«Η μητέρα σου νομίζει ότι είμαι η υπηρέτριά της;» η γυναίκα αρνήθηκε να εκτελέσει τις εντολές της πεθεράς της.
Υπάρχουν στιγμές που η υπομονή σου σκάνε. Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, σαν να σχεδίασε κάποιος μια γραμμή: τίποτα άλλο. Για μένα, αυτή η στιγμή ήρθε έναν συνηθισμένο βράδυ, ενώ έψηνα πατάτες.
Η μέρα ήταν κόλαση. Στη δουλειά, ο διευθυντής μου είχε βγάλει τα λογικά μου με μια αναφορά, και μετά ήρθε το τηλέφωνο από τον Νίκο: «Μαρία, η μαμά θα περάσει από δω, ήταν στο κέντρο». Φυσικά. Ποτέ η Κυρία Ελένη δεν απλώς «πέρασε». Πάντα διαλέγει την ώρα που γυρίζω από τη δουλεία.
Στέκομαι στο μάτι, ανακατεύοντας τις πατάτες. Οι κροταφικοί μου πονάνε, τα πόδια μου κουρασμένα από τα τακούνια, και τα χέρια μου κινούν το κουτάλι μηχανικά. Δεξιά-αριστερά, δεξιά-αριστερά. Και εγώ απλώς θέλω να καθίσω, να βάλω μια σειρά, να κλείσω το τηλέφωνο
«Μαρία!» ακούστηκε από την πόρτα. «Πού είσαι;»
Και ιδού κι αυτή. Δεν γυρίζω ούτε κεφάλι ξέρω ότι θα πεταχτεί με τα περίφημα παπούτσια της στο διάδρομο, θα ρίξει μια ματιά στην κουζίνα
«Α, να σε», η πεθερά μου κάθεται στο τραπέζι σαν να είναι σπίτι της. Βγάζει το τηλέφωνο, κολλάει στην οθόνη. «Χύσου μου ένα τσάι και φτιάξε μου ένα τοστ. Κούρασα σήμερα.»
Παγώνω. Στο μυαλό μου κάτι κλικαρε. Τρία χρόνια. Τρία χρόνια ακούω αυτές τις εντολές, αυτά τα «φέρε», «δώσε», «κάνε». Σαν να μην είμαι η νύφη, αλλά η οικιακή βοηθός που ξέχασαν να πληρώσουν.
«Η κατσαρόλα είναι στο μάτι», λέω ξαφνικά με απροσδόκητη ηρεμία. «Το ψωμί είναι στη ντουλάπα.»
Σιωπή. Αυτή που μπορείς να κόψεις με μαχαίρι. Με την άκρη του ματιού βλέπω την πεθερά να σηκώνει το κεφάλι από το τηλέφωνο. Αργά, σαν να μην πιστεύει αυτά που ακούει.
«Τι είπες;» η φωνή της γίνεται πάγου. «Τι θες να πεις;»
Σβήνω το μάτι. Σκουπίζω τα χέρια μου με την πετσέτα αυτήν με τα ηλι






