Μητρική αγάπη
Μαριάννα, είναι η Ελένη Παπαδοπούλου. Ταΐσες σήμερα τον Κώστα; Η φωνή της είχε μια ανησυχητική χροιά, λες και ρωτούσε για κάποιο χάμστερ που ίσως είχα ξεχάσει στο μπαλκόνι και όχι τον τριανταδυάχρονο άντρα μου, προγραμματιστή.
Έκλεισα τα μάτια σφίγγοντας το κινητό στο αφτί. Στο τραπέζι άχνιζε μόλις βγαλμένος ο σολομός στον ατμό με μπρόκολο. Ο Κώστας μόλις είχε βγει απ το ντους, φρέσκος και γεμάτος ζωντάνια μετά το απογευματινό του τρέξιμο.
Καλησπέρα σας, κυρία Ελένη. Φυσικά, τον τάισα. Μόλις ετοιμαζόμαστε να καθίσουμε για βραδινό.
Και τι έφαγε; ήρθε αμέσως το ερώτημα. Πάλι από αυτή τη σαλατόμαζα τα δικά σου και άγευστο ψάρι; Ο άντρας θέλει κρέας! Θερμίδες! Χθες άκουσα στην τηλεόραση, λέγανε πως οι αδύνατοι άντρες πεθαίνουν πιο γρήγορα. Θέλεις να τον καταστρέψεις με τις δίαιτές σου;
Ο Κώστας, μόλις αναγνώρισε το γνώριμο τόνο, γύρισε τα μάτια και μου έδειξε με το χέρι, «πες ότι δεν είμαι εδώ». Αλλά έλειπε μόνο με το σώμα. Η καινούργια του εικόνα, η επιλογή του, αιωρούνταν ανάμεσά μας σαν αόρατο, βαρύ φορτίο.
Κυρία Ελένη, όπως θέλει τρώει ο Κώστας. Είναι πολύ καλά στην υγεία του. Ο γιατρός του έδωσε συγχαρητήρια.
Οι γιατροί όλο χαρτιά γράφουν! ακούστηκε ένα αγανακτισμένο φύσημα. Εγώ είμαι η μάνα του, βλέπω ξεκάθαρα. Μάγουλα δεν του έχουν μείνει, κόκαλα φαίνονται. Άλλοτε ήταν άντρας με περπατησιά, τώρα… Σε παρακαλώ, βράσε του τουλάχιστον ένα μοσχαρίσιο κοκκινιστό! Αύριο θα φέρω εγώ. Εκτός αν κλαις τα λεφτά για το κρέας;
Έτσι κυλάει κάθε μέρα. Ακριβώς στις έξι το απόγευμα, το κινητό πάλλει και ξέρω πια απόλυτα είναι η Ελένη Παπαδοπούλου. Η πέθερά μου. Κριτής και υπεύθυνη ελέγχου για το αν αντεπεξέρχομαι στις υποχρεώσεις μιας συζύγου.
Κι όμως, όλα ξεκίνησαν τόσο όμορφα.
***
Πριν οχτώ μήνες, ο Κώστας επέστρεψε από τον ετήσιο ιατρικό έλεγχο στη δουλειά άσπρος σαν πανί. Κάθισε στον καναπέ, ξεκούμπωσε τη ζώνη και ξεφύσηξε σαν να γύρισε από μαραθώνιο.
Μάρι, έχουμε πρόβλημα, είπε χαμηλόφωνα.
Φοβήθηκα αμέσως καρδιά; συκώτι; το μυαλό γέμισε διαγνώσεις και φόβους.
Τι έπαθες;
Έχω πίεση. Ψηλή. Ο γιατρός λέει αν δεν προσέξω, στα σαράντα θα είμαι με χάπια. Και χοληστερίνη υψηλή. Και το σάκχαρο στα όρια.
Ο Κώστας ήταν τότε τριανταδύο. Ύψος ένα ογδόντα, βάρος ενενήντα πέντε κιλά. Η κοιλιά υπερπηδούσε τη ζώνη, το πρόσωπο στρογγυλό, άρχισε και το διπλοσάγονο. Πέντε χρόνια γραφείο, φαγητά στην ταβέρνα, καθιστική ζωή ο άντρας μου από κομψό παιδί έγινε ένας ξεφουσκωμένος κύριος με λαχάνιασμα.
Ξέρεις, βαρέθηκα, είπε ήσυχα. Δεν αντέχω να λαχανιάζω κάθε φορά που ανεβαίνω σκάλες. Τη θάλασσα τη φοβάμαι πια. Δεν μου πάει…
Τον αγκάλιασα σφιχτά. Δεν μ ένοιαζε πόσο ζύγιζε. Τον αγαπούσα έτσι όπως ήταν. Αλλά αν ο ίδιος δυσκολευόταν, αν η υγεία του κινδύνευε, τότε ναι κάτι έπρεπε να αλλάξει.
Να το κάνουμε μαζί, πρότεινα. Να μάθουμε πώς να τρεφόμαστε σωστά. Να βρούμε ένα καλό γυμναστήριο. Θα σου μαγειρεύω υγιεινά.
Και έτσι αρχίσαμε. Ο Κώστας γράφτηκε στο «Athletic Club», βρήκε personal trainer. Κατέβασα εφαρμογές με συνταγές διατροφής, αγόρασα ζυγαριά κουζίνας, ατμομάγειρα. Πηγαίναμε μαζί στο super market, διαβάζαμε ετικέτες, μετρούσαμε θερμίδες και πρωτεΐνες.
Ο πρώτος μήνας ήταν δύσκολος. Ο Κώστας νευρικός, πεινασμένος, γκρίνιαζε για το βραστό ρύζι και το φιλέτο κοτόπουλο. Σιγά-σιγά όμως, το σώμα του συνήθισε. Άρχισε να παρατηρεί πως δεν νύσταζε πια μετά το γεύμα, πως ανέβαινε τα σκαλιά χωρίς κόπο, πως τα jeans του κρεμόντουσαν.
Για πρωινό έτρωγε βρώμη με νερό και μπανάνα. Για μεσημεριανό έπαιρνε τάπερ με γαλοπούλα και λαχανικά. Για βραδινό ψάρι, σαλάτα ή πεντανόστιμη ομελέτα στο φούρνο με ανθότυρο και λαχανικά. Κόψαμε μαγιονέζα, τηγανητά, junk food. Στην αρχή το φαγητό φαινόταν άνοστο, αλλά σε λίγο ανακαλύψαμε τη φυσική γεύση των υλικών. Το μπρόκολο μπορεί να γίνει τέλειο αν το μαγειρέψεις σωστά.
Τα κιλά έφευγαν αργά, μετά πιο γρήγορα. Σε τρεις μήνες είχε χάσει επτά. Σε έξι μήνες δώδεκα. Οχτώ μήνες μετά, η ζυγαριά «έγραφε» ογδόντα κιλά μείον δεκαπέντε!
Εξωτερικά άλλαξε απίστευτα. Το πρόσωπό του απέκτησε γωνίες, τα μάτια του έλαμψαν. Το σώμα του σφιχτό. Στον καθρέφτη αντανακλούσε νέος άνθρωπος γεμάτος ενέργεια, αυτοπεποίθηση.
Οι φίλοι και οι συνάδελφοί του τον θαύμαζαν, τον ρωτούσαν το μυστικό. Στο δρόμο οι γυναίκες γύριζαν να τον κοιτάξουν. Χαιρόμουν ήμουν περήφανη. Ο άντρας μου τα κατάφερε!
Η κυρία Ελένη το καλοκαίρι έλειπε στο εξοχικό της αδερφής της στην Πάτρα. Τον Ιούνιο έφυγε, Σεπτέμβρη γύρισε. Τον γιο της σχεδόν τρεις μήνες δεν τον είχε δει. Εννοείται, μιλούσαν τακτικά στο τηλέφωνο, αλλά άλλο να τον βλέπεις από κοντά.
Κι επέστρεψε…
***
Το θυμάμαι σαν να ήταν σήμερα. Το Σάββατο πρωί χτύπησε ξαφνικά το κουδούνι. Δεν είχαμε σηκωθεί ακόμη. Ο Κώστας άνοιξε με το εσώρουχο και μπλούζα.
Άκουσα την κραυγή της απ το δωμάτιο.
Κώστα! Παναγία μου, τι έπαθες;
Βγήκα στο χολ. Η πεθερά μου με σακούλες στα χέρια, λευκή στο πρόσωπο, τα μάτια τεράστια. Κοιτούσε τον γιο της σαν να έβλεπε φάντασμα.
Μαμά, καλημέρα, είπε νυσταγμένα ο Κώστας. Γιατί ήρθες τόσο πρωί;
Τι έπαθες; Είσαι άρρωστος; Πόσα κιλά έχασες; παράτησε τα πράγματα, τον άρπαξε από τους ώμους, τον ψηλάφησε όπως εξετάζεις παιδί στο γιατρό. Σε στέγνωσε! Είσαι πετσί και κόκαλο! Τι του κάνατε;
Η τελευταία ερώτηση στρεφόταν σε μένα. Στεκόμουν στην πόρτα με τη νυχτικιά, νοιώθοντας το κύμα της κατηγορίας πριν καν ειπωθεί.
Μαμά, όλα καλά, γέλασε ο Κώστας. Αδυνάτισα επίτηδες. Γυμνάζομαι, τρέφομαι σωστά.
Επίτηδες; έκανε πίσω, γεμάτη σοκ. Γιατί; Ήσουν άντρας κανονικός! Τώρα μοιάζεις με ασθενή!
Κυρία Ελένη, δεν είναι ασθενής, είπα μαλακά. Είναι σε άριστη κατάσταση. Ο γιατρός τον επιβράβευσε. Όλες του οι εξετάσεις πολύ καλές.
Με κοίταξε σαν να πρότεινα στον γιο της δηλητήριο.
Αυτά είναι τα δικά σου; Οι δίαιτες; Τον άφηνες νηστικό;
Μαμά! σοβαρεύτηκε ο Κώστας. Σταμάτα.
Ποτέ δεν ήταν χοντρός! Τώρα είναι σαν καλαμάκι! Οι άντρες πρέπει να χουν σωματάκι, να φαίνονται!
Έφερε μαζί της κατσαρόλα γεμάτη μοσχαράκι κοκκινιστό, πατάτες με αρνάκι στο φούρνο και πίτα με σπανάκι. Τα αράδιασε στο τραπέζι και πρόσταξε τον Κώστα να τα φάει όλα.
Μαμά, ευχαριστώ, έχουμε ήδη φάει, προσπάθησε να ξεγλιστρήσει.
Τι φάγατε κρυφοκοιτάζει στην κουζίνα, όπου δύο πιάτα με υπολείμματα βρώμης και φρούτων περίμεναν να πλυθούν. Αυτό το πραγματάκι το πρωινό; Για τα πουλάκια είναι! Κάτσε να φας κάτι σωστό.
Αναγκάστηκε να φάει ένα πιάτο μοσχαράκι, έστω για να μη τη στενοχωρήσει. Εκείνη παρακολουθούσε κάθε κουταλιά, και μόνο τότε ησύχασε το βλέμμα της.
Έτσι πρέπει να τρώει ο άντρας! ανακοίνωσε σπουδαία. Όχι σαλατούλες και ψαράκια! Θα έρχομαι πιο συχνά να ελέγχω τι τρώτε.
Μετά έφυγε. Ο Κώστας έμεινε στον καναπέ να διαμαρτύρεται ότι θα «πρηστεί» μέχρι το μεσημέρι. Την επόμενη, ξεκίνησαν τα τηλεφωνήματα…
***
Ακριβώς στις έξι το απόγευμα.
Μαριάννα, Ελένη Παπαδοπούλου. Τι έφαγε μεσημέρι ο Κώστας;
Καλησπέρα. Στην εταιρεία έφαγε, είχε ταπεράκι με γαλοπούλα και λαχανικά.
Γαλοπούλα! Τι στεγνό πράγμα! Να του δώσεις χοιρινό! Τα λαχανικά ποια ήτανε;
Πιπεριά, ντομάτα, αγγούρι
Κανένα φαγητό αυτό! Χωρίς πατάτα; Χωρίς ζυμαρικά; Ο άντρας θέλει υδατάνθρακες.
Προσπάθησα να εξηγήσω για τους σύνθετους υδατάνθρακες, την μπαλανσαρισμένη διατροφή, τον προπονητή. Εκείνη, βουβή, στο τέλος είπε:
Εγώ ξέρω από φαγητό. Τον Κώστα γερό τον ανέθρεψα, τώρα μου τον καταντήσατε.
Την άλλη μέρα, η ίδια ιστορία για το πρωινό: Ομελέτα με τρία ασπράδια και πολύσπορο ψωμί.
Τρία ασπράδια; Και οι κρόκοι που πήγαν; Εκεί είναι οι βιταμίνες! Τα τσιγκουνεύεσαι τα αυγά;
Έχει πολλή χοληστερίνη ο κρόκος, κυρία Ελένη.
Παραμύθια, εγώ τρώω πέντε τη μέρα μια ζωή!
Και μετά για το γυμναστήριο.
Πηγαίνει; Πόσες φορές;
Τέσσερις.
Θα τον εξαντλήσετε! Θα πάθει καρδιά το παιδί, τόσο νέος!
Και έπειτα έφτασε και στο παρανοϊκό.
Μήπως έχει σκουλήκια ο Κώστας; Από αυτά αδυνατίζουν τα παιδιά!
Δεν έχει σκουλήκια, κυρία Ελένη.
Τι ξέρεις, εξετάσεις κάνατε; Και τον θυρεοειδή να του δεις!
Αναγκαστικά, μετέφερα το τηλέφωνο στον Κώστα. Προσπάθησε να της εξηγήσει. Εκείνη μετά τα ίδια: «Θα έρθω το βράδυ».
Ήρθε με πιλάφι και τα αξεσουάρ. Ο Κώστας, δυστυχώς, υπέκυψε στο «λίγο να μην την προσβάλει». Χαμογέλασε απολογητικά προς εμένα. Ένιωθε μπερδεμένος ένοχος στη μητέρα αν δεν φάει, ένοχος σε μένα αν ξεφύγει από το πρόγραμμα.
Μετά, φταίει που δεν της μίλησε αυστηρά. «Θα το συνηθίσει, θα το δεχτεί», έλεγε.
Μα εκείνη δεν ησύχασε. Κάθε μέρα ή δύο φορές τη μέρα τηλέφωνο.
Έχετε ζεστό νερό ή από το κρύο αρρώστησες και αδυνάτισες;
Σε αφήνει νηστικό το βράδυ, οπότε δεν πεινάς ούτε το πρωί;
Τα πρωτεϊνικά ροφήματα βλάπτουν, μόνο χημεία είναι!
Η καμπάνια ανησυχίας της. Τηλεφωνούσε ακόμη και σε θείες του Κώστα. Μια μέρα πήρε τηλέφωνο στο γραφείο του. «Άκου, η μάνα σου λέει πως σε έκαναν κομμάτια, να σε πάμε κάπου για γιατρούς; Τι να κάνουμε;».
Ο Κώστας έγινε έξω φρενών. Τηλεφώνησε στη μητέρα του, προσπάθησε να της εξηγήσει να μην καταστροφολογεί. Εκείνη έκλαψε. «Μόνο εμένα δεν αγαπάς, με έχεις ξεχάσει, θα με στείλεις νωρίτερα στον τάφο».
Στο τέλος, αναγκάστηκε να λέει «καλά, θα έρχομαι πιο συχνά για να δεις ότι είμαι ζωντανός!».
***
Μια εβδομάδα αργότερα, πήγαμε σπίτι της. Φόρεσε την παλιά του πουκάμισα, που πλέον του ήταν μεγάλη. Η κυρία Ελένη τους υποδέχθηκε με τραπέζι γεμάτο: κοτόπουλο ψητό, πατάτες τηγανητές, χωριάτικη με μπόλικο λάδι, πίτα, μπακλαβά.
Καθίστε να φάτε, είπε με επιμονή. Κώστα, πρέπει να πάρεις κιλά!
Κατάλαβα την παγίδα. Αν δεν φάει, καβγάς. Αν φάει, όλα τα πίσω. Έφαγε ελάχιστο κοτόπουλο και σαλάτα χωρίς λαδόξυδο. Απομακρύνθηκε από το υπόλοιπο. Η πεθερά ανέκφραστη.
Ούτε λίγη πίτα δεν θες; Τα ξενύχτησα για σένα, είπε συγκινημένη.
Μαμά, δεν μπορώ. Ακολουθώ πρόγραμμα διατροφής.
Η ένταση ανέβηκε. Η κυρία Ελένη φώναζε πως «αυτά είναι δικά της κόλπα», πως του στέρησα τα φαγητά της και τα πατροπαράδοτα ελληνικά τραπέζια. Ο Κώστας με υπερασπίστηκε. Φύγαμε με την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη.
***
Το επόμενο βράδυ, τηλέφωνο.
Μαριάννα, συγγνώμη για όσα είπα χθες. Μάνα είμαι, πονάω που βλέπω το παιδί έτσι. Άλλος ήταν, άλλος έγινε…
Για εμένα είναι όμορφος όπως και ναναι.
Για σένα. Οι γείτονες λένε: «τι έπαθε το παιδί, τον έχουν στη σαλάτα; Μήπως δεν έχετε λεφτά για φαγητό;»
Έχουμε ό,τι χρειάζεται, κυρία Ελένη.
Τότε γιατί δεν τρώει κανονικά;
Η υπομονή μου έφτανε στο τέρμα της. Τα ίδια και τα ίδια, κάθε μέρα.
***
Ένας μήνας πάλης. Κάλεσε μια μέρα στο γραφείο μου. Η συνάδελφος μού έδωσε το τηλέφωνο απορημένη.
Μαριάννα, η Ελένη Παπαδοπούλου. Ο Κώστας δεν απαντά, ανησυχώ, όλα καλά;
Ήταν σε meeting, κυρία Ελένη, όλα καλά.
Πες του να μην πεινάει, οι λιποθυμίες από δίαιτες παραμονεύουν!
Δεν πεινάει.
Και ξεκινάει το φεστιβάλ γιατρών: Σε ποια ειδικότητα πήγε ο Κώστας; Μήπως πρέπει να τσεκάρει καρδιά-στομάχι-θυρεοειδή;
Γύρισα σπίτι, τα είπα στον Κώστα.
Δεν αντέχω, είπα. Ή με προστατεύεις ή…
Συμφώνησε. Τηλεφώνησε στη μητέρα του, ζήτησε να σταματήσει τις ενοχλήσεις προς εμένα. Έκανε δύο μέρες σιωπή. Μετά τηλεφωνούσε σ εκείνον πέντε φορές τη μέρα με ερωτήσεις: «Σ έχει πιάσει ζαλάδα; Κοιμάσαι καλά; Νιώθεις αδυναμία;». Συνέχεια στο άγχος.
Έπρεπε να μιλήσουμε όλοι μαζί.
***
Ήρθε το Σάββατο. Κλασικό, τραπέζι έτοιμο. Όμως ο Κώστας στάθηκε απέναντί της:
Μαμά, πρέπει να μιλήσουμε. Για όλα αυτά το τελευταίο διάστημα. Για τα τηλεφωνήματα. Για το πως μιλάς στη Μαριάννα. Πρέπει να σταματήσει αυτό.
Απλώς αγχώνομαι για σένα, είπε εκείνη.
Δικαιούσαι να νοιάζεσαι. Όχι να ελέγχεις τα πάντα. Είμαι τριάντα δύο! Έχω την οικογένειά μου!
Το λες εσύ ή στο έβαλε στο στόμα εκείνη; κι όμως, κοίταξε εμένα.
Εγώ το λέω.
Πριν παντρευτείς, ποτέ δεν αρνήθηκες φαγητά μου, τώρα ούτε λίγο…
Τα θέλησα αυτά, μαμά. Γιατί δεν μπορούσα να συνεχίσω. Ο γιατρός είπε πως, αν δεν κάνω αλλαγή, δεν θα είμαι καλά. Τώρα είμαι υγιής.
Η πεθερά δάκρυσε. Κάθισε πίσω στο τραπέζι.
Φοβάμαι θα σου συμβεί κάτι, είπε συγκινημένη. Μόνο εσένα έχω.
Τώρα είμαι πιο υγιής. Σου το εγγυώμαι.
Σταδιακά η εντάση κόπαζε. Συμφώνησε πως αν θέλει να φτιάξει κάτι «να ζητήσει τη συνταγή». Αν θέλει να δει τον γιο της, να βρισκόμαστε, αλλά χωρίς έλεγχο φαγητού.
***
Μια εβδομάδα ηρεμίας. Την όγδοη μέρα τηλέφωνο.
Να έρθετε την Κυριακή; Να κάνω ψητό ψάρι με λαχανικά. Το βρήκα στο facebook, λέει πως είναι υγιεινό.
Χαμογέλασα. Είπε και συγγνώμη για όλα, πως απλώς φοβήθηκε όταν είδε τον Κώστα έτσι. Τα κατάλαβε όλα.
Την Κυριακή το τραπέζι ήταν σεμνό: σολομός στο φούρνο, ψητά λαχανικά, σαλάτα χωρίς λάδι, λίγο πιλάφι, ένα κομματάκι πίτα. Το φαγητό πεντανόστιμο.
Η κυρία Ελένη χαμογελαστή, έπειτα ήθελε να μάθει πώς γίνονται τα smoothies με γιαούρτι και φρούτα χωρίς ζάχαρη.
Στο τέλος, με αγκάλιασε σφιχτά.
Ευχαριστώ, μου ψιθύρισε. Που δεν με απομάκρυνες. Που με βοηθάς να διατηρήσω τον Κώστα στη ζωή μου.
Όλα καλά θα πάνε, της υποσχέθηκα.
***
Μετά από λίγες μέρες, πάλι τηλέφωνο.
Να ρωτήσω, Μαριάννα, επιτρέπεται στον Κώστα καρότο και παντζάρι; Τα βρίσκω θερμιδικά.
Ναι, κυρία Ελένη, με μέτρο.
Λίγη λίγη η παλιά εμμονή ξαναγυρνούσε, αλλά τώρα ρώταγε πώς να βοηθήσει, όχι πώς να κατακρίνει.
Ο Κώστας χαμογέλασε.
Θα παίρνουμε από εδώ και μπρος τέτοια τηλεφωνήματα;
Πολύ καλύτερα από τα παλιά, του απάντησα, κλείνοντάς του το μάτι.
***
Η μάχη των συνηθειών κρατάει πολύ. Όμως πλέον ξέρω: μπορώ να πω «όχι». Δεν χρωστάω αναφορά, δεν είμαι η νταντά ή η υπεύθυνη φαγητού. Είμαι η σύζυγός του.
Όταν τη Δευτέρα στις έξι το απόγευμα πάλι χτύπησε το κινητό, πήρα ανάσα.
Μαριάννα, είστε ελεύθεροι το Σαββατοκύριακο; Να κάνουμε μαζί εκείνα τα μυζηθροπιτάκια χωρίς αλεύρι που λες; Θα με βοηθήσεις;
Χαμογέλασα.
Με χαρά, κυρία Ελένη. Θα έρθουμε.
Ο Κώστας με κοίταξε.
Προοδεύουμε;
Μικρή νίκη, του απάντησα. Κι αυτό μετράει.
Πλέον ελπίζω πως μια μέρα τα τηλέφωνα θα είναι απλή επικοινωνία. Χωρίς άγχος, χωρίς έλεγχο, χωρίς κρίσεις. Να μιλάμε ως οικογένεια, ως άνθρωποι που απλώς προσπαθούν να βρουν καινούργια ισορροπία.
Αλλά το ξέρω η γραμμή έχει τραβηχτεί. Είμαστε μαζί σ αυτό. Και δεν θα αφήσω πια κανέναν να τη διασχίσει.




