Μέχρι τα 38 της χρόνια, η μητέρα και ο πατέρας μου δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά. Οι γιατροί είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά, κανείς δεν ήξερε ποιο ήταν το πρόβλημα. Κάποια στιγμή, η μητέρα μου τα παράτησε και αποδέχτηκε τη μοίρα της, χωρίς παιδιά. Ο πατέρας μου δεν έδειχνε να τον απασχολεί ιδιαίτερα το θέμα. Συνέχεια έλεγε: «Μην αγχώνεσαι, όλα καλά». Φαινόταν πως δεν είχε πραγματική ανάγκη ν αποκτήσει παιδιά.
Η μητέρα μου είχε χάσει κάθε ελπίδα, αλλά, παρ όλα αυτά, ζήτησε από τον Θεό να της χαρίσει έστω ένα παιδί. Και είτε ήταν το θέλημα του Θεού είτε απλή σύμπτωση, γεννήθηκα εγώ.
Η χαρά της μητέρας μου ήταν απερίγραπτη. Ωστόσο, μέχρι τότε ο πατέρας μου είχε γίνει ψυχρός απέναντί της και αγχωνόταν κάθε φορά που έκλαιγα το βράδυ. Ένα χρόνο αργότερα, γεννήθηκαν οι δίδυμοι αδελφοί μου. Η μητέρα μου τραγουδούσε δυνατά ευχαριστώντας τον Θεό. Επιτέλους, την έκανε τη πιο ευτυχισμένη γυναίκα: μητέρα. Τι γινόταν με τον πατέρα μου; Τα παιδιά, όπως καταλάβατε πλέον, δεν του πρόσφεραν κάτι. Αποφάσισε να κάνει μια κομπίνα.
Έπεισε τη μητέρα μου να του δώσει άδεια να πουλήσει το διαμέρισμα. Είπε πως χρειάζονταν μεγαλύτερο σπίτι. Θα πουλούσε αυτό και θα αγόραζε ένα μεγαλύτερο, παίρνοντας τα υπόλοιπα με δάνειο. Η μητέρα μου τον πίστεψε. Μόλις πήρε όλη την αξία του σπιτιού σε ευρώ, εξαφανίστηκε. Μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε πού βρίσκεται.
Έτσι, άφησε τη μητέρα μου μόνη με τρία παιδιά στον δρόμο. Πού να πάει η μητέρα μου; Έφυγε για το σπίτι των δικών της γονιών, της γιαγιάς και του παππού. Έτσι ζούσαμε όλοι μαζί εμείς οι τέσσερις, η γιαγιά και ο παππούς σε δυο μικρά δωμάτια. Εκείνη την εποχή, η μητέρα μου είχε χάσει κάθε εμπιστοσύνη στους άντρες και τις σχέσεις. Έπρεπε να δουλέψει σκληρά. Να ταΐζει και να ντύνει τρία παιδιά ήταν βάσανο.
Κάπως έτσι περάσαμε τα πρώτα χρόνια. Μετά από λίγο, πέθανε η γιαγιά μου κι αργότερα και ο παππούς. Προφανώς υπήρχε περισσότερο χώρος πια. Μια μέρα, η μητέρα μου μας πήγε στο πάρκο. Ήταν καλοκαίρι και στον παιδότοπο εμφανίστηκε ένας άνδρας περίπου στην δική της ηλικία. Προσπάθησε να της πιάσει κουβέντα, αλλά η μητέρα μου αρνιόταν σταθερά. Πηγαίναμε συχνά σ εκείνο το πάρκο, μέχρι που τελικά η μητέρα μου τον άκουσε, του έδωσε το κινητό της και ξεκίνησαν να βγαίνουν.
Δυο μήνες μετά, μετακομίσαμε σ ένα μεγάλο διαμέρισμα με τρία δωμάτια τον Γιάννη. Αυτός έγινε ο θετός μας πατέρας. Δεν είναι υπερβολή να πω πως από εκείνη τη στιγμή η παιδική μας ηλικία άλλαξε ολοκληρωτικά: ο Γιάννης αντικατέστησε τον βιολογικό μας πατέρα μοιραζόμασταν επιτυχίες, κλαίγαμε τις δυσκολίες μαζί. Τώρα είμαστε ενήλικες και τον φωνάζουμε «μπαμπά». Έμαθα πως μια γυναίκα με παιδιά δεν είναι βάρος υπάρχει πάντα ελπίδα για ευτυχία. Ο βιολογικός μου πατέρας έφυγε μακριά από εμάς και τη μητέρα μου, ενώ ο Γιάννης, ως πραγματικός άντρας, μας πήρε και μας έκανε πραγματικά ευτυχισμένους.
Θα θυμάμαι πάντα πως η ζωή έχει δεύτερες ευκαιρίες, και ότι η αγάπη φέρνει την αληθινή ευτυχία.





