Η Μη Χρειαστή Μητέρα

ΑΣΗΜΑΝΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

Μιχάλη, κάτσε! Πρέπει να μιλήσουμε αμέσως! είπε η σύζυγός του με μια αποφασιστικά σφιγμένη έκφραση, καθώς κάθισε στο τραπέζι.
Ο άντρας πήρε θέση δίπλα της. Η Ελένη σκούπισε με το μαντίλι τα βουρκωμένα μάτια:
Δεν ξέρω τι να κάνω με τη μάνα μου. Με το ζόρι πια περπατάει. Αυτόν τον χειμώνα δε θα τα καταφέρει στο σπιτάκι της είναι έτοιμο να πέσει.
Και τι προτείνεις;
Σου είπα, δεν ξέρω.
Ελένη, πάντα ελπίζεις σε μένα, αλλά είναι η μάνα σου και πρέπει εσύ να αποφασίσεις.
Μιχάλη, δεν μπορούμε να τη φέρουμε στο σπίτι μας. Δύο δωμάτια έχουμε και δυο αγόρια, μεγάλα πια. Πού να βάλουμε τη μάνα; έμοιαζε να έχει πάρει μια απόφαση για τη μητέρα της και τώρα προσπαθούσε να τη μεταφέρει όσο πιο απλά γίνεται στον άντρα της. Έχουμε εδώ στην Αθήνα έναν ιδιωτικό οίκο ευγηρίας.
Ελένη, να στείλεις τη μάνα σου σε οίκο ευγηρίας;
Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Λένε πως είναι καλός ο χώρος, την προσέχουν.
Είπες όμως, ιδιωτικός; Πόσο πάει;
Εξήντα ευρώ τη μέρα. Αν τα δώσεις όλα μαζί, είναι χίλια οκτακόσια το μήνα. Την προσέχουν, υπάρχει και νοσοκόμα πάντα. Τα χίλια οκτακόσια δεν είναι λίγα, αλλά θα τα κουτσοβολέψουμε.
Ελένη, είναι σκληρό! Η μάνα τόσα χρόνια μας έφερνε γλυκά από το χωριό, ελιές, τα εγγόνια της τα γέμιζε δώρα. Όλα με το χέρι στην καρδιά. Κι εμείς τη στέλνουμε εκεί;
Νομίζεις πως εμένα δεν μου ματώνει η καρδιά; Δεν έχουμε άλλη διέξοδο.
Αχ! αναστέναξε βαθιά ο άνδρας. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει;
Σκέφτηκα μήπως πουλήσω το σπίτι της το έχει γράψει σε μένα. Αλλά ποιος να το πάρει τώρα που έρχεται χειμώνας; Και τι λεφτά να δώσουν γι αυτή την ετοιμόρροπη καλύβα;
Τι είπες στη μάνα;
Όχι ακόμα. Το Σάββατο θα πάμε, να συγυρίσουμε το μποστάνι της και θα της μιλήσω.
Εγώ με τα παιδιά θα μαζέψω ό,τι έχει στο μποστάνι, κούνησε το κεφάλι ο άντρας. Αλλά τη συζήτηση για τον οίκο ευγηρίας θα την κάνεις μόνη σου.
Μιχάλη, μέχρι την άνοιξη θα μείνει εκεί και βλέπουμε. Αν δε της αρέσει, κάτι θα βρούμε τότε.
Όχι, Ελένη, αισθάνομαι πως άπαξ και φύγει, δε γυρίζει ποτέ. Σκέψου το. Είναι άδικο.
***
Τώρα μια βδομάδα η Άννα Σταματίου έχει εγκατασταθεί στον οίκο ευγηρίας. Καταλαβαίνει ότι η κόρη δεν είχε επιλογή. Άλλωστε, ούτε να περπατήσει καλά δεν μπορεί πια κοντεύει τα ογδόντα.
Όμως τέτοια γηρατειά δεν φανταζόταν. Ήθελε να μείνει τα τελευταία της χρόνια κοντά στους δικούς της. Ποιος όμως να φροντίσει την άρρωστη μάνα;
Μπήκε στο δωμάτιο η νοσοκόμα:
Κυρία Άννα, ήρθαν τα εγγονάκια!
Φωτίστηκε το πρόσωπο της γιαγιάς όταν μπήκαν. Ακόμα και ο μικρός, ο Στέλιος, την περνούσε πια στο μπόι. Ο Μάριος της έφτανε πια στο κεφάλι.
Γεια σου γιαγιά! Πώς είσαι;
Καλά είμαι, φαγητό καλό, οι νοσοκόμες τρέχουν πάνω μας, κι αμέσως άρχισε να ανησυχεί για τα παιδιά. Καθίστε, καθίστε! Εκεί στο τραπέζι!
Δεν θα μείνουμε πολύ. Σου φέραμε τρόφιμα και χοντρά ρούχα.
Ευχαριστώ! Και… πώς πάει το σχολείο;
Καλά απάντησαν και οι δυο μαζί.
Να διαβάζετε! Μάριε, τελειώνεις φέτος. Έχεις σκεφτεί τι θα κάνεις;
Θα δώσω για το Πολυτεχνείο.
Οι γονείς; Γιατί δεν ήρθαν μαζί σας;
Ο πατέρας πήγε στο σπίτι σου.
Αχ, πες του να βγάλει τα καρότα όλα απ’ τον κήπο, η ζέστη πέφτει. Κι ό,τι λάχανο έχει, να τα κόψει, μεγάλωσαν αρκετά.
Θα του τηλεφωνήσω!
Ο Στέλιος έβγαλε το κινητό, κάλεσε:
Μπαμπά, η γιαγιά λέει να βγάλεις τα καρότα και τα λάχανα.
Εντάξει, ακούστηκε η φωνή του πατέρα.
Δώσε! πήρε το κινητό η γιαγιά και άρχισε τις οδηγίες Μιχάλη, τα καρότα να τα αφήσεις τρεις μέρες έξω πριν τα κατεβάσεις στο υπόγειο. Το λάχανο να το φυτέψεις με το κοτσάνι κάτω στην άμμο, σ εκείνο το διαμέρισμα. Τα μεγάλα καρότα να βάλεις μαζί, τα μικρά πάρ τα σπίτι. Κατάλαβες;
Εντάξει, εντάξει. Εσύ μην στεναχωριέσαι!
Μιχάλη, βρες και τη Μίνα και τάισέ τη! Έμεινε το γατάκι μονάχο του…
Θα τη βρω.
Ορίστε! έδωσε πίσω το κινητό στον εγγονό.
Γιαγιά, φεύγουμε. Να μαστε καλά;
Περιμένετε! έβγαλε το πορτοφόλι Ορίστε από χίλια ευρώ στον καθένα. Πάρτε να πάρετε κάτι.
Μα εσύ;
Εγώ εδώ δεν τα χρειάζομαι, παιδιά μου.
Ευχαριστούμε, γιαγιά!
Βγήκαν, κι η Άννα στάθηκε στο παράθυρο ν’ ατενίζει τα παιδιά που απομακρύνονταν, μέχρι που χάθηκαν.
***
Ο Μιχάλης πάρκαρε το παλιό του Opel απέναντι από το διαμέρισμα. Λίγο πιο πέρα, ο γείτονας, ο Κώστας, πάρκαρε το Ford του. Βλέποντας τις σακούλες με τα καρότα και τα λάχανα, ρώτησε:
Από το χωριό;
Κάτι τέτοιο, από την πεθερά μου.
Κι εμείς σκεφτόμαστε να αγοράσουμε σπιτάκι στην Εύβοια με τη γυναίκα, τώρα που τα παιδιά μεγάλωσαν κι έφυγαν.
Άκου, Κώστα! είπε σκεφτικός ο Μιχάλης Εσύ έχεις τεσσάρι στο δεύτερο όροφο.
Ναι.
Μήπως το άλλαζες με το δικό μας, δύο δωμάτια, κι απάνω σου δίνω το σπιτάκι της πεθεράς μου με τον μποστάνι; Γριά γυναίκα πια, δεν μπορεί να το δουλέψει άλλο.
Μμμ, ενδιαφέρον. Να το πω στη γυναίκα μου να ρίξουμε μια ματιά.
Μίλα και ελάτε το βράδυ να συζητήσουμε.
Θα δω.
***
Ο Μιχάλης πλύθηκε, έφαγε και έπεσε στο κρεβάτι. Η Ελένη πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει φαγητό πλησίαζε η ώρα που θα 'ρθουν τα αγόρια. Ο μικρός απ το καράτε, ο μεγάλος ερωτευμένος.
«Έφτασε πια δεκαεπτά. Καιρός ήταν Μην κάνει καμιά βλακεία. Ο μικρός; Ούτε σπίτι, όλη μέρα έξω…»
Χτύπησε η πόρτα. Έτρεξε η Ελένη πριν καν σκουπίσει τα χέρια. Ανοίγει, φιλοξενούμενοι οι γείτονες.
Ελένη, ήρθαμε!
Ελάτε! Βίκυ, τι έγινε;
Δεν σου είπε τίποτα ο δικός σου;
Όχι, ξαφνιάστηκε η Ελένη.
Οι άντρες αποφάσισαν να αλλάξουν τα σπίτια.
Βίκυ Τι; τα 'χασε. Περάστε, περάστε!
Τρέχει μέσα, σκουντάει τον άντρα της:
Μιχάλη, σήκω! Έχουμε επισκέπτες.
Ο άντρας σηκώθηκε, έτρεξε στο μπάνιο:
Έρχομαι!
Η Βίκυ εν τω μεταξύ επιθεωρούσε το σπιτικό.
Θα μου εξηγήσει κανείς τι γίνεται;
Ελένη, θέλουν να αλλάξουν τα σπίτια, μαζί και το σπίτι στο χωριό της μάνας σου. Εμείς έχουμε μεγάλο σπίτι, εσείς μικρότερο, αλλά παίρνουμε και το εξοχικό. Ωραίο το σπιτάκι σας!
Γυρίζει ο Μιχάλης κι αμέσως η γυναίκα του ορμάει σε ερωτήσεις:
Τι σκαρώνεις;
Αν συμφωνήσουμε, πάμε στο δικό τους μεγάλο διαμέρισμα και παίρνουμε μαζί μας τη μάνα σου.
Η Ελένη έμεινε ανάμεσα στο χαμόγελο και τον ενδοιασμό:
Λοιπόν, να βάλω ένα τσάι και πάμε να δούμε το σπίτι σας;
Τσάι, λέει! γέλασε ο σύζυγος. Βάλε κάτι πιο «βαρύ» για την περίσταση!
***
Εκείνο το βράδυ ο Μιχάλης κι η Ελένη δεν μπορούσαν να κοιμηθούν έκαναν όνειρα πού θα μπει τι στη νέα, μεγάλη τους γκαρσονιέρα. Κυρίως μιλούσε η Ελένη, ώσπου εκείνος παραδόθηκε στο ύπνο.
Κοιμήθηκες, ε; τον κτύπησε ελαφρά στα πλευρά.
Ελένη, μη πεις τίποτα στη μάνα σου ακόμη. Μόλις τακτοποιηθούμε, τη φέρνουμε.
***
Αυτό το μουντό φθινοπωρινό πρωινό, η Άννα Σταματίου κοίταζε μελαγχολικά έξω απ το παράθυρο του δωματίου της στον οίκο ευγηρίας. H διάθεσή της γκρίζα, όπως ο καιρός:
«Τρεις βδομάδες εδώ. Τα παιδιά φαίνεται με ξέχασαν. Άχρηστη μάνα. Μόνο μια φορά ήρθαν τα εγγόνια. Η κόρη πήρε δύο φορές τηλέφωνο.
Πρώτη φορά μού πε πως το σπίτι μου, το πούλησε ή το αντάλλαξε, αλλά η φωνή της ευτυχισμένη. Τουλάχιστον πληρώνουν για μένα, χίλια οκτακόσια τον μήνα δεν είναι και λίγο. Πού να γυρίσω πλέον;
Τη δεύτερη φορά, μού πε πως έχουν πολλή δουλειά, θα έρθουν όταν μπορέσουν. Φυσικά, οι νέοι πάντα βιάζονται. Σάββατο σήμερα, μπορεί να 'ρθουν. Άχ, να είχα μάθει να με παίρνουν στο κινητό ούτε να το χειριστώ ξέρω».
Έμεινε έτσι για ώρα, δυο ώρες. Ώσπου, ιδού, το αυτοκίνητο του γαμπρού σταμάτησε μπροστά στην πύλη:
«Τελικά με θυμήθηκαν! μα ξαφνικά λιγόστεψε η χαρά. Μόνος ήρθε ο Μιχάλης, χωρίς σακούλες. Κάτι θα έγινε;»
Χωρίς να παίρνει τα μάτια της απ’ την πόρτα, την βλέπει να ανοίγει. Μπαίνει ο Μιχάλης, χαμογελαστός:
Καλημέρα, μαμά!
Καλημέρα, Μιχάλη Τι τρέχει;
Ετοιμάσου! Θα σε πάρω σπίτι.
Στο σπίτι; Για επίσκεψη;
Όχι, για πάντα. Πάρε τα πράγματά σου όλα!
Γιατί μιλάς με γρίφους;
Τα παιδιά ήθελαν να σου κάνουν έκπληξη.
Η Άννα, μπερδεμένη και συγκινημένη, ετοιμάστηκε. Εκείνη την ώρα μπήκε η συγκάτοικός της, η Δέσποινα:
Άννα, πού πας;
Ο γαμπρός με παίρνει, είπε για πάντα!
Τυχερή είσαι! Τα δικά μου μάλλον για πάντα με άφησαν εδώ…
Δέσποινα, μην απελπίζεσαι. Δύσκολο είναι για τα παιδιά, αλλά ίσως σε πάρουν στο τέλος.
***
Κοιτούσε η Άννα απ το παράθυρο του αυτοκινήτου και τη βασάνιζαν σκέψεις:
«Γιατί με πήρε; Δύο δωμάτια όλοι κι όλοι, θα τους γίνω βάρος. Πού θα βολευτώ; Πάλι θα με στείλουν πίσω…»
Έφτασαν στην πολυκατοικία. Ο Μιχάλης πάρκαρε εκεί όπου πάντα. Τη βοήθησε με τις αποσκευές, αλλά δεν πήγαν στη γνωστή πόρτα. Μπήκαν σε άλλη είσοδο.
Έλα, έλα!
Ανέβηκαν στον δεύτερο, χτύπησαν. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα κι έτρεξαν προς τη γιαγιά τα εγγόνια:
Γιαγιά, πέρασε! Τώρα αυτή είναι η δική μας πολυκατοικία! φώναξε ο μικρός με μια λάμψη χαράς.
Η Ελένη πέφτει στην αγκαλιά της μάνας της:
Μαμά, τώρα θα ζεις με εμάς. Έλα να σου δείξω το δωμάτιό σου.
Μικρό, αλλά πανέμορφο. Νέα κρεβάτι, ντουλάπα, βιβλία της εποχής. Η Άννα δεν το πίστευε… Δίπλα στην κόρη, κοντά στα εγγόνια, άλλη ζωή πια.
Κι εκεί, δίπλα στο πόδι της, τρίφτηκε κι άρχισε να γουργουρίζει μια γνώριμη ζεστή γατούλα:
Μίνα! φώναξε με χαρά η Άννα Σταματίου και δάκρυσε, αυτή τη φορά από ευτυχία.

Oceń artykuł
Η Μη Χρειαστή Μητέρα