρά κλάματα. – Θεέ μου, τι να κάνω; Πώς να ζήσω; Αχ, Αλέξανδρέ μου! Πρέπει να τρέξω να τον πάρω από το σχολείο! Η καθημερινότητα δεν της άφηνε περιθώρια για να λυγίσει τελείως. – Μανούλα, έκλαψες; – Όχι, Αλεξάκι, όχι. – Κλαις για τον παππού; Μαμά, μου λείπει τόσο πολύ! – Κι εμένα, γιέ μου. Αλλά πρέπει να είμαστε δυνατοί. Ο παππούλης ήταν πάντα δυνατός. Τώρα είναι καλά κοντά στον Θεό, μην στεναχωριέσαι! Ήταν η ώρα του να ξεκουραστεί. – Πού είναι ο μπαμπάς; – Ο μπαμπάς; Μάλλον πάλι πήγε σε δουλειά εκτός. Εσύ όμως, πώς τα πας στο σχολείο; Η ζωή συνεχίζεται. Δεν σε αγαπάει; Τι να κάνεις… Δεν γίνεται με το ζόρι αγάπη. Κάτι έχασε μέσα στη φούρια της. Όσο ο Αλέξανδρος έτρωγε και έπαιζε με τα στρατιωτάκια του, η Νατάσα μπήκε στο email του άντρα της. Δεν το είχε κάνει ποτέ. Η πρόσβαση ήταν απλή. Δεν πρόλαβε ο Βασίλης να σβήσει την τελευταία συνομιλία. Έρωτας με τα όλα του. Και αυτή τώρα η «μη αγαπημένη». Δέκα χρόνια ήταν το «λαμπερό ήλιο» του, μετά από οκτώ χρόνια δύσκολης μάχης για να αποκτήσουν παιδί έγινε και «μανούλα μας». Τώρα όλα αλλάζουν. Και πρέπει να το συνηθίσει. Κι πρώτα πρώτα πρέπει να βρει δουλειά. Δεν νοιάζεται κανείς για το πτυχίο της. Το επίδομα ανεργίας δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Τι συνέβη; Γιατί ο υπεύθυνος, αξιόλογος άντρας της έγινε ξαφνικά ξένος; Μόνο μία εξήγηση έβρισκε: τα έπαιξε. Το κοινό τους σπίτι, χτισμένο λιθαράκι λιθαράκι, έμεινε στη μέση. Ευτυχώς είχαν μια στέγη, ένα δωμάτιο που μπορούσαν να μείνουν. – Δουλίτσα, πώς σε χρειάζομαι! – Πάλι ήρθε το κλάμα, μα δεν υπήρχε χρόνος γι’ αυτό. Τόσο πολύ χρειαζόταν δουλειά! Ψάχνει μέρες, μάταια. Ο Αλέξανδρος στην πρώτη Δημοτικού και εκείνη μόνη, ήταν ένα τεράστιο μειονέκτημα. Ένα βράδυ, τηλεφώνησε ο κουμπάρος, ο Ρωμανός: – Νατάσα, δεν γύρισε ο δικός σου ακόμη; – Όχι. – Θέλεις να έρθεις για αποθήκη; – Σοβαρά μιλάς; – Ναι, και με διακοπή. Μπορείς να πηγαίνεις να παίρνεις τον βαφτισιμιό ή να γραφτεί στο ολοήμερο. 25.000 μισθός, λίγα αλλά κάτι είναι. Αύριο θα σας φέρω πατάτες, κρεμμύδια και ένα κοτόπουλο. – Ρωμανούλη, έχω τις κοτούλες μου, μας ταΐζουν, μας δίνουν αυγά. – Άσε τες, οι κότες για κρέας δεν είναι! – Σ’ ευχαριστώ. Πώς είναι η Γαλήνη σου; – Αντέχει. Είναι παλικάρι. Έτσι πάντα ο Ρώμανος: ποτέ δεν παραπονιόταν, αν και όλα τα κουβαλούσε! Η Γαλήνη έκανε δύσκολη επέμβαση, παίρνει ακόμα χημειοθεραπεία κι όμως τα βγάζουν πέρα. Η Νατάσα αναστέναξε: υπάρχει ελπίδα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο πιο πιστός συνοδοιπόρος. Σ’ ευχαριστώ για τον κουμπάρο! Η δουλειά γνωστή, βρήκε και μικρά διαλείμματα να μείνει μόνη με τις σκέψεις – και να δακρύσει, να σκεφτεί – τι έγινε; Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες. Έναν χρόνο μετά, ένιωσε πως πεινούσε, κοιμόταν, γελούσε, χαιρόταν με τις επιτυχίες του Αλέξανδρου. Ο πόνος για την προδοσία του άντρα ξυπνούσε μόνο όταν ερχόταν να πάρει τον μικρό τα Σαββατοκύριακα. Δεν του στέρησε το παιδί. Δεν ήθελε το παιδί της δυστυχισμένο. Τόσο πολύ ήθελε να ρωτήσει «τι έκανα λάθος;», μα ήξερε πια: ήταν το ξαφνικό πάθος του Βασίλη για μια άλλη. Της ήρθαν στο μυαλό λόγια από μια ταινία: «Η αγάπη διαρκεί ως τη στροφή, μετά ξεκινά η ζωή». Για τη Νατάσα, αγάπη και ζωή ήταν ένα. Για εκείνον; Το φθινόπωρο έμοιαζε με παρατεταμένο καλοκαίρι: ζέστη, πράσινα δέντρα, χαρούμενες παιδικές φωνές, χρώματα στον κήπο. Εκείνην τη μέρα, το επίμονο βλέμμα του Μιχάλη έκανε τη διαφορά. Ίσως το φως του ήλιου την τύφλωνε λίγο παραπάνω, ίσως η μουσική ακούγονταν πιο δυνατά από το ανοιχτό παράθυρο του γείτονα, ή ίσως έπρεπε επιτέλους να συναντηθούν αυτοί οι δυο μοναχικοί άνθρωποι, όπως το θέλησε η μοίρα. – Κοπέλα μου, να βοηθήσω; Δεν είναι δουλειά αυτά για σένα! – Το έχω συνηθίσει… – Κακό του κεφαλιού σου. Τόση ομορφιά να κουβαλά τέτοια βάρη! – Όλες τις όμορφες βοηθάς; Ή στήνεις «καρτέρι» έξω από το σούπερ; – Όλο εδώ κάθομαι, όλοι μου φαίνονται πιπεριές – εσύ βγήκες μπουμπούκι όμως! Τα γέλια ήρθαν αβίαστα. – Μιχάλης. – Της έδωσε το χέρι του, τα γέλια ακόμη έπαιζαν στα μάτια του. – Νατάσα. – «Νατασάκι, Νατασάκι, ξένη γυναίκα…» το τραγούδι το ξέρεις; – Όχι. Άλλωστε, δεν είμαι σύζυγος πια. – Μπράβο! Να που τελικά βρήκα το κορίτσι που όλοι ονειρευόμαστε και είναι ελεύθερη! Όλοι τυφλοί γύρω μου ή τρελοί! – Το χιούμορ καλό το έχεις. Το σοβαρό το ‘χεις; – Κι απ’ αυτό, μην ανησυχείς. Νατασάκι, πάμε σινεμά σήμερα να τα πούμε; – Δυστυχώς πρέπει να πάρω τον γιο μου από το ολοήμερο. – Μπα, δεν το πιστεύω! Έχεις γιο; Εσύ είσαι είκοσι χρονών, για ολοήμερο τώρα; – Είμαι 35. – Κι εγώ, τι σύμπτωση! Αλλά, ειλικρινά, σε περνούσα για πολύ νεότερη. – Και τώρα; – Τώρα το σκέφτομαι! Όλοι οι άντρες ονειρεύονται γιο. Κι εσύ μου λες ότι είσαι μόνη! Πού είναι ο πατέρας του γιου σου; – Δεν θέλω να το συζητήσω αυτό. – Το σέβομαι. Τότε το Σαββατοκύριακο; Πάμε όλοι μαζί σε παιδική παράσταση. – Τα σαββατοκύριακα ο γιος μου βλέπει τον πατέρα του. – Νατάσα, δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Αν βρεις χρόνο, πάρ’ με. Να η κάρτα μου, γράφει και το επάγγελμά μου: παιδίατρος-αιματολόγος. – Πολύ σοβαρή δουλειά. – Μου λείπει χρόνος για ομορφιές. – Καλά, Μιχάλη. Θα σου τηλεφωνήσω. – Σε περιμένω. Αυτό το φθινόπωρο ήταν σκέτη γιορτή. Ήταν το δώρο τους. Ήλιος, πανδαισία χρωμάτων στα φύλλα, φωνές παιδιών, μυρωδιές από τον κήπο. Και η τρυφερότητά τους, που έλυνε τον πόνο του χτες. Με τρόπο τρυφερό, πλησίασαν ο ένας τον άλλο και η Νατάσα ένιωσε ξανά να γεννιέται η ανάγκη να αφεθεί σε αυτόν τον αξιαγάπητο άντρα. Έναμιση μήνα μετά, του πρότεινε να έρθει για τσάι – διστακτικά, όπως πρώτη φορά. – Νατασούλα, θα παρεξηγηθείς αν δεν έρθω; Για μένα έχει σημασία να γίνει σωστά αυτό που πάμε να ζήσουμε. Μπορείς να με εμπιστευτείς; Το ΣΚ πήγαν στο πάρκο-καταφύγιο όπου ο Μιχάλης είχε νοικιάσει ένα σπιτάκι σαν μικρό κάστρο. Μέσα, μόνο τα μεγάλα καστανά του μάτια είδε, κι ώσπου να το καταλάβει, βούλιαζε στην αγκαλιά του, ευτυχισμένη όπως ποτέ. Δεν ήξερε πως η πιο μύχια ένωση με έναν άντρα μπορεί να είναι τόσο γλυκιά. – Μιχαλάκη, πού είμαι, τι μου συμβαίνει; Νιώθω σαν να πεθαίνω. Σε αγαπάω τόσο πολύ! Πώς ζούσα πριν σε γνωρίσω; – Τι ευτυχισμένος είμαι! Οι αποχωρισμοί γίνονταν όλο και πιο δύσκολοι. – Νατασάκι, θέλεις να παντρευτούμε; – Μιχαλάκη, χωρίζω στο τέλος του μήνα. – Και αμέσως μετά, παντρεύομαι εσένα. Μη μου πάρει κανείς το κορίτσι μου! – Το κορίτσι είναι αφεντικό του εαυτού του, όχι για τον καθένα. Έχει διαλέξει αγαπημένο. Μιχαλάκη μου, να το κάνουμε απλά: παντρευόμαστε πολιτικά και μετά με πας σ’ εκείνο το κάστρο, να γίνω για πάντα γυναίκα σου. – Ό,τι πεις, αγάπη μου. Μόνο ο Ρώμανος κι η Γαλήνη ήταν μάρτυρες στο γάμο τους. Η μαμά και η αδερφή έστειλαν ευχητήρια τηλεγράφημα. Μετά μετακόμισαν στο δυάρι που βρήκε ο Μιχάλης, όπου έστησαν το καινούργιο, ζεστό σπιτικό τους. Ιδιαίτερη έγνοια έκανε ο Μιχάλης για το δωμάτιο του Αλέξανδρου, που είχαν ήδη γνωριστεί αλλά ο μικρός ήταν διστακτικός μαζί του. – Νατασούλα, μην τρομάξεις, πρέπει να ελέγξουμε το αίμα του Αλεξάνδρου. Δεν μου φαίνεται καλά, είναι πολύ χλωμός. – Μιχάλη μου, απλώς στεναχωριέται. Του ήταν δύσκολο να δεχτεί το διαζύγιο, δεν το περίμενε. Διάβασα κάπου πως για το παιδί ο χωρισμός είναι χειρότερος και απ’ τον θάνατο του γονιού. – Το ίδιο έπαθα κι εγώ όταν ήμουν παιδί. Μα, το αίμα θα το τσεκάρουμε, έτσι Αλέξανδρε; Όταν τηλεφώνησε ο πρώην και απαίτησε να απογραφεί από το μισοτελειωμένο σπίτι: – Θα προσέχω μόνος μου το παιδί, θα ‘ρχεται σε μένα. – Πήγαινε καλύτερα να το δεις. – Δεν μπορώ τώρα, φεύγω ταξίδι. Ο Μιχάλης, ακούγοντάς τη συντετριμμένη, την αγκάλιασε: – Νατασούλα, θα τα βγάλουμε πέρα. Μην κοιτάς πίσω. – Κι όμως, πονάει. Δούλεψα, επένδυσα στο σπίτι αυτό… Μιχάλη μου, λογαριάζονται τώρα αυτά; – Όχι, σκέψου μόνο τον Αλέξανδρο. Εγώ αναλαμβάνω τα υπόλοιπα. Την οικογένεια πάντα την ονειρευόμουν. Ο Θεός το ξέρει. Δεν θα μας στερήσει… – Μιχάλη μου, τι νέα από τις εξετάσεις; – Ό,τι πρέπει κάνουμε. Μα όχι καλά τα πράγματα ακόμα. Η Νατάσα έκλαιγε σιωπηλά. Μην το καταλάβει ο Αλέξανδρος… – Μπαμπά Μιχάλη, τι έχω με το αίμα μου; – Ξέρεις, στο αίμα έχουμε κόκκινα και άσπρα καραβάκια. Τα δικά σου κάνουν μάχη. – Ποιος κερδίζει; – Τα άσπρα προς το παρόν. – Και μετά; – Βοήθα τα κόκκινα! – Μαμά, πάμε κάπου αλλού; Κουράστηκα πολύ. – Νατασάκι, να πάρουμε τον Αλέξανδρο στο κάστρο. Είναι ωραία εποχή, ας ξεκουραστεί. Η άνοιξη έντυσε το καταφύγιο τους με λουλούδια. Περπατούσαν οι τρεις τους στο δάσος, κοιτούσαν τη φύση. Ο Αλέξανδρος παρατηρούσε προσηλωμένος. – Τι έχεις, παιδί μου; – Μη με διακόπτεις, μαμά. Παίζω ναυμαχία! Κι όταν γύρισαν στην κλινική, η προϊσταμένη ήρθε μόνη της: – Κύριε Μιχάλη, πού πήγατε το παιδί; – Κοντά, στο δάσος. Γιατί; – Τα αποτελέσματα είναι πολύ καλά. Έχει ύφεση. Το αίμα του είναι μια χαρά. Ο Μιχάλης μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο. – Αλεξάκι, τι έκανες; Είσαι καλύτερα! Να μη στεναχωριέσαι, Νατάσα. Γίνεται καλά το παιδί. Τι έκανες, παιδί μου; – Μπαμπά, θυμάσαι που μου είπες για τα καραβάκια; Κέρδιζα πάντα με τα κόκκινα σε κάθε ναυμαχία!

15 Οκτωβρίου

Σήμερα ήταν σα να έπεσε όλος ο κόσμος πάνω μου. Ο άντρας μου, ο Ανδρέας, το στήριγμα της ζωής μου, σηκώθηκε σήμερα το πρωί, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Ελένη, δεν σε αγαπάω πια». Παγωμένη, έμεινα σαν άγαλμα να παρακολουθώ τα μουδιασμένα του βήματα, το μάζεμα των πραγμάτων, το τρίξιμο των κλειδιών. Σαν να μην έφταναν όλα όσα ζούσαμε. Πριν λίγο καιρό έφυγε ξαφνικά ο μπαμπάς μου. Η μαμά μου γέρασε μέσα στη νύχτα, και η μικρή μου αδερφή, Μαριλένα, μείνει πλέον καθηλωμένη με αναπηρία μετά από σοβαρό τραυματισμό. Ζουν δίπλα, στη Νέα Σμύρνη, και εγώ έσφιγγα τα δόντια, να τα προλάβω όλα. Ο γιoς μας, ο Σταύρος, ξεκίνησε φέτος το Δημοτικό. Τον Ιούνιο το μαγαζί που δούλευα έκλεισε. Έμεινα χωρίς δουλειά. Και τώρα, και ο Ανδρέας

Άφησα τον εαυτό μου να καταρρεύσει, κάθισα στην τραπεζαρία και ξέσπασα σε λυγμούς.
Παναγιά μου, τι να κάνω τώρα; Πώς θα συνεχίσω; Αχ, ο Σταυρούλης! Πρέπει να πάω να τον πάρω απ το σχολείο!

Η καθημερινότητα δεν σε αφήνει να χαθείς, σε ωθεί να σταθείς όρθια.

Μαμά, έκλαιγες;
Όχι, καρδιά μου, όχι.
Για τον παππού στεναχωριέσαι; Μου λείπει πολύ!
Και σε μένα, μικρέ μου. Αλλά πρέπει να είμαστε δυνατοί. Ο παππούς ήταν πάντα έτσι. Εκείνος τώρα ξεκουράζεται, του αξίζει, ποτέ δεν αναπαύτηκε στη ζωή του.
Ο μπαμπάς πού είναι;
Ο μπαμπάς μάλλον σε επαγγελματικό ταξίδι. Για πες μου, πώς πήγε το σχολείο;

Πρέπει να συνεχίσουμε. Δεν με αγαπάει; Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν κρατιέται κανένας με το ζόρι. Κάπου στραβοπάτησα

Όσο ο Σταυρούλης έτρωγε και έπαιζε με τα στρατιωτάκια του, εγώ κάθισα στον υπολογιστή που είχε αφήσει πίσω ο Ανδρέας. Δεν το είχα ξανακάνει. Το mail ανοιχτό, μόνο ένα κλικ. Δεν πρόλαβε να διαγράψει όλη την αλληλογραφία. Αγάπη σεξουαλική με άλλην. Κι εγώ, η «αγαπημένη», δέκα χρόνια «ήλιος» του, μετά από οκτώ χρόνια αγώνα να φέρω στον κόσμο τον Σταύρο έγινα κι η «μανούλα μας». Τώρα όλα άλλαξαν. Πρέπει να συνηθίσω.

Πρώτο μέλημα: δουλειά. Κανέναν δεν νοιάζει το πτυχίο μου. Τα λίγα ευρώ του ΟΑΕΔ δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Πάλεψα να βρω δουλειά μέρες ολόκληρες. Μάταια. Παιδάκι στην πρώτη Δημοτικού και χωρισμένη, ποιος να σε πάρει; Ένα βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν ο κουμπάρος μου, ο Μανώλης.

Ελένη, τίποτα; Γύρισε ο δικός σου;
Όχι
Θέλεις να έρθεις αποθηκάριος εκεί που είμαι;
Με κοροϊδεύεις;
Μιλάω σοβαρά. Μερική απασχόληση, να προλαβαίνεις τον μικρό ή να τον γράψεις στο ολοήμερο. Ο μισθός 800 ευρώ. Λίγα, το ξέρω, αλλά καλύτερα από το τίποτα. Θα σου φέρουμε και λίγη πατάτα, κρεμμύδι και ένα κοτοπουλάκι αύριο.
Μανώλη, έχω τις κοτούλες μου, μας δίνουν αυγουλάκια, δεν πεινάμε
Να τις έχεις. Για κρέας δεν κάνει να τις σφάξεις.
Να σαι καλά. Η Μαρία (γυναίκα του) πώς τα πάει;
Παλεύει. Είναι μαχήτρια.
Ένας άνθρωπος βουνό. Η γυναίκα του πέρασε δύσκολα, χειρουργεία, χημειοθεραπείες και δεν παραπονέθηκε ποτέ. Μακάρι, Παναγία μου, να δίνεις δύναμη και σ εμάς.

Η δουλειά ήταν ανεκτή. Είχα χρόνο να μείνω λίγο μόνη, να κλάψω κρυφά, να ξανασκεφτώ όλα όσα έγιναν. Οι μέρες κυλούσαν αργά, ολόκληροι μήνες πέρασαν. Σε έναν χρόνο ξαναβρήκα τη διάθεση για φαγητό, ύπνο, γέλιο, χαρά με τον μικρό Σταύρο. Κάθε που ερχόταν ο Ανδρέας, να τον πάρει το Σαββατοκύριακο, η πληγή μάτωνε. Δεν του αρνιόμουν. Το παιδί δεν έφταιγε. Πολύ θα θελα να τον ρωτήσω γιατί, αλλά ήξερα πως όλα ήταν για μια ξαφνική φλόγα κι όχι για κάποιο δικό μου σφάλμα. Θυμήθηκα μια ατάκα από ταινία: «Η αγάπη κρατά μέχρι τη στροφή μετά αρχίζει η ζωή». Για μένα αγάπη και ζωή ήταν πάντα ένα. Εκείνος;

Το φθινόπωρο ετούτο, σαν δεύτερο καλοκαίρι: ήλιοι, πράσινα φύλλα, φωνές παιδιών στη γειτονιά, αστέρια και χρυσάνθεμα στο παρτέρι. Αυτή τη μέρα, γνώρισα τον Μιχάλη. Δεν είχε τίποτα η μέρα διαφορετικό, ίσως μόνο το φως πιο λαμπερό, ίσως η μουσική απ το παράθυρο πιο χαρούμενη. Ή, ίσως, ήταν απλά η στιγμή να συναντηθούν δύο μοναξιές.

Να σας βοηθήσω; Θα κλείσει η μέση σας με τέτοιο βάρος.
Το χω συνηθίσει
Κακώς. Μια τόσο ωραία γυναίκα δεν πρέπει να κουβαλάει έτσι.
Σε όλες βοηθάς ή βγαίνεις περιπολία;
Σου λέω, περιμένω μέρες να σε δω. Σήμερα, επιτέλους, τα κατάφερα!
Δεν άντεχα να μη γελάσω. Γελάσαμε με την ψυχή μας.

Μιχάλης, μου δίνει το χέρι.
Ελένη
«Ελένη, Ελένη, τι όμορφη γυναίκα», έχεις ακουστά το τραγούδι;
Όχι, δεν το ξέρω. Πάντως δεν είμαι παντρεμένη.
Τι τύχη! Μια γυναίκα που μόνο στα όνειρά μου θα συναντούσα και είναι ελεύθερη. Όλοι γύρω τυφλοί;
Μα, με το χιούμορ είσαι μια χαρά. Είσαι και σοβαρός όταν πρέπει;
Μια χαρά εδώ επίσης. Ελένη, πάμε σινεμά σήμερα, να τα πούμε;
Δυστυχώς όχι, πρέπει να πάρω τον μικρό απ το ολοήμερο.
Δεν το πιστεύω! Έχεις παιδί; Φαίνεσαι δέκα χρόνια νεότερη!
Είμαι 35.
Κι εγώ το ίδιο! Καταπληκτικό! Και νόμιζα πως ήσουν πιτσιρίκα
Τώρα;
Τώρα, προσπαθώ να το συνειδητοποιήσω. Όλοι οι άντρες θα ήθελαν γιο. Εσύ; Χήρα; Κι ο πατέρας του μικρού;
Δεν θέλω να το συζητήσω τώρα.
Εντάξει. Τα λέμε το Σαββατοκύριακο; Και με τον μικρό, αν θες, στην παιδική κινηματογραφική παράσταση.
Σαββατοκύριακο είναι με τον πατέρα του.
Δεν θέλω να σου γίνομαι βάρος. Αν έχεις χρόνο, πάρε με. Εδώ η κάρτα μου. Είμαι παιδίατρος-αιματολόγος.
Πολύ σοβαρή δουλειά.
Δεν έχω χρόνο να ψάχνω γυναίκες.
Θα σε πάρω αν έχω χρόνο, Μιχάλη.
Θα περιμένω

Ήταν όντως μαγικό το φθινόπωρο εκείνο. Ζεστές μέρες, όλα τα πάρκα της Αθήνας γέμισαν βόλτες μας. Η τρυφερότητα του Μιχάλη έλιωνε κάθε μνήμη πόνου. Δεκαπέντε μέρες μετά την πρώτη συνάντηση, του πρότεινα να έρθει σπίτι για τσάι.

Ελένη, δεν θα έρθω απόψε. Αυτό που συμβαίνει είναι σημαντικό, θέλω να το σεβαστώ, να το ζήσω σωστά.

Το επόμενο Σαββατοκύριακο φύγαμε τρεις μας για το καταφύγιο στον Παρνασσό, ένα σπιτάκι σαν παραμυθέ. Δεν έβλεπα τίποτα άλλο πέρα απ τα μεγάλα καστανά του μάτια. Μαζί του η αγάπη ήταν πιο γλυκιά απ ό,τι φανταζόμουν.

Μιχάλη μου, πού βρίσκομαι, τι μου συμβαίνει; Σε αγαπώ τόσο πολύ! Πώς ζούσα χωρίς εσένα;
Είσαι το φως μου, η ευτυχία μου!

Οι μήνες κυλούσαν, το να αποχωριστούμε γινόταν όλο και πιο δύσκολο.

Ελένη, παντρέψου με
Μιχάλη μου, σε λίγες μέρες βγαίνει και επίσημα το διαζύγιο.
Κατευθείαν παντρευόμαστε να σ αρπάξω πριν μου σε πάρει κανείς!
Είμαι δική μου και δική σου. Μα, χωρίς γλέντια. Μόνο μια υπογραφή και μετά στο δικό μας παραμύθι.
Όπως θες εσύ, αγάπη μου.

Η Μαριλένα κι ο Μανώλης ήταν μοναδικοί μάρτυρες στο δημαρχείο. Η μαμά κι η αδερφή έστειλαν ευχές και λουλούδια. Σύντομα μετακομίσαμε στο διαμέρισμα που βρήκε ο Μιχάλης. Δυο δωμάτια, το φτιάξαμε με τα χέρια μας, φτιάξαμε φωλιά. Ο Μιχάλης ετοίμασε το δωμάτιο του Σταύρου ο ίδιος. Αν και γνωρίστηκαν καιρό πριν, ο μικρός, βαθιά πληγωμένος απ το χωρισμό, δυσκολευόταν να δεθεί με τον Μιχάλη.

Ελένη, μη φοβηθείς, να δούμε λίγο αίμα του Σταύρου. Είναι πολύ χλωμός τελευταία.
Είναι από τη στεναχώρια, μωρέ. Το διάβασα: για τα παιδιά ο χωρισμός γονιών είναι χειρότερος από τον θάνατο.
Σωστή, κυρά μου. Το έζησα κι εγώ παιδί. Μα, θα του κάνω μια εξέταση, ναι;

Την επόμενη μέρα, ο Μιχάλης μπήκε με σκυμμένο βλέμμα.
Ελένη μου, κάτι δείχνει το αίμα του μικρού. Δεν ήταν απλά η διαίσθησή μου Αύριο θα τον πάρω μαζί μου στο νοσοκομείο.

Σου κόβει την ανάσα. Πρέπει να πληρώσω για την ευτυχία μου; Λευχαιμία… Τρομερή λέξη.

Ξεκίνησε ένας άλλος Γολγοθάς. Πήρα άδεια άνευ αποδοχών. Δεν νοείται εγώ μακριά από το παιδί μου, απ’ τα σωληνάκια, απ τα φάρμακα, τις βελόνες. Του κρατούσα το χέρι και του έλεγα: «Κράτα γερά, αγόρι μου! Είσαι ο αληθινός μου φίλος. Ποτέ δεν θα σ αφήσω.»
Όταν με εγκατέλειπε η δύναμη, ο Μιχάλης με έστελνε να κοιμηθώ. Πιο πολύ απλώς καθόμουν και κοιτούσα το ταβάνι.

Ο Ανδρέας τηλεφώνησε απαιτητικός:
Βγες από το σπίτι που φτιάξαμε μαζί. Ο Σταύρος θα ρχεται σε μένα.
Πότε πήγες τελευταία να τον δεις;
Δεν μπορώ τώρα. Φεύγω για ταξίδι.

Ο Μιχάλης με αγκάλιασε.
Ελένη μου, παίρνω απ την αρχή. Δεν σου χρωστάει τίποτα κανείς. Δούλεψες, πάλεψες, φτιάξε το παιδί σου και πάμε μπροστά.
Πονάω, γιατί όλα τα έδωσα γι αυτό το σπίτι. Αλλά έχεις δίκιο, τώρα αυτό μετράει;

Μιχάλη, τα αποτελέσματα;
Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Δεν είναι καλά ακόμη.

Δακρύζω αθόρυβα. Μην καταλάβει τίποτα ο μικρός

Μπαμπά Μιχάλη, τι έχω;
Στο αίμα, Σταύρο μου, υπάρχουν λευκά και κόκκινα καραβάκια. Τώρα κάνουν πόλεμο.
Ποιοι νικάνε;
Τα λευκά, προς το παρόν.
Και μετά;
Βοήθα τα κόκκινα να κερδίσουν
Μαμά, πάμε κάπου αλλού. Βαρέθηκα
Κι εγώ το ίδιο ήθελα να σου προτείνω. Να φύγουμε όλοι μαζί στο εξοχικό μας; Ο αέρας θα σου κάνει καλό.
Η άνοιξη έβαψε το τοπίο τους με χρώμα. Ξεμακραίναμε στο δάσος, εξερευνούσαμε κάθε χαμομήλι, φύλλο, ξεχνούσαμε το νοσοκομείο. Όμως, κάποιες στιγμές, ο μικρός αφουγκραζόταν τον εαυτό του και πάγωνε.
Τι έχεις αγόρι μου, πονάς;
Σκάσε, μαμά. Παίζω ναυμαχία μέσα μου.

Η μικρή «απόδραση» τελείωσε γρήγορα. Γυρίσαμε κλινική. Πήραν αίμα, αυτή τη φορά η υπεύθυνη εργαστηρίου ήρθε η ίδια.
Κύριε Μιχάλη, πού πήγατε το παιδί;
Στον Παρνασσό, λίγες μέρες. Τι έγινε με το αίμα;
Όλα καθαρά. Έχει ύφεση. Όλα καλά!
Ο Μιχάλης έτρεξε στην αγκαλιά μας.
Σταύρο μου! Τι έκανες; Είσαι καλύτερα! Μη κλαις, Ελένη, πάει ο φόβος!
Μπαμπά, θυμάσαι τα καραβάκια; Νικούσα πάντα με τα κόκκινα στη ναυμαχία μου.

Oceń artykuł
Η Νατάσα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που της συνέβαινε. Ο άντρας της, ο δικός της, ο μοναδικός, αυτός που θεωρούσε στήριγμα και αποκούμπι, της είπε σήμερα: «Δεν σ’ αγαπάω». Η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη που έμεινε ακίνητη σε μια αστείρευτα άβολη στάση, ενώ εκείνος γύριζε το σπίτι, μάζευε πράγματα και κουδούνιζε τα κλειδιά του. Αυτό μόνο της έλειπε τώρα. Πριν λίγο καιρό έχασε ξαφνικά τον πατέρα της και, παρ’ τον δικό της πόνο, έπρεπε να φροντίσει τη μανούλα της και την αδελφή της – εκείνη έγινε ανάπηρη στα 18 της μετά από σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Οι δικοί της ζούσαν σε κοντινή κωμόπολη. Ο γιος της μόλις μπήκε στην πρώτη Δημοτικού. Τον Ιούνιο έκλεισε και η δουλειά της. Έμεινε άνεργη. Και τώρα, και ο άντρας της… Η Νατάσα έπιασε το κεφάλι της, κάθισε στο τραπέζι και ξέσπασε σε πικρά κλάματα. – Θεέ μου, τι να κάνω; Πώς να ζήσω; Αχ, Αλέξανδρέ μου! Πρέπει να τρέξω να τον πάρω από το σχολείο! Η καθημερινότητα δεν της άφηνε περιθώρια για να λυγίσει τελείως. – Μανούλα, έκλαψες; – Όχι, Αλεξάκι, όχι. – Κλαις για τον παππού; Μαμά, μου λείπει τόσο πολύ! – Κι εμένα, γιέ μου. Αλλά πρέπει να είμαστε δυνατοί. Ο παππούλης ήταν πάντα δυνατός. Τώρα είναι καλά κοντά στον Θεό, μην στεναχωριέσαι! Ήταν η ώρα του να ξεκουραστεί. – Πού είναι ο μπαμπάς; – Ο μπαμπάς; Μάλλον πάλι πήγε σε δουλειά εκτός. Εσύ όμως, πώς τα πας στο σχολείο; Η ζωή συνεχίζεται. Δεν σε αγαπάει; Τι να κάνεις… Δεν γίνεται με το ζόρι αγάπη. Κάτι έχασε μέσα στη φούρια της. Όσο ο Αλέξανδρος έτρωγε και έπαιζε με τα στρατιωτάκια του, η Νατάσα μπήκε στο email του άντρα της. Δεν το είχε κάνει ποτέ. Η πρόσβαση ήταν απλή. Δεν πρόλαβε ο Βασίλης να σβήσει την τελευταία συνομιλία. Έρωτας με τα όλα του. Και αυτή τώρα η «μη αγαπημένη». Δέκα χρόνια ήταν το «λαμπερό ήλιο» του, μετά από οκτώ χρόνια δύσκολης μάχης για να αποκτήσουν παιδί έγινε και «μανούλα μας». Τώρα όλα αλλάζουν. Και πρέπει να το συνηθίσει. Κι πρώτα πρώτα πρέπει να βρει δουλειά. Δεν νοιάζεται κανείς για το πτυχίο της. Το επίδομα ανεργίας δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Τι συνέβη; Γιατί ο υπεύθυνος, αξιόλογος άντρας της έγινε ξαφνικά ξένος; Μόνο μία εξήγηση έβρισκε: τα έπαιξε. Το κοινό τους σπίτι, χτισμένο λιθαράκι λιθαράκι, έμεινε στη μέση. Ευτυχώς είχαν μια στέγη, ένα δωμάτιο που μπορούσαν να μείνουν. – Δουλίτσα, πώς σε χρειάζομαι! – Πάλι ήρθε το κλάμα, μα δεν υπήρχε χρόνος γι’ αυτό. Τόσο πολύ χρειαζόταν δουλειά! Ψάχνει μέρες, μάταια. Ο Αλέξανδρος στην πρώτη Δημοτικού και εκείνη μόνη, ήταν ένα τεράστιο μειονέκτημα. Ένα βράδυ, τηλεφώνησε ο κουμπάρος, ο Ρωμανός: – Νατάσα, δεν γύρισε ο δικός σου ακόμη; – Όχι. – Θέλεις να έρθεις για αποθήκη; – Σοβαρά μιλάς; – Ναι, και με διακοπή. Μπορείς να πηγαίνεις να παίρνεις τον βαφτισιμιό ή να γραφτεί στο ολοήμερο. 25.000 μισθός, λίγα αλλά κάτι είναι. Αύριο θα σας φέρω πατάτες, κρεμμύδια και ένα κοτόπουλο. – Ρωμανούλη, έχω τις κοτούλες μου, μας ταΐζουν, μας δίνουν αυγά. – Άσε τες, οι κότες για κρέας δεν είναι! – Σ’ ευχαριστώ. Πώς είναι η Γαλήνη σου; – Αντέχει. Είναι παλικάρι. Έτσι πάντα ο Ρώμανος: ποτέ δεν παραπονιόταν, αν και όλα τα κουβαλούσε! Η Γαλήνη έκανε δύσκολη επέμβαση, παίρνει ακόμα χημειοθεραπεία κι όμως τα βγάζουν πέρα. Η Νατάσα αναστέναξε: υπάρχει ελπίδα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο πιο πιστός συνοδοιπόρος. Σ’ ευχαριστώ για τον κουμπάρο! Η δουλειά γνωστή, βρήκε και μικρά διαλείμματα να μείνει μόνη με τις σκέψεις – και να δακρύσει, να σκεφτεί – τι έγινε; Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες. Έναν χρόνο μετά, ένιωσε πως πεινούσε, κοιμόταν, γελούσε, χαιρόταν με τις επιτυχίες του Αλέξανδρου. Ο πόνος για την προδοσία του άντρα ξυπνούσε μόνο όταν ερχόταν να πάρει τον μικρό τα Σαββατοκύριακα. Δεν του στέρησε το παιδί. Δεν ήθελε το παιδί της δυστυχισμένο. Τόσο πολύ ήθελε να ρωτήσει «τι έκανα λάθος;», μα ήξερε πια: ήταν το ξαφνικό πάθος του Βασίλη για μια άλλη. Της ήρθαν στο μυαλό λόγια από μια ταινία: «Η αγάπη διαρκεί ως τη στροφή, μετά ξεκινά η ζωή». Για τη Νατάσα, αγάπη και ζωή ήταν ένα. Για εκείνον; Το φθινόπωρο έμοιαζε με παρατεταμένο καλοκαίρι: ζέστη, πράσινα δέντρα, χαρούμενες παιδικές φωνές, χρώματα στον κήπο. Εκείνην τη μέρα, το επίμονο βλέμμα του Μιχάλη έκανε τη διαφορά. Ίσως το φως του ήλιου την τύφλωνε λίγο παραπάνω, ίσως η μουσική ακούγονταν πιο δυνατά από το ανοιχτό παράθυρο του γείτονα, ή ίσως έπρεπε επιτέλους να συναντηθούν αυτοί οι δυο μοναχικοί άνθρωποι, όπως το θέλησε η μοίρα. – Κοπέλα μου, να βοηθήσω; Δεν είναι δουλειά αυτά για σένα! – Το έχω συνηθίσει… – Κακό του κεφαλιού σου. Τόση ομορφιά να κουβαλά τέτοια βάρη! – Όλες τις όμορφες βοηθάς; Ή στήνεις «καρτέρι» έξω από το σούπερ; – Όλο εδώ κάθομαι, όλοι μου φαίνονται πιπεριές – εσύ βγήκες μπουμπούκι όμως! Τα γέλια ήρθαν αβίαστα. – Μιχάλης. – Της έδωσε το χέρι του, τα γέλια ακόμη έπαιζαν στα μάτια του. – Νατάσα. – «Νατασάκι, Νατασάκι, ξένη γυναίκα…» το τραγούδι το ξέρεις; – Όχι. Άλλωστε, δεν είμαι σύζυγος πια. – Μπράβο! Να που τελικά βρήκα το κορίτσι που όλοι ονειρευόμαστε και είναι ελεύθερη! Όλοι τυφλοί γύρω μου ή τρελοί! – Το χιούμορ καλό το έχεις. Το σοβαρό το ‘χεις; – Κι απ’ αυτό, μην ανησυχείς. Νατασάκι, πάμε σινεμά σήμερα να τα πούμε; – Δυστυχώς πρέπει να πάρω τον γιο μου από το ολοήμερο. – Μπα, δεν το πιστεύω! Έχεις γιο; Εσύ είσαι είκοσι χρονών, για ολοήμερο τώρα; – Είμαι 35. – Κι εγώ, τι σύμπτωση! Αλλά, ειλικρινά, σε περνούσα για πολύ νεότερη. – Και τώρα; – Τώρα το σκέφτομαι! Όλοι οι άντρες ονειρεύονται γιο. Κι εσύ μου λες ότι είσαι μόνη! Πού είναι ο πατέρας του γιου σου; – Δεν θέλω να το συζητήσω αυτό. – Το σέβομαι. Τότε το Σαββατοκύριακο; Πάμε όλοι μαζί σε παιδική παράσταση. – Τα σαββατοκύριακα ο γιος μου βλέπει τον πατέρα του. – Νατάσα, δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Αν βρεις χρόνο, πάρ’ με. Να η κάρτα μου, γράφει και το επάγγελμά μου: παιδίατρος-αιματολόγος. – Πολύ σοβαρή δουλειά. – Μου λείπει χρόνος για ομορφιές. – Καλά, Μιχάλη. Θα σου τηλεφωνήσω. – Σε περιμένω. Αυτό το φθινόπωρο ήταν σκέτη γιορτή. Ήταν το δώρο τους. Ήλιος, πανδαισία χρωμάτων στα φύλλα, φωνές παιδιών, μυρωδιές από τον κήπο. Και η τρυφερότητά τους, που έλυνε τον πόνο του χτες. Με τρόπο τρυφερό, πλησίασαν ο ένας τον άλλο και η Νατάσα ένιωσε ξανά να γεννιέται η ανάγκη να αφεθεί σε αυτόν τον αξιαγάπητο άντρα. Έναμιση μήνα μετά, του πρότεινε να έρθει για τσάι – διστακτικά, όπως πρώτη φορά. – Νατασούλα, θα παρεξηγηθείς αν δεν έρθω; Για μένα έχει σημασία να γίνει σωστά αυτό που πάμε να ζήσουμε. Μπορείς να με εμπιστευτείς; Το ΣΚ πήγαν στο πάρκο-καταφύγιο όπου ο Μιχάλης είχε νοικιάσει ένα σπιτάκι σαν μικρό κάστρο. Μέσα, μόνο τα μεγάλα καστανά του μάτια είδε, κι ώσπου να το καταλάβει, βούλιαζε στην αγκαλιά του, ευτυχισμένη όπως ποτέ. Δεν ήξερε πως η πιο μύχια ένωση με έναν άντρα μπορεί να είναι τόσο γλυκιά. – Μιχαλάκη, πού είμαι, τι μου συμβαίνει; Νιώθω σαν να πεθαίνω. Σε αγαπάω τόσο πολύ! Πώς ζούσα πριν σε γνωρίσω; – Τι ευτυχισμένος είμαι! Οι αποχωρισμοί γίνονταν όλο και πιο δύσκολοι. – Νατασάκι, θέλεις να παντρευτούμε; – Μιχαλάκη, χωρίζω στο τέλος του μήνα. – Και αμέσως μετά, παντρεύομαι εσένα. Μη μου πάρει κανείς το κορίτσι μου! – Το κορίτσι είναι αφεντικό του εαυτού του, όχι για τον καθένα. Έχει διαλέξει αγαπημένο. Μιχαλάκη μου, να το κάνουμε απλά: παντρευόμαστε πολιτικά και μετά με πας σ’ εκείνο το κάστρο, να γίνω για πάντα γυναίκα σου. – Ό,τι πεις, αγάπη μου. Μόνο ο Ρώμανος κι η Γαλήνη ήταν μάρτυρες στο γάμο τους. Η μαμά και η αδερφή έστειλαν ευχητήρια τηλεγράφημα. Μετά μετακόμισαν στο δυάρι που βρήκε ο Μιχάλης, όπου έστησαν το καινούργιο, ζεστό σπιτικό τους. Ιδιαίτερη έγνοια έκανε ο Μιχάλης για το δωμάτιο του Αλέξανδρου, που είχαν ήδη γνωριστεί αλλά ο μικρός ήταν διστακτικός μαζί του. – Νατασούλα, μην τρομάξεις, πρέπει να ελέγξουμε το αίμα του Αλεξάνδρου. Δεν μου φαίνεται καλά, είναι πολύ χλωμός. – Μιχάλη μου, απλώς στεναχωριέται. Του ήταν δύσκολο να δεχτεί το διαζύγιο, δεν το περίμενε. Διάβασα κάπου πως για το παιδί ο χωρισμός είναι χειρότερος και απ’ τον θάνατο του γονιού. – Το ίδιο έπαθα κι εγώ όταν ήμουν παιδί. Μα, το αίμα θα το τσεκάρουμε, έτσι Αλέξανδρε; Όταν τηλεφώνησε ο πρώην και απαίτησε να απογραφεί από το μισοτελειωμένο σπίτι: – Θα προσέχω μόνος μου το παιδί, θα ‘ρχεται σε μένα. – Πήγαινε καλύτερα να το δεις. – Δεν μπορώ τώρα, φεύγω ταξίδι. Ο Μιχάλης, ακούγοντάς τη συντετριμμένη, την αγκάλιασε: – Νατασούλα, θα τα βγάλουμε πέρα. Μην κοιτάς πίσω. – Κι όμως, πονάει. Δούλεψα, επένδυσα στο σπίτι αυτό… Μιχάλη μου, λογαριάζονται τώρα αυτά; – Όχι, σκέψου μόνο τον Αλέξανδρο. Εγώ αναλαμβάνω τα υπόλοιπα. Την οικογένεια πάντα την ονειρευόμουν. Ο Θεός το ξέρει. Δεν θα μας στερήσει… – Μιχάλη μου, τι νέα από τις εξετάσεις; – Ό,τι πρέπει κάνουμε. Μα όχι καλά τα πράγματα ακόμα. Η Νατάσα έκλαιγε σιωπηλά. Μην το καταλάβει ο Αλέξανδρος… – Μπαμπά Μιχάλη, τι έχω με το αίμα μου; – Ξέρεις, στο αίμα έχουμε κόκκινα και άσπρα καραβάκια. Τα δικά σου κάνουν μάχη. – Ποιος κερδίζει; – Τα άσπρα προς το παρόν. – Και μετά; – Βοήθα τα κόκκινα! – Μαμά, πάμε κάπου αλλού; Κουράστηκα πολύ. – Νατασάκι, να πάρουμε τον Αλέξανδρο στο κάστρο. Είναι ωραία εποχή, ας ξεκουραστεί. Η άνοιξη έντυσε το καταφύγιο τους με λουλούδια. Περπατούσαν οι τρεις τους στο δάσος, κοιτούσαν τη φύση. Ο Αλέξανδρος παρατηρούσε προσηλωμένος. – Τι έχεις, παιδί μου; – Μη με διακόπτεις, μαμά. Παίζω ναυμαχία! Κι όταν γύρισαν στην κλινική, η προϊσταμένη ήρθε μόνη της: – Κύριε Μιχάλη, πού πήγατε το παιδί; – Κοντά, στο δάσος. Γιατί; – Τα αποτελέσματα είναι πολύ καλά. Έχει ύφεση. Το αίμα του είναι μια χαρά. Ο Μιχάλης μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο. – Αλεξάκι, τι έκανες; Είσαι καλύτερα! Να μη στεναχωριέσαι, Νατάσα. Γίνεται καλά το παιδί. Τι έκανες, παιδί μου; – Μπαμπά, θυμάσαι που μου είπες για τα καραβάκια; Κέρδιζα πάντα με τα κόκκινα σε κάθε ναυμαχία!