Η Μοίρα Επαναλαμβάνεται

Η μοίρα επαναλαμβάνεται

Το χειμωνιάτικο σούρουπο έχει πέσει νωρίς πάνω στην Αθήνα είναι μόλις έξι και ο ουρανός έχει ήδη σκοτεινιάσει εντελώς, ενώ τα φώτα του δρόμου έχουν ανάψει, βάφοντας τα πεζοδρόμια με ζεστό, χρυσαφένιο φως. Το διαμέρισμα του Ανδρέα είναι γεμάτο θαλπωρή· το φως από τη λάμπα στο σαλόνι πλημμυρίζει τον χώρο με μια απαλή μελένια λάμψη, τονίζοντας τις γραμμές των επίπλων και δημιουργώντας παιχνιδιάρικες σκιές στις γωνίες. Πάνω στο τραπεζάκι, δίπλα σ ένα μικρό βάζο με κουλουράκια, αχνίζουν δυο κούπες με τσάι ο αχνός τους γεμίζει το δωμάτιο με άρωμα μέντας και μέλι. Έξω, οι πρώτες χιονονιφάδες στροβιλίζονται αργά, πότε κολλώντας στα τζάμια, πότε απλώνοντας στο περβάζι ένα λεπτό, αφράτο στρώμα.

Ο Ανδρέας μόλις έχει ολοκληρώσει το στρώσιμο του τραπεζιού. Έχει διαλέξει επίτηδες τις αγαπημένες του κούπες, έχει βάλει τα κουλουράκια σε πιατάκι, ακόμα και ένα μικρό αρωματικό κεράκι έχει ανάψει, για να κάνει ατμόσφαιρα πιο ζεστή από ποτέ. Τότε ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Ο Ανδρέας σπεύδει στο χολ και ανοίγει στο κατώφλι στέκεται ο Αντώνης, οι άκρες των μαλλιών του ανήσυχες, τα μάγουλά του κατακόκκινα από το κρύο.

Πάγωσα σαν σκύλος! γκρινιάζει ο Αντώνης, τινάζοντας το χιόνι από το παλτό του. Ο γιακάς είναι γεμάτος άσπρες νιφάδες, μικρά κομματάκια ακόμα λιώνουν πάνω στα φρύδια του. Με τέτοιο καιρό μόνο σπίτι μπορείς να κάτσεις!

Κι εμείς σπίτι καθόμαστε! του απαντάει με ένα ζεστό χαμόγελο ο Ανδρέας, παίρνοντας το πανωφόρι του φίλου του. Έλα, μόλις φτιάξαμε τσάι με τη Δανάη, κι εσύ σίγουρα το χρειάζεσαι τώρα.

Περνάνε στο σαλόνι. Ο Αντώνης κάθεται κατευθείαν στο αναπαυτικό, βελούδινο πολυθρόνα, απλώνει τα χέρια του γύρω από τη ζεστή κούπα και μένει για λίγο έτσι, με τα μάτια κλειστά, αφήνοντας το άρωμα και τη ζεστασιά να του ξαναφέρουν την αίσθηση της άνεσης.

Πες μου τώρα, τι τόσο σημαντικό σε έσπρωξε να με επισκεφτείς Παρασκευή βράδυ; Δεν θα πρεπε να είσαι με τη γυναίκα και το γιο σου στη μαμά της; ρωτάει ο Ανδρέας, με μια παιχνιδιάρικη κακία και το βλέμμα του γεμάτο ειλικρινή απορία. Ρουφάει λίγο τσάι, κουνάει ικανοποιημένος το κεφάλι· έχει ακριβώς τη γεύση που του αρέσει.

Έπρεπε, αλλά δεν πήγα παραδέχεται ο Αντώνης, παίρνοντας ακόμη μια γουλιά.

Με τη Μαριάννα και τον Νίκο όλα καλά;

Ο Αντώνης παίρνει για λίγο αμήχανα ανάσα, τα δάχτυλά του πειράζουν νευρικά την κούπα. Αποφεύγει το βλέμμα του Ανδρέα, κοιτά το ράφι με τα βιβλία, τον πίνακα, την άκρη του τραπεζιού. Τελικά, με μία βαθειά ανάσα, μιλά χαμηλόφωνα αλλά σταθερά:

Έχω κάνει αίτηση διαζυγίου.

Ο Ανδρέας μένει ακίνητος. Το φλιτζάνι στα χέρια του τρεμοπαίζει λίγο, και κάτι στη φωνή του Αντώνη τον κάνει να συνειδητοποιήσει πως δεν είναι κάποια αστεία.

Σοβαρά; Με τη Μαριάννα; ρωτάει, η φωνή του ανεβαίνει χωρίς να το καταλάβει.

Ο Αντώνης νεύει αμίλητος, καρφώνοντας το βλέμμα στο παράθυρο, σαν να ψάχνει απαντήσεις έξω, στο σκοτεινό, χιονισμένο τοπίο.

Ναι επιβεβαιώνει. Γνώρισα μία άλλη κοπέλα τη Χριστίνα. Μαζί της νιώθω επιτέλους ζωντανός. Είναι ένα φως που με τραβάει, καταλαβαίνεις;

Είσαι σίγουρος ότι δεν είναι απλώς μια περαστική περιπέτεια; ρωτάει ο Ανδρέας, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του ουδέτερη, αν και μέσα του βράζει. Έχεις ένα παιδί! Ο Νίκος είναι μόλις δυο χρονών! Πώς θα είναι χωρίς πατέρα; Θυμήσου τα δικά σου παιδικά χρόνια!

Ο Αντώνης πετάει σχεδόν το κεφάλι προς τα πίσω, και το βλέμμα του γεμίζει σιγουριά που ο Ανδρέας δεν του είχε ξαναδεί. Προφανώς, έχει σκεφτεί αυτά τα επιχειρήματα ξανά και ξανά.

Είμαι σίγουρος. Τα σκέφτηκα όλα. Δεν αντέχω να ζω άλλο μέσα σε μία καθημερινότητα που μου φαίνεται ξένη! Δεν είναι ζωή, Ανδρέα είναι μια συνήθεια, μια αδράνεια. Με τη Χριστίνα όλα αλλάζουν! Έχω σκοπούς, όνειρα, επιτέλους κάνω κάτι που θέλω στ’ αλήθεια! Όσο για τον Νίκο… Δεν τον εγκαταλείπω, δεν θα γίνω σαν τον πατέρα μου.

Ο Ανδρέας βυθίζεται στις αναμνήσεις. Του έρχεται μπροστά η εικόνα από τα σχολικά τους χρόνια, εκείνος και ο Αντώνης να συζητούν διάλειμμα έξω από το σχολείο, ο Αντώνης γεμάτος νεανικό πείσμα να του ορκίζεται πως ποτέ δεν θα γίνει σαν τον πατέρα του. «Εγώ θα παλέψω για την οικογένειά μου μέχρι τέλους.»

Τα λόγια αυτά αντηχούν τώρα στο μυαλό του Ανδρέα, με έναν παράξενο, θλιμμένο αντίλαλο. Τον ρωτάει ήσυχα, σχεδόν ψιθυριστά:

Θυμάσαι όταν στο σχολείο έλεγες πως δεν θα επαναλάβεις τα λάθη του πατέρα σου;

Ο Αντώνης ανασηκώνει τους ώμους αμυντικά τα χέρια του, που ακουμπούσαν νωθρά στα γόνατά του, σφίγγονται σε γροθιές.

Θυμάμαι. Και λοιπόν; απαντάει με καχυποψία, σαν να περιμένει κατηγορία.

Λοιπόν, κάνεις ακριβώς το ίδιο, λέει σταθερά ο Ανδρέας. Εγκαταλείπεις τη γυναίκα και το παιδί σου.

Ο Αντώνης πετιέται όρθιος, δύο βήματα στον χώρο και μετά γυρνάει με μάτια που γυαλίζουν από πείσμα και με ακαθόριστο θυμό.

Δεν έχει καμία σχέση! φωνάζει, αλλά κρατά το ύφος του χαμηλότερο και συνεχίζει: Ο πατέρας μου το σκασε, απλώς μια μέρα χάθηκε από τη ζωή μας. Εγώ είμαι ειλικρινής στη Μαριάννα, τα συζητήσαμε όλα, δεν κρύβω τίποτα. Δεν φεύγω απρόθυμα, προσπαθώ να κάνω το σωστό, ό,τι κι αν πονάει. Και από τον Νίκο δεν σκοπεύω να απομακρυνθώ! Θα τον βλέπω τακτικά, θα τον παίρνω τα Σαββατοκύριακα! Η δικιά μας η περίπτωση είναι διαφορετική! Δεν είμαι σαν τον πατέρα μου!

Ο Ανδρέας παίρνει βαθιά ανάσα και αφήνει να κυλήσει σιωπή. Δεν απαντά αμέσως. Όταν μιλά, η φωνή του είναι σταθερή, σχεδόν άχρωμη, αλλά γεμάτη συγκρατημένο φόβο:

Νομίζεις ότι για τον Νίκο θα είναι πιο εύκολο, επειδή ήσουν «ειλικρινής»; Για ένα παιδί δεν έχει σημασία αν του εξήγησες ή όχι για εκείνο, το μόνο που θα μετρήσει, είναι ότι ο μπαμπάς σταμάτησε να διαβάζει παραμύθια, να παίζει μαζί του, να γυρίζει σπίτι. Είσαι σίγουρος πως αυτή η «ειλικρίνειά» σου θα τον παρηγορήσει;

Ο Αντώνης στέκεται αμήχανος, το βλέμμα του κολλημένο στο χαλί. Οι μνήμες τον τυλίγουν: ο εφτάχρονος εαυτός του να περιμένει έξω από το σχολείο τη μαμά, το τσουχτερό αεράκι να του τρυπάει το μπουφάν. Οι φίλοι του να τον ρωτούν σαν να τον πειράζουν, «Γιατί ο μπαμπάς σου δεν ήρθε στο σχολείο;» Κι ύστερα οι εφηβικές προσπάθειες του πατέρα να πλησιάσει ξανά μια φτηνή κιθάρα για δώρο, πεταμένη στον τοίχο. Ο ήχος της, ο ήχος μιας χαμένης ελπίδας.

Το βλέμμα του γλιστρά για μια στιγμή στο φίλο του ο Ανδρέας είχε πάντα δίπλα έναν πατέρα, που τον αγαπούσε αδιαπραγμάτευτα, πήγαιναν μαζί βόλτες, έφτιαχναν πράγματα στο σπίτι, στις διακοπές, στην ψαράδα. Ο Αντώνης κάποτε είχε ψιθυρίσει: «Ο πατέρας σου είναι ήρωας». Και ο Ανδρέας, σχεδόν αδιάφορα, είχε απαντήσει: «Απλώς με αγαπάει».

Σήμερα, τρία βήματα μακριά, ο Αντώνης νιώθει τα συναισθήματα να τον πνίγουν. Παλεύει το νιώθει μέσα του, αλλά ο Ανδρέας τον φέρνει ξανά στο παρόν:

Δεν καταλαβαίνεις… λέει ο Αντώνης, σχεδόν τρέμοντας. Δεν είμαι σαν εκείνον. Δεν εγκαταλείπω, απλώς προσπαθώ να χτίσω μια νέα ζωή.

Ο Ανδρέας τον κοιτάζει βαθιά, χωρίς κατηγορία αλλά με ξεκάθαρη διαύγεια.

Και την παλιά τη διεκδίκησες κανονικά; Ή ήταν πιο εύκολο να φύγεις;

Ο Αντώνης μένει σιωπηλός, τα δάχτυλα σφίγγονται ασυναίσθητα. Το βλέμμα χαμηλώνει.

Προσπάθησα, λέει. Χρόνια το πάλευα. Συζητούσαμε, προσπαθούσαμε, αλλά τίποτα δεν άλλαζε. Σαν να βυθιζόμασταν στην ίδια ρουτίνα, χωρίς χαρά.

Ο Ανδρέας σκύβει μπροστά, τη φωνή του να μαλακώνει αλλά να γίνεται πιο ουσιαστική:

Τι έκανες; Πότε της πήγες τελευταία φορά λουλούδια χωρίς λόγο; Την πήγες ποτέ σε εστιατόριο έτσι, χωρίς γιορτή; Της είπες έναν καλό λόγο;

Άντε, λοιπόν! ο Αντώνης υψώνει τη φωνή από πικρία, όχι από θυμό. Είχες πάντα ιδανική οικογένεια, καλό πατέρα, όλα τέλεια… Εύκολο να μιλάς…

Ο Ανδρέας δεν μετακινείται, μόνο σκουπίζει το πρόσωπό του με την παλάμη.

Δεν μιλάω για ιδανικά, απαντά ήρεμα. Μιλάω για επιλογές. Για το να μη ζήσεις τις ίδιες λάθος ιστορίες.

Ο Αντώνης γυρίζει απότομα, η φωνή του σκληρή.

Δεν ξέρεις τι σημαίνει να μεγαλώνεις χωρίς να σε θέλει ο πατέρας σου! τα μάτια του γεμάτα αγανάκτηση και παλιά πληγή.

Ο Ανδρέας σηκώνεται αργά. Δεν κάνει βήμα προς το μέρος του, αλλά είναι φανερό πως του ανοίγει χώρο.

Και τώρα βάζεις τον δικό σου γιο να περάσει το ίδιο; λέει ήσυχα. Λες πως δεν μοιάζεις με τον πατέρα σου, αλλά κάνεις ακριβώς τα ίδια…

Ο Αντώνης στέκεται σιωπηλός στην πόρτα. Μισογυρίζει, τα μάτια του θολά από απογοήτευση.

Δεν θες να καταλάβεις

Να καταλάβω τι; Ότι αφήνεις ένα μικρό παιδί για χάρη μίας άλλης γυναίκας; ο Ανδρέας κουνάει το κεφάλι. Αυτό δεν το καταλαβαίνω, όχι.

Ξέρεις τι; Κράτα τα κηρύγματά σου! αντιγυρίζει ο Αντώνης και βγαίνει, κλείνοντας την πόρτα με δύναμη.

Το χτύπημα της πόρτας αντηχεί βαριά στο καθιστικό. Ο Ανδρέας μένει ακίνητος, κοιτάζοντας την άδεια πολυθρόνα. Δεν ξέρει αν ο Αντώνης θα επιστρέψει, αν θα ζητήσει συγγνώμη αλλά δεν ελπίζει πια.

Αφήνει τον εαυτό του να βυθιστεί στον καναπέ και μένει έτσι, με τα μάτια κλειστά, προσπαθώντας να συμμαζέψει τα συναισθήματα που ξεφεύγουν.

Μερικά λεπτά αργότερα, η Δανάη μπαίνει στο δωμάτιο με τα μαλλιά της ακόμα υγρά από το ντους, τυλιγμένη με ρόμπα. Το πρόσωπό της αντανακλά ανησυχία κοιτάζει την ανοιχτή πόρτα, μετά τον Ανδρέα.

Τι έγινε; Άκουσα φωνές, ψιθυρίζει, κάθομαι δίπλα του.

Ο Ανδρέας της εξηγεί, με όση ψυχραιμία μπορεί να μαζέψει:

Ο Αντώνης έφυγε από το σπίτι του, γνώρισε άλλη, θέλει διαζύγιο.

Η Δανάη αφήνει έναν αναστεναγμό, τα χέρια της ανεβαίνουν αυθόρμητα μπροστά στο στόμα.

Μα έχει μικρό παιδί! Και η Μαριάννα φαινόταν πάντα τόσο ερωτευμένοι… Εμείς τους βλέπαμε μαζί, και στις γιορτές, στα γενέθλια, έμοιαζαν ευτυχισμένοι

Ακριβώς, κουνάει το κεφάλι ο Ανδρέας. Και τώρα κάνει ό,τι ακριβώς του έκανε ο πατέρας του. Δεν το καταλαβαίνει καν.

Η Δανάη μένει σιωπηλή για λίγο, αναλογιζόμενη. Ύστερα μιλά σιγανά:

Ίσως απλώς είναι μπερδεμένος. Καμιά φορά οι άνθρωποι χάνουν τον εαυτό τους και νομίζουν ότι φταίνε όλα γύρω τους

Ο Ανδρέας δεν αντιλέγει. Μονάχα σκέφτεται πόσο αντιφατικό είναι ο φίλος του να γίνεται τελικά αυτό που πάντα μισούσε. Η Δανάη ακουμπά απαλά το χέρι του. Σ αυτή τη βραδιά δεν χρειάζονται άλλα λόγια.

Έξω ο χιονιάς πυκνώνει, σκεπάζει τη γειτονιά με λευκό πέπλο. Το σπίτι είναι σιωπηλό μόνο το τικ τακ του ρολογιού σπάει τη βουβαμάρα, μετρώντας τα λεπτά που χάνονται και δεν ξανάρχονται ποτέ.

**********************

Μια βδομάδα αργότερα, ο Ανδρέας με τη Δανάη χτυπούν το κουδούνι της Μαριάννας. Ο αέρας είναι παγωμένος, το πεζοδρόμιο γεμάτο λιωμένο χιόνι. Η Δανάη κρατάει ένα ταψί με πίτα καλά τυλιγμένο, όχι επιδεικτικά, μα με φροντίδα δείγμα πως ήρθαν με αγνή διάθεση, όχι να ανακατευτούν.

Ο Ανδρέας τη ρωτά με τα μάτια αν είναι όλα εντάξει. Πατά το κουδούνι, η πόρτα ανοίγει και η Μαριάννα τους κοιτά εντυπωσιασμένη σίγουρα δεν τους περίμενε.

Τι κάνετε; ψελλίζει, κάπως αμήχανη.

Ήρθαμε να δούμε πώς είσαι, λέει ζεστά η Δανάη, δίνοντάς της την πίτα. Μπορούμε να περάσουμε;

Η Μαριάννα στέκεται διστακτική για μια στιγμή, μετά κάνει άκρη και ανοίγει διάπλατα.

Φυσικά, περάστε.

Μπαίνουν στην κουζίνα, ο χώρος ασυνήθιστα ήσυχος. Έλειπαν τα γέλια του Νίκου, οι ήχοι των παιδικών, οι φωνές. Σαν να έχει φανεί πιο άδειο το διαμέρισμα. Η Δανάη παίρνει ασυναίσθητα το βλέμμα τριγύρω, σαν να ψάχνει κάτι.

Στον παιδικό είναι, εξηγεί η Μαριάννα. Σήμερα έχουν παράσταση θεάτρου, θα πάω να τον πάρω αργά.

Ετοιμάζει τσάι, βάζει τις κούπες, κινήσεις μηχανικές που τη βοηθούν να μην σπάσει. Κάθονται.

Πώς τα βγάζεις πέρα; ρωτά ψηθυριστά ο Ανδρέας.

Η Μαριάννα σηκώνει ελαφρά τους ώμους, κοιτάζει το τραπεζομάντηλο.

Κάπως τα καταφέρνω… λέει διστακτικά, και πιο σταθερά: Η δουλειά βοηθά. Λιγότερος χρόνος να σκέφτεσαι

Και ο Νίκος;

Δεν έχει καταλάβει ακριβώς. Καμιά φορά ρωτάει που είναι ο μπαμπάς. Του λέω πως δουλεύει. Δεν ξέρω Τουλάχιστον δεν κλαίει.

Όταν η φωνή της σπάει, η Δανάη αγγίζει στοργικά το χέρι της. Η Μαριάννα ανταποκρίνεται με μια μικρή πίεση, ένα ευχαριστώ γεμάτο ευγνωμοσύνη. Κοιτά την κούπα, τα δάκρυα λαμπυρίζουν.

Αν χρειαστείς βοήθεια με τον Νίκο, με το σπίτι, οτιδήποτε πες το, λέει σταθερά η Δανάη.

Η Μαριάννα ανεβάζει το βλέμμα, τα δάκρυα κυλούν χωρίς ντροπή.

Σας ευχαριστώ, αλήθεια. Δε φανταζόμουν ποτέ πόσο μόνος μπορεί να νιώσει κάποιος μέχρι να νιώσει… Παλιά πίστευα πως οι φίλοι είναι πολλοί, μα όταν χρειάστηκα πραγματικά, όλοι εξαφανίστηκαν. Μόνο εσείς ήρθατε.

Ο Ανδρέας γέρνει μπροστά, το βλέμμα του γεμάτο σιγουριά.

Να θυμάσαι, σε εμάς πάντα μπορείς να βασίζεσαι.

Τα λόγια του είναι απλά, αλλά χαρίζουν στη Μαριάννα δύναμη. Όταν η Δανάη σερβίρει την πίτα και της το λέει χαμογελαστά: «Φάε, μην κρυώσει», η Μαριάννα σκουπίζει τα μάτια, σπάει τη σιωπή μ ένα διστακτικό χαμόγελο.

Ας φάμε λοιπόν, και βλέπουμε διακρίνεται μια ελπίδα, έστω και αμυδρή, πως κάτι μπορεί να ορθωθεί ξανά.

*************************

Τρία χρόνια αργότερα, μεσημέρι στην πλατεία της Καισαριανής, ο ήλιος λάμπει, το πάρκο είναι γεμάτο φωνές. Ο πεντάχρονος Νίκος κυνηγάει μια κόκκινη μπάλα, το γέλιο του φτάνει μέχρι τα παγκάκια. Δίπλα, η Δανάη λικνίζει απαλά το καρότσι της κόρης τους. Οι ηλιαχτίδες πέφτουν πάνω της και ο Ανδρέας, καθισμένος δίπλα, κοιτάζει με καμάρι τον μικρό.

Πω πω, μεγάλωσε ο Νίκος, σχολιάζει η Δανάη. Αν τον αφήσεις, δε θα σταματήσει να τρέχει!

Η Μαριάννα τα καταφέρνει περίφημα, λέει ο Ανδρέας, βλέποντας τον Νίκο να σκοράρει σε φανταστικό τέρμα. Βάζει όλο της το είναι.

Η Δανάη σοβαρεύει, φτιάχνοντας το σεντονάκι του καροτσιού:

Τα καταφέρνει, αλλά συχνά είναι μόνη. Κι ο Αντώνης πολλές φορές λέει πως θα πάρει τον μικρό τα Σαββατοκύριακα, και τελικά ακυρώνει την τελευταία στιγμή. Χθες της έστειλε μήνυμα «κάτι προέκυψε στη δουλειά».

Ο Ανδρέας κατσουφιάζει. Έχει δει πολλές φορές τον Αντώνη να εμφανίζεται από το πουθενά με ακριβά δώρα, να υπόσχεται εξόδους και μετά να εξαφανίζεται. Ο μικρός αρχίζει να καταλαβαίνει ρωτάει όλο και πιο συχνά «Ο μπαμπάς δεν με αγαπάει;» Η Μαριάννα κρατιέται να μην λυγίσει μπροστά του.

Ο Ανδρέας σφίγγει τις γροθιές του, μετά αφήνει φανερά το συναίσθημα να περάσει.

Πώς γίνεται να μην βλέπει ότι γίνεται ο πατέρας του; Κι έλεγε πως δεν θα γίνει ποτέ ίδιος. Τώρα κάνει τα ίδια και τα χειρότερα.

Και όλο το δικαιολογεί, μουρμουρίζει η Δανάη. Λέει ότι «ψάχνει τον εαυτό του», ότι «πρέπει να ξαναβρεί τη ζωή του». Μα τελικά απλώς φεύγει.

Εκείνη τη στιγμή, ο Νίκος τρέχει λαχανιασμένος κοντά τους.

Θείε Ανδρέα, κοίτα τι καινούριο έμαθα! φωνάζει, κάνει το κόλπο του με τη μπάλα και ξαναφεύγει.

Η Δανάη χαμογελάει.

Είναι καλό που είσαι πάντα δίπλα του. Για εκείνον εσύ είσαι ο μεγάλος που δεν χάνεται, που δεν επιστρέφει και ξαναφεύγει. Εσύ του μαθαίνεις τι σημαίνει αξιοπιστία.

Ο Ανδρέας, με βλέμμα ήρεμο, αποφασίζει και μέσα του: αν ο Αντώνης δεν θέλει να είναι πατέρας, εκείνος θα φροντίσει να μη νιώσει ποτέ ο μικρός εγκαταλελειμμένος. Δεν θα επαναληφθεί η ιστορία του Αντώνη φτάνει.

Ο ήλιος συνεχίζει να λούζει το πάρκο, ο Νίκος γελάει, το καρότσι λικνίζεται ήσυχα, και στην καρδιά του Ανδρέα καρφώνεται η υπόσχεση: θα κάνει ό,τι μπορεί, ώστε αυτό το παιδί να νιώσει ασφάλεια και αγάπη. Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται ιδανικό παρελθόν. Θέλουν παρόν, με ανθρώπους που μένουν δίπλα τους.

Oceń artykuł
Η Μοίρα Επαναλαμβάνεται