Αθήνα, 12 Μαρτίου
Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα η Αλεξία, η γυναίκα μου, άρχισε να παίζει τη θλιμμένη πάλι. Την πήρα από το μπροστινό δωμάτιο και της είπα: «Σταμάτα να προσποιείσαι, ας μιλήσουμε ήρεμα και να λύσουμε το θέμα». Της διαβεβαίωσα πως τίποτα σοβαρό δεν συνέβη· δεν είμαστε παιδιά πέντε ετών που χρειάζονται επιτήρηση.
Η φωνή του Γιάννη, του μικρού μας Νικόλα, ακούστηκε από το δωμάτιο του παιδιού. Η Αλεξία και ο Νικόλας ακολούθησαν το βλέμμα, κουνήσανε το κεφάλι με αποδοχή και, ενώ έβαλε τα ακουστικά του, έσκοπισα την πίκρα που έβγαζε από το διάδικο φωνήεν της.
Μια φορά, αυτή η φωνή ήταν το τι έδωσε στην Αλεξία την αγάπη της για τον Γεώργιο, τον άντρα της. Πίστευε πως ένας άντρας μπορεί να λύσει κάθε διαμάχη με διπλωματία. Δεν ήξερε όμως ότι η «διπλωματία» του Γεώργιου για εκείνον ήταν το να κυριεύει τα πάντα, να κάνει τον συνομιλητή να φαίνεται ανήκουστος ή ανώριμος.
Μέχρι στιγμής, η Αλεξία δεσμευόταν να ανεχτεί τέτοιες παιγνίδια για το καλό του γιου μας, αλλά στον Γεώργιο δεν άφηνε να γίνει. Η πρόσφατη επέτειος γενεθλίων του Νικόλα αποδείχνε ότι ο Γεώργιος δεν θεωρούσε καν το δικό του παιδί πολύτιμο.
Μιλούσε προτεραιότητα στη μητέρα του, τη Μαρία, στη αδερφή του, την Ελένη, και σπάνια στον ίδιο του τον γιο. Όταν η Αλεξία προετοίμασε το πάρτι για το παιδί μας, κράτησε τη θέση της: κλείσαμε τραπέζι σε μια αγαπημένη ταβέρνα με παιδότοπο, προσκαλέσαμε τρεις φίλους του Νικόλα με τις οικογένειές τους, παραγγείλαμε ειδική τούρτα. Τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά· αν έρθει κάποιο παιδί άρρωστο, θα το καταλάβουμε· αν ο ίδιος ο Νικόλας αρρωστήσει, θα παραχωρήσουμε την κράτηση.
Ο Νικόλας είναι γερό παιδί· η μέρα της γιορτής ήρθε καλή. Οι φίλοι του τηλεφώνησαν από το πρωί, είπαν ότι θα είναι εδώ όπως το όπλο. Μόνο ο Γεώργιος, όταν η οικογένεια είχε ήδη ντυθεί, πήρε το τηλέφωνο της αδερφής του και άρχισε να αλλάζει ρούχα σε κάτι «μη επίσημο».
«Και που λες να τρέχεις;», ρώτησα με το ύφος που προέρχεται από τις πολλές διαφωνίες μας. Η Αλεξία κατάλαβε αμέσως το πρόβλημα: η προτεραιότητα του Γεώργιου ήταν η μητέρα, η αδερφή, και μετά η γυναίκα αυτή τη σειρά δεν την άφηνε να ξεφύγει. Ήξερε ήδη ότι κάθε Κυριακή ή Σάββατο ο Γεώργιος ήταν στο χωράφι με τη μητέρα ή στο σούπερ μάρκετ με την αδερφή. Αν δεν υπήρχε δουλειά για τη μητέρα, η αδερφή απαιτούσε βοήθεια με τα βαράκια του σπιτιού.
Στην αρχή, η Αλεξία έβλεπε την αφοσίωση του Γεώργιου στην οικογένειά του ως ένδειξη καλής θέλησης. Σήμερα όμως καταλαβαίνει ότι η συμπεριφορά του ήταν αντίστροφη. Τα σπασμένα νεροχύτες, οι τρίξιμοι πόρτες, η δουλειά που αποφεύγετε, το έφεραν στην απόφαση να προσλάβει τεχνίτες αντί να περιμένει το «αύριο».
Η Αλεξία έχει συνηθίσει να είναι μόνη, βρίσκει άνεση στην απομόνωση. Συχνά, όταν ο Γεώργιος λες
«Ναι μαμά, έρχομαι», κρύβεται μακριά. Η Αλεξία προτιμά το χόμπι της, η σειρά της αγαπημένης κωμωδίας, παρά το «παντρεμένο» διάλογο.
Αλλά όταν ο Γεώργιος αποφάσισε να φύγει για το σπίτι της αδερφής του την ημέρα των γενεθλίων του Νικόλα, η Αλεξία έσπασε. «Τι σημαίνει αυτή η εορτή για το παιδί;» φώναξε. Του έδωσε μια εβδομάδα να αναλογιστεί τα λάθη του, να βρει τρόπο να αποζημιώσει.
Η εβδομάδα πέρασε· ο Γεώργιος γύρισε να εξηγήσει, να ζητήσει συγγνώμη. Η Αλεξία, με καθαρή συνείδηση, πήρε τα χαρτιά του διαζυγίου, διέλυσε το κοινό μας σπίτι και τον έστειλε στη μητέρα του, την αγαπημένη του Μαρία.
Τα επτά επόμενα χρόνια δεν είχαμε επαφές· ο Γεώργιος παρώσε επιδότηση, εμφανιζόταν μια φορά τον χρόνο στα γενέθλια του Νικόλα, μα πάντα αργά. Ο Νικόλας έμαθε να ζει χωρίς αυτόν. Όταν τελείωσε 18, ξαφνικά έσφαλε ενδιαφέρον για τον πατέρα του, αλλά ο Γεώργιος είχε πολλές αδικίες προς τη μητέρα του, προς την αδερφή του, και προς τη σύζυγό του.
«Θα έπρεπε να εξηγήσεις στον γιο σου πόσο σημαντικοί είναι και οι δυο γονείς», μου είπε. Αλλά η Αλεξία, που πλέον δεν ήθελε να γκρινιάζει, του έδωσε μια ευθεία απάντηση: «Έχεις οκτώ χρόνια να διορθώσεις, έκανα τα πάντα για να με κάνεις καλύτερο· πια δεν θέλω να λύνεις τα προβλήματά μου».
Η Αλεξία, αφού το σύγκρινε με το παλιό της χόμπι, είπε: «Πάρε το, μην το ψάχνεις. Η ζωή μου δεν ανήκει σε εσένα».
Απόγευμα, ο Νικόλας με ενημέρωσε: «Ω, μητέρα, έκανα το κλείσιμο του κενού. Ο πατέρας με κάλεσε μια εβδομάδα μετά. Είπα του ότι θα πήγα σε συναυλία με τη Φιλομήλα». Τότε ο Γεώργιος θυμήθηκε το «κλείσιμο» μας, το έδωσε. Ο Νικόλας γελούσε: «Ματάκι, έχω μόνο μία ερώτηση: γιατί αντέχες μέχρι τα δέκα μου χρόνια; Θα έπρεπε να χωρίσουμε νωρίς».
Αυτή η σκέψη με γέμισε ικανοποίηση· έμαθα ότι η παθητική αποδοχή του παρελθόντος είναι μια αδυναμία. Το μαθήμα που πήρα είναι απλό: όταν κάποιος σου δείχνει πως η αγάπη του για εσένα είναι εναλλασσόμενη, μην στέκεσαι στην άκρη· άφησέ τον να φύγει και βρες την εσωτερική σου δύναμη.
Συμπέρασμα: ποτέ μην αφήνεις τη δική σου ευτυχία να γίνει εξαρτημένη από τη συμπεριφορά άλλων. Ο σεβασμός και η αυτοεκτίμηση είναι τα μόνο θεμέλια που αξίζουν.
Αντώνης.






