15 Οκτωβρίου
Σήμερα ήταν σα να έπεσε όλος ο κόσμος πάνω μου. Ο άντρας μου, ο Ανδρέας, το στήριγμα της ζωής μου, σηκώθηκε σήμερα το πρωί, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Ελένη, δεν σε αγαπάω πια». Παγωμένη, έμεινα σαν άγαλμα να παρακολουθώ τα μουδιασμένα του βήματα, το μάζεμα των πραγμάτων, το τρίξιμο των κλειδιών. Σαν να μην έφταναν όλα όσα ζούσαμε. Πριν λίγο καιρό έφυγε ξαφνικά ο μπαμπάς μου. Η μαμά μου γέρασε μέσα στη νύχτα, και η μικρή μου αδερφή, Μαριλένα, μείνει πλέον καθηλωμένη με αναπηρία μετά από σοβαρό τραυματισμό. Ζουν δίπλα, στη Νέα Σμύρνη, και εγώ έσφιγγα τα δόντια, να τα προλάβω όλα. Ο γιoς μας, ο Σταύρος, ξεκίνησε φέτος το Δημοτικό. Τον Ιούνιο το μαγαζί που δούλευα έκλεισε. Έμεινα χωρίς δουλειά. Και τώρα, και ο Ανδρέας
Άφησα τον εαυτό μου να καταρρεύσει, κάθισα στην τραπεζαρία και ξέσπασα σε λυγμούς.
Παναγιά μου, τι να κάνω τώρα; Πώς θα συνεχίσω; Αχ, ο Σταυρούλης! Πρέπει να πάω να τον πάρω απ το σχολείο!
Η καθημερινότητα δεν σε αφήνει να χαθείς, σε ωθεί να σταθείς όρθια.
Μαμά, έκλαιγες;
Όχι, καρδιά μου, όχι.
Για τον παππού στεναχωριέσαι; Μου λείπει πολύ!
Και σε μένα, μικρέ μου. Αλλά πρέπει να είμαστε δυνατοί. Ο παππούς ήταν πάντα έτσι. Εκείνος τώρα ξεκουράζεται, του αξίζει, ποτέ δεν αναπαύτηκε στη ζωή του.
Ο μπαμπάς πού είναι;
Ο μπαμπάς μάλλον σε επαγγελματικό ταξίδι. Για πες μου, πώς πήγε το σχολείο;
Πρέπει να συνεχίσουμε. Δεν με αγαπάει; Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν κρατιέται κανένας με το ζόρι. Κάπου στραβοπάτησα
Όσο ο Σταυρούλης έτρωγε και έπαιζε με τα στρατιωτάκια του, εγώ κάθισα στον υπολογιστή που είχε αφήσει πίσω ο Ανδρέας. Δεν το είχα ξανακάνει. Το mail ανοιχτό, μόνο ένα κλικ. Δεν πρόλαβε να διαγράψει όλη την αλληλογραφία. Αγάπη σεξουαλική με άλλην. Κι εγώ, η «αγαπημένη», δέκα χρόνια «ήλιος» του, μετά από οκτώ χρόνια αγώνα να φέρω στον κόσμο τον Σταύρο έγινα κι η «μανούλα μας». Τώρα όλα άλλαξαν. Πρέπει να συνηθίσω.
Πρώτο μέλημα: δουλειά. Κανέναν δεν νοιάζει το πτυχίο μου. Τα λίγα ευρώ του ΟΑΕΔ δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Πάλεψα να βρω δουλειά μέρες ολόκληρες. Μάταια. Παιδάκι στην πρώτη Δημοτικού και χωρισμένη, ποιος να σε πάρει; Ένα βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν ο κουμπάρος μου, ο Μανώλης.
Ελένη, τίποτα; Γύρισε ο δικός σου;
Όχι
Θέλεις να έρθεις αποθηκάριος εκεί που είμαι;
Με κοροϊδεύεις;
Μιλάω σοβαρά. Μερική απασχόληση, να προλαβαίνεις τον μικρό ή να τον γράψεις στο ολοήμερο. Ο μισθός 800 ευρώ. Λίγα, το ξέρω, αλλά καλύτερα από το τίποτα. Θα σου φέρουμε και λίγη πατάτα, κρεμμύδι και ένα κοτοπουλάκι αύριο.
Μανώλη, έχω τις κοτούλες μου, μας δίνουν αυγουλάκια, δεν πεινάμε
Να τις έχεις. Για κρέας δεν κάνει να τις σφάξεις.
Να σαι καλά. Η Μαρία (γυναίκα του) πώς τα πάει;
Παλεύει. Είναι μαχήτρια.
Ένας άνθρωπος βουνό. Η γυναίκα του πέρασε δύσκολα, χειρουργεία, χημειοθεραπείες και δεν παραπονέθηκε ποτέ. Μακάρι, Παναγία μου, να δίνεις δύναμη και σ εμάς.
Η δουλειά ήταν ανεκτή. Είχα χρόνο να μείνω λίγο μόνη, να κλάψω κρυφά, να ξανασκεφτώ όλα όσα έγιναν. Οι μέρες κυλούσαν αργά, ολόκληροι μήνες πέρασαν. Σε έναν χρόνο ξαναβρήκα τη διάθεση για φαγητό, ύπνο, γέλιο, χαρά με τον μικρό Σταύρο. Κάθε που ερχόταν ο Ανδρέας, να τον πάρει το Σαββατοκύριακο, η πληγή μάτωνε. Δεν του αρνιόμουν. Το παιδί δεν έφταιγε. Πολύ θα θελα να τον ρωτήσω γιατί, αλλά ήξερα πως όλα ήταν για μια ξαφνική φλόγα κι όχι για κάποιο δικό μου σφάλμα. Θυμήθηκα μια ατάκα από ταινία: «Η αγάπη κρατά μέχρι τη στροφή μετά αρχίζει η ζωή». Για μένα αγάπη και ζωή ήταν πάντα ένα. Εκείνος;
Το φθινόπωρο ετούτο, σαν δεύτερο καλοκαίρι: ήλιοι, πράσινα φύλλα, φωνές παιδιών στη γειτονιά, αστέρια και χρυσάνθεμα στο παρτέρι. Αυτή τη μέρα, γνώρισα τον Μιχάλη. Δεν είχε τίποτα η μέρα διαφορετικό, ίσως μόνο το φως πιο λαμπερό, ίσως η μουσική απ το παράθυρο πιο χαρούμενη. Ή, ίσως, ήταν απλά η στιγμή να συναντηθούν δύο μοναξιές.
Να σας βοηθήσω; Θα κλείσει η μέση σας με τέτοιο βάρος.
Το χω συνηθίσει
Κακώς. Μια τόσο ωραία γυναίκα δεν πρέπει να κουβαλάει έτσι.
Σε όλες βοηθάς ή βγαίνεις περιπολία;
Σου λέω, περιμένω μέρες να σε δω. Σήμερα, επιτέλους, τα κατάφερα!
Δεν άντεχα να μη γελάσω. Γελάσαμε με την ψυχή μας.
Μιχάλης, μου δίνει το χέρι.
Ελένη
«Ελένη, Ελένη, τι όμορφη γυναίκα», έχεις ακουστά το τραγούδι;
Όχι, δεν το ξέρω. Πάντως δεν είμαι παντρεμένη.
Τι τύχη! Μια γυναίκα που μόνο στα όνειρά μου θα συναντούσα και είναι ελεύθερη. Όλοι γύρω τυφλοί;
Μα, με το χιούμορ είσαι μια χαρά. Είσαι και σοβαρός όταν πρέπει;
Μια χαρά εδώ επίσης. Ελένη, πάμε σινεμά σήμερα, να τα πούμε;
Δυστυχώς όχι, πρέπει να πάρω τον μικρό απ το ολοήμερο.
Δεν το πιστεύω! Έχεις παιδί; Φαίνεσαι δέκα χρόνια νεότερη!
Είμαι 35.
Κι εγώ το ίδιο! Καταπληκτικό! Και νόμιζα πως ήσουν πιτσιρίκα
Τώρα;
Τώρα, προσπαθώ να το συνειδητοποιήσω. Όλοι οι άντρες θα ήθελαν γιο. Εσύ; Χήρα; Κι ο πατέρας του μικρού;
Δεν θέλω να το συζητήσω τώρα.
Εντάξει. Τα λέμε το Σαββατοκύριακο; Και με τον μικρό, αν θες, στην παιδική κινηματογραφική παράσταση.
Σαββατοκύριακο είναι με τον πατέρα του.
Δεν θέλω να σου γίνομαι βάρος. Αν έχεις χρόνο, πάρε με. Εδώ η κάρτα μου. Είμαι παιδίατρος-αιματολόγος.
Πολύ σοβαρή δουλειά.
Δεν έχω χρόνο να ψάχνω γυναίκες.
Θα σε πάρω αν έχω χρόνο, Μιχάλη.
Θα περιμένω
Ήταν όντως μαγικό το φθινόπωρο εκείνο. Ζεστές μέρες, όλα τα πάρκα της Αθήνας γέμισαν βόλτες μας. Η τρυφερότητα του Μιχάλη έλιωνε κάθε μνήμη πόνου. Δεκαπέντε μέρες μετά την πρώτη συνάντηση, του πρότεινα να έρθει σπίτι για τσάι.
Ελένη, δεν θα έρθω απόψε. Αυτό που συμβαίνει είναι σημαντικό, θέλω να το σεβαστώ, να το ζήσω σωστά.
Το επόμενο Σαββατοκύριακο φύγαμε τρεις μας για το καταφύγιο στον Παρνασσό, ένα σπιτάκι σαν παραμυθέ. Δεν έβλεπα τίποτα άλλο πέρα απ τα μεγάλα καστανά του μάτια. Μαζί του η αγάπη ήταν πιο γλυκιά απ ό,τι φανταζόμουν.
Μιχάλη μου, πού βρίσκομαι, τι μου συμβαίνει; Σε αγαπώ τόσο πολύ! Πώς ζούσα χωρίς εσένα;
Είσαι το φως μου, η ευτυχία μου!
Οι μήνες κυλούσαν, το να αποχωριστούμε γινόταν όλο και πιο δύσκολο.
Ελένη, παντρέψου με
Μιχάλη μου, σε λίγες μέρες βγαίνει και επίσημα το διαζύγιο.
Κατευθείαν παντρευόμαστε να σ αρπάξω πριν μου σε πάρει κανείς!
Είμαι δική μου και δική σου. Μα, χωρίς γλέντια. Μόνο μια υπογραφή και μετά στο δικό μας παραμύθι.
Όπως θες εσύ, αγάπη μου.
Η Μαριλένα κι ο Μανώλης ήταν μοναδικοί μάρτυρες στο δημαρχείο. Η μαμά κι η αδερφή έστειλαν ευχές και λουλούδια. Σύντομα μετακομίσαμε στο διαμέρισμα που βρήκε ο Μιχάλης. Δυο δωμάτια, το φτιάξαμε με τα χέρια μας, φτιάξαμε φωλιά. Ο Μιχάλης ετοίμασε το δωμάτιο του Σταύρου ο ίδιος. Αν και γνωρίστηκαν καιρό πριν, ο μικρός, βαθιά πληγωμένος απ το χωρισμό, δυσκολευόταν να δεθεί με τον Μιχάλη.
Ελένη, μη φοβηθείς, να δούμε λίγο αίμα του Σταύρου. Είναι πολύ χλωμός τελευταία.
Είναι από τη στεναχώρια, μωρέ. Το διάβασα: για τα παιδιά ο χωρισμός γονιών είναι χειρότερος από τον θάνατο.
Σωστή, κυρά μου. Το έζησα κι εγώ παιδί. Μα, θα του κάνω μια εξέταση, ναι;
Την επόμενη μέρα, ο Μιχάλης μπήκε με σκυμμένο βλέμμα.
Ελένη μου, κάτι δείχνει το αίμα του μικρού. Δεν ήταν απλά η διαίσθησή μου Αύριο θα τον πάρω μαζί μου στο νοσοκομείο.
Σου κόβει την ανάσα. Πρέπει να πληρώσω για την ευτυχία μου; Λευχαιμία… Τρομερή λέξη.
Ξεκίνησε ένας άλλος Γολγοθάς. Πήρα άδεια άνευ αποδοχών. Δεν νοείται εγώ μακριά από το παιδί μου, απ’ τα σωληνάκια, απ τα φάρμακα, τις βελόνες. Του κρατούσα το χέρι και του έλεγα: «Κράτα γερά, αγόρι μου! Είσαι ο αληθινός μου φίλος. Ποτέ δεν θα σ αφήσω.»
Όταν με εγκατέλειπε η δύναμη, ο Μιχάλης με έστελνε να κοιμηθώ. Πιο πολύ απλώς καθόμουν και κοιτούσα το ταβάνι.
Ο Ανδρέας τηλεφώνησε απαιτητικός:
Βγες από το σπίτι που φτιάξαμε μαζί. Ο Σταύρος θα ρχεται σε μένα.
Πότε πήγες τελευταία να τον δεις;
Δεν μπορώ τώρα. Φεύγω για ταξίδι.
Ο Μιχάλης με αγκάλιασε.
Ελένη μου, παίρνω απ την αρχή. Δεν σου χρωστάει τίποτα κανείς. Δούλεψες, πάλεψες, φτιάξε το παιδί σου και πάμε μπροστά.
Πονάω, γιατί όλα τα έδωσα γι αυτό το σπίτι. Αλλά έχεις δίκιο, τώρα αυτό μετράει;
Μιχάλη, τα αποτελέσματα;
Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Δεν είναι καλά ακόμη.
Δακρύζω αθόρυβα. Μην καταλάβει τίποτα ο μικρός
Μπαμπά Μιχάλη, τι έχω;
Στο αίμα, Σταύρο μου, υπάρχουν λευκά και κόκκινα καραβάκια. Τώρα κάνουν πόλεμο.
Ποιοι νικάνε;
Τα λευκά, προς το παρόν.
Και μετά;
Βοήθα τα κόκκινα να κερδίσουν
Μαμά, πάμε κάπου αλλού. Βαρέθηκα
Κι εγώ το ίδιο ήθελα να σου προτείνω. Να φύγουμε όλοι μαζί στο εξοχικό μας; Ο αέρας θα σου κάνει καλό.
Η άνοιξη έβαψε το τοπίο τους με χρώμα. Ξεμακραίναμε στο δάσος, εξερευνούσαμε κάθε χαμομήλι, φύλλο, ξεχνούσαμε το νοσοκομείο. Όμως, κάποιες στιγμές, ο μικρός αφουγκραζόταν τον εαυτό του και πάγωνε.
Τι έχεις αγόρι μου, πονάς;
Σκάσε, μαμά. Παίζω ναυμαχία μέσα μου.
Η μικρή «απόδραση» τελείωσε γρήγορα. Γυρίσαμε κλινική. Πήραν αίμα, αυτή τη φορά η υπεύθυνη εργαστηρίου ήρθε η ίδια.
Κύριε Μιχάλη, πού πήγατε το παιδί;
Στον Παρνασσό, λίγες μέρες. Τι έγινε με το αίμα;
Όλα καθαρά. Έχει ύφεση. Όλα καλά!
Ο Μιχάλης έτρεξε στην αγκαλιά μας.
Σταύρο μου! Τι έκανες; Είσαι καλύτερα! Μη κλαις, Ελένη, πάει ο φόβος!
Μπαμπά, θυμάσαι τα καραβάκια; Νικούσα πάντα με τα κόκκινα στη ναυμαχία μου.





