Αγαπημένο ημερολόγιο,
Η μητέρα μου, η Λαυρέττα Ιγνατίου, δεν μπορεί να κρύψει την απογοήτευσή της για τον Κώστα, το αγόρι που έχω φέρει στην ζωή μου. «Αλεξία, αυτός δεν είναι για σένα», μου είπε αφού τον γνώρισε. Μου έλεγε πάντα πως πρέπει να ακούσω τις συμβουλές της ή τουλάχιστον να ρωτήσω τι ακριβώς του έλειπε στον «ιδανικό» μου φίλο. Μπορεί να ήταν κάτι που απλώς δεν του άρεσε, ή ίσως υπήρχαν σημάδια που η ερωτευμένη καρδιά μου δεν θα έβλεπε.
Αντί να τη λάβω σοβαρά, άρπασα τα χείλη μου και απάντησα: «Μαμά, ποτέ δεν σε ικανοποιεί κάτι. Αυτός ο λόγος σε έχει αφήσει μόνη, ενώ θα μπορούσες και μαζί μου να παντρευτείς». Η Λαυρέττα σβήνεται: «Πολλά καταλαβαίνεις», μου είπε με ένα αεροπλαστικό. «Και πώς το ξέρεις; Επειδή είμαι μικρότερη;»
Τώρα δεν είμαι τυφλή· βλέπω ότι πολλοί άντρες σε ενδιαφέρουν, αλλά εσύ τους απορρίπτεις χωρίς δεύτερη σκέψη. Η μητέρα μου σχολίασε φιλοσοφικά: «Μήπως τα βλέπεις έτσι;» και έκλεισε τη συζήτηση. «Ας αφήσουμε αυτό το θέμα», είπε.
Τώρα που ο Κώστας είναι πατέρας του παιδιού μου, η ώρα των αποφάσεων πέρασε. «Είμαι έγκυος», του είπα. «Το παιδί μου δεν θα μεγαλώσει χωρίς πατέρα». Η έλλειψη πατρικής φιγούρας ήταν πάντα ένα σχόλιο για μένα. Στο σχολείο ήμουν η μοναδική χωρίς πατέρα. Τα δύο άλλα κορίτσια είχαν χάσει πατέρες, αλλά δεν ήταν το ίδιο όπως το δικό μου κενό.
Ο πατέρας μου είχε φύγει όταν ήμουν τριών ετών, και η μητέρα μου δεν με στήριξε ποτέ. Η Λαυρέττα είπε ότι αν του είχα δώσει ένα παιδί, ίσως να μιλούσαμε για κοινή ανατροφή. Ωστόσο, το παιδί πάντα το ανέθρευε η μητέρα, ενώ ο πατέρας έπληρνε τα παρενόμιλα. Ευτυχώς, οι δαπάνες του μπαγάζανε.
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι η τιμωρία του πατέρα ήταν δική μου ευθύνη. Μπορούσε να φέρει στο σπίτι ένα νέο άνδρα, έναν πατριάρχη, και να ζήσουμε ευτυχισμένα. Αλλά η μητέρα μου πάντα έλεγε: «Είσαι παιδί διαζυγίου, χωρίς πατέρα». Έτσι αποφάσισα ότι ο πατέρας του παιδιού μου θα είναι ο Κώστας, ακόμα κι αν δεν είναι τέλειος. Τον αγάπησα, και ήθελα να αγαπήσει και το παιδί.
Όταν έφτασαν τα αποτελέσματα του τεστ πατρότητας, ο Κώστας έσφυσε χαρά και με πρότεινε: «Θα φτιάξω το δωδεκάτο δωμάτιο του διαμερίσματός μου σε παιδικό». Τα λόγια του ήταν γλυκά, και η καρδιά μου λιώθηκε. Η μαμά μου εξακολουθούσε να λέει πως κάτι δεν του άρεσε σε μένα, αλλά η ευτυχία μου δεν έσπαζε.
Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια του παιδιού, η πραγματικότητα άρχισε να μου δείχνει το πρόσωπο του. Ο Κώστας πήγαινε στη δουλειά, αλλά δεν βοηθούσε στο να φροντίσει τη μικρή Κατερίνα. Η μητέρα του, η Ελένη Βλαδικοπούλου, έλεγε ότι διαχειριζόταν τα πάντα μόνη της, αλλά η σύγχρονη τεχνολογία στην αγία μας ασχολία δεν υπήρχε. Η Κατερίνα πηγαί
νε στο νηπιαγωγείο, και μετά στο δημοτικό με μετάβαση «η μεταβ
ίβολη», όπου έπρεπε να την τρέχει κάποιος για φαγητό. Η Ελένη μόνο
μα ετοίμαζε πρωινό και πλύνε ρούχα. Τη μηχανή πλυντηρίου δεν είχα
με την τεχνολογία των νέων, αλλά το θεωρούσε πρότυπο ζωής.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εμφανίστηκε όταν δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία στην πόλη μας. Οι μητέρες έπρεπε να είναι με τα παιδιά τους όλο το 24 ωρια. Η μητέρα μου, η Λαυρέττα, ζούσε σε άλλη πόλη και δεν είχε συνταξιοδότηση, έτσι έπρεπε να αντιμετωπίζω τα πάντα μόνη.
Τέλος, μια μέρα, ενώ έπαιρνα ντουζ, ξαφνικά ακουμπήθηκε η συναγερμός πυρός. Ήταν ψευδής, αλλά ο Κώστας δεν αντέδρασε. Έτρεξα στο δωμάτιο, έβρισκα τη Κατερίνα και τράβηξα την κ
αλύψα. Έτρεξα στην οροφή, πήγα στο διπλό κτίριο, και στο δρόμο βρήκα τον Κώστα, που
στριφογύριζε με τον καινούργιο του υπολογιστή, τη βιντεοκάμερα που αγό
ρασε πριν από έξι μήνες, το tablet και το τηλέφωνο. Σκέφτηκα: «Αν δεν
ήμουν με το παιδί στην αγκαλιά, ίσως να τον έσκαπνα». Τον έπληξα με
το πόδι, φωνάζοντας σαν να ήμουν φορτηγός στο λιμάνι. Αλλά το πιο
πικρό ήταν ότι αντί να ζητήσει συγγνώμη, μου έλεγε ότι «χάθηκα», ότι
ξεχάσαμε τη σύζυγό του·
Έτσι διαζήτησα. Η Λαυρέττα προσπαθούσε συνέχεια να μας φέρει
ξανά, λέγοντας «μην σπας τη ζωή». Αυτή τη φορά η μητέρα μου
με πήρε ξανά στο σπίτι, με το μωρό. Η Κατερίνα άναψε το σπίτι
μαζί μας. Της είπα: «Μαμά, ήσουν σωστή· δεν έπρεπε να με
συνδέσω με αυτόν». Θυμάμαι όταν βρέθηκα στην είσοδο του δια
δρόμου και το σκυλί του γείτονα, ο Αρνί, έβγαζε φωνές.
Η Λαυρέττα μου είπε: «Αν ήσουν στο
μέλλον, μπορείς να εξηγήσεις γιατί η μικρή μου μεγαλώνει
χωρίς πατέρα; Θα πει
νία ότι ο πατέρας έτρεξε να σώσει το laptop του», και
συγχα
ρές, το τηλέφωνο και τη βιντεοκάμερα. Σκέφτηκα πόσο
απαράδεκτο είναι να αφήνεις το παιδί
να περάσει τέτοια στιγ
μη.
Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν χρειάζεται πάντα ένας
πατέρας ή ένας σύζυγος στην
οικογένεια· μερικές φορές είναι καλύτερο να γυ
αίνεις μονα
στή μητέρα, παρά να ζεις
με κάποιον μόνο για την εικόνα. Αυτή είναι η απόφ
ασή μου: δεν θα το ξαναζήσω, και αν η
Κατερίνα κάποτε
ρωτήσει, θα της πω
την αλήθεια: «Ο πατέρας έφυγε γιατί
ήθελε το δ
ικό του laptop».
Αν η
μικρή μου μεγαλώσει χωρίς πατέρα, θα
ζητήσει δικαιοσύνη. Εγώ δεν θα συγχωρώ
τις επιλογές του.
Έτσι τελειώνει η καταγραφή. Η καρδιά μου
βρέθηκε πιο ελαφριά.






