Η Μαμά Κατερίνα

Μάνα Κατερίνα

Γιατί κάνεις τέτοιο θόρυβο; Μούσκεμα γίναμε ήδη έξω, και εσύ προσθέτεις κι άλλη υγρασία εδώ μέσα!

Μια μεγαλόσωμη γυναίκα, σα σπίτι ολόκληρο, κάθισε δίπλα στην Κλειώ στο παγκάκι.

Ζέστη σήμερα! Και βροχή από το πρωί, σ εκνευρίζει. Σαν σε χαμάμ νιώθω! Ακόμα μεσημέρι κι έχω γίνει ήδη νερό, να με στύψεις δηλαδή!

Άνοιξε μια μπουκάλα νερό που έβγαλε από τη μεγάλη της τσάντα, δυσκολεύτηκε λίγο με το καπάκι.

Θες; την πρότεινε προς την Κλειώ. Λένε, πως το νερό ηρεμεί τα νεύρα. Εμένα, τίποτα δεν βοηθά. Και ολόκληρη λίμνη να πιω, πάλι το ίδιο.

Η Κλειώ κοίταξε με τρόμο την αλλόκοτη συγκάτοικο του παγκακίου. Γιατί πάλι σ αυτήν να συμβεί; Μήπως οι θεοί της τιμωρούν για κάτι; Τόσα της συνέβαιναν, και τώρα κι αυτή… Άνθρωπος-βουνό να σε στοιχειώνει με νερό και κουβέντες.

Ποτέ δεν ένιωθε οικειότητα με τους παχουλούς ανθρώπους. Την έπιανε μελαγχολία. Πώς γίνεται να μην αγαπάς το κορμί σου; Ένα κομμάτι άσκηση, λίγο έλεγχο στην όρεξη, έστω μια προσπάθεια για τους γύρω σου. Όλο αυτό δεν ήταν ωραίο: οι δίπλες, τα φαρδιά ρούχα, ο ιδρώτας, οι παράξενες μυρωδιές… αηδία! Θυμήθηκε την Κλειώ, διακοπές με τις φίλες της σε σπα ξενοδοχείο, που μια τέτοια γυναίκα κολυμπούσε στην πισίνα.

Εγώ πάντως, σε αυτή την πισίνα δε ξαναμπαίνω! αναφώνησε η φίλη της, η Λήδα, με το τέλειο μαυρισμένο σώμα της. Αρκεί μόνο να τη δω, αηδιάζω! Δεν θέλω γύρω μου τέτοιες εικόνες.

Εκείνο το ξέσπασμα η Κλειώ δεν ήθελε να το θυμάται. Την ενόχλησε, αλλά η υποκρίτρια δεν υπήρξε ποτέ. Κι η ίδια το πίστευε: αν δεν μπορείς να σε φροντίσεις, κάτσε σπίτι σου.

Κι όμως, τώρα καθόταν δίπλα της, σα να όρισε η μοίρα να δοκιμάσει μαζί της άλλη μία φορά. Τριπλάσια σίγουρα απ αυτή που είχε δει τότε. Και να μην έφτανε αυτό, μιλούσε ασταμάτητα. Αλλά η Κλειώ δεν είχε καθόλου δύναμη να σηκωθεί. Τις τελευταίες ώρες έκλαιγε, είχε ξεμείνει εδώ μοναχική, μπροστά στο σταθμό. Πού να πάει; Δεν υπήρχε άλλη επιλογή.

Πολύ ωραία είσαι. Δεν έχεις βαλίτσα, ούτε τσάντα. Δε φεύγεις, άρα. Περιμένεις κάποιον ή απλά δεν έχεις πού να πας; ρώτησε ξαφνικά η γυναίκα.

Η Κλειώ γύρισε το βλέμμα της διστακτικά.

Το ροδαλό, παχουλό πρόσωπο πλημμυρισμένο χαμογέλο, εξαφανίστηκε μόλις η Κλειώ ξέσπασε σε αναφιλητά, απρόσμενα, δυνατά. Χωρίς να το καταλάβει, αφέθηκε στην αγκαλιά της μεγάλης γυναίκας, χώθηκε στο αχνιστό της πουκάμισο. Το ύφασμά άρχισε αμέσως να μουσκεύει, κι η Κλειώ πρόσεξε έντονα τον διακριτικό ανθισμένο αέρα: τίποτα ιδρώτας, μόνο μυρωδιά αγριολούλουδων. Έμοιαζε με τη μυρωδιά στις μητρικές παλάμες, που αχνά θυμόταν. Η μαμά της είχε πεθάνει νωρίς. Μοναδική της ανάμνηση ένα ξέφωτο με λουλούδια, κι εκείνα τα χέρια της που πλεκαν στεφάνι.

Γιατί τραβήχτηκες έτσι; Σε πείραξε κάποιος;

Η Κλειώ έγνεψε τελικά καταφατικά.

Άθλιοι! αγανάκτησε η γυναίκα και άνοιξε πάλι την τσάντα της. Έλα, πάρε! Είναι τοστ με γαλοπούλα, το έφτιαξα εγώ. Φάε! Μεγάλωσες χλόμιασες να σε φοβάται κανείς.

Δεν τρώω κρέας… κατάφερε να ψελλίσει η Κλειώ, αλλά τα δάχτυλα της γυναίκας δεν άκουγαν. Φόρτωσε το σάντουιτς στα χέρια της, χάρισε και ένα τραγανό μήλο, κόβοντάς το στ ανοιχτά. Αυτές οι ροζ, άκαμπτες χούφτες…

Η Κλειώ πήρε μια μπουκιά, και άφησε έναν αναστεναγμό απόλαυσης.

Βλέπεις; Όλα τα άλλα είναι ανοησίες!

Ένα δεύτερο, κιόλας το ήθελε. Η γυναίκα ετοιμάστηκε πιο άνετα στο παγκάκι, παρακολούθησε την Κλειώ και ρώτησε ήσυχα:

Φάε καλά, και πες μου: τι σου συνέβη, πού χάθηκαν τα πράγματά σου και τα χαμόγελά σου; Δε φαίνεσαι να έχεις ευρώ πάνω σου ή κάνω λάθος;

Η Κλειώ έγνεψε ξανά καταφατικά.

Περίμενε τα δάκρυα, μετά μίλα! είπε τρυφερά η γυναίκα. Πες τα όλα πρώτα. Θα δεις, μετά θα γελάσουμε.

Δεν ήθελε να μιλήσει, αλλά χρειαζόταν πια να ξεσπάσει. Η ιστορία, ανούσια σε τρίτους, ήτανε γι αυτήν ολόκληρη η ζωή.

Είχε φύγει απ το σπίτι βιαστικά βασικά, το σκασε τη νύχτα, μετά από έναν καυγά με τον πατέρα της: δήλωσε πώς δεν ήταν δική του, πώς θα αποκτούσε πια δικό του παιδί. Ο άντρας που τη μεγάλωσε, που αποκαλούσε „μπαμπά”, ξαφνικά της έγινε ξένος. Κι η μητριά, η Ιωάννα, μόλις λίγα χρόνια μεγαλύτερη απ την ίδια, με ένα παγωμένο χαμόγελο, την άφηνε μόνη. Λιγοστές φιλενάδες, λόγω μετοικίσεων, και κανείς πραγματικά κοντά της.

Πέρασε τη νύχτα ξύπνια και με το πρώτο φως εξώθησε τα βήματά της στον σταθμό. Το τηλέφωνό της άδειασε· δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Θυμήθηκε ένα καρτούν: „Αγάπα τον εαυτό σου, γράφε τους όλους, κι η επιτυχία θα έρθει!”. Είχε αγοράσει και μπρελόκ μ εκείνο το διαβολάκι, στα μαθητικά της.

Η γυναίκα άκουγε ήσυχα, χωρίς παρεμβολές και σχολιασμούς. Όταν η αφήγηση τελείωσε, της προσέφερε χαρτομάντηλα και ψάχνοντας στην τσάντα της, έβγαλε ένα τεράστιο πορτοφόλι.

Λοιπόν, κορίτσι μου, ο πατέρας σου χρειάζεται κουβέντα, αυτό δεν βιάζει. Το κινητό δουλεύει;

Ξεφόρτιστο…

Πάρε αυτό!

Της έδωσε ένα παλιό, πληκτρολόγιο ακόμα, που της το είχε χαρίσει η κόρη της.

Μπορεί να μη σου γεμίζει το μάτι, αλλά κάνει μια χαρά τη δουλειά. Πες του, ότι είσαι καλά, μην τον αφήνεις να ανησυχεί περισσότερο.

Παρατηρούσε τη νεαρή να πληκτρολογεί. Έπειτα, σηκώθηκε με αποφασιστικότητα, στήριξε το τσαλακωμένο, μούσκεμα πουκάμισο στη θέση του.

Με λένε θεία Κατερίνα. Μένω έξω απ την Αθήνα, σε ένα χωριό. Έρχεσαι μαζί μου; Χειρότερο δε θα είναι…

Γιατί; ρώτησε σαστισμένα η Κλειώ.

Σ ετούτο τον κόσμο δεν υπάρχουν ξένα παιδιά. Κάθει παιδί χρειάζεται φροντίδα όσο και να μεγάλωσε.

Μετά, σηκώθηκαν μαζί για το τρένο.

Στο δρόμο, η Κατερίνα δεν ρώτησε τίποτα. Αργότερα θα εξηγούσε στην Κλειώ πως περίμενε να το εκμυστηρευτεί μόνη της.

Η Κλειώ κοιμήθηκε στο ηλεκτρικό και ξύπνησε όταν η Κατερίνα τη σκούντησε:

Ξύπνα, φτάσαμε.

Στον μικρό σταθμό, τους πλησίασε μια ψηλή, αδύνατη γυναίκα που σχεδόν την παρέσυρε.

Μάνα Κατερίνα! Έχασα δυο ηλεκτρικά για να σε προλάβω! Πώς είναι η Ντίνα;

Καλά, φρόντισα εκείνη και τον Στάθη. Σε δυό μέρες θα περάσω πάλι.

Η καινούρια κοπέλα, η Σοφία, κοίταξε ερωτηματικά προς την Κλειώ.

Λιγότερες ερωτήσεις, έχουμε πεινάσει!

Ο παλιός „Φίατ Πούντο” τους έκανε όλους να γελάσουν.

Μην κοροϊδεύεις! είπε η Σοφία. Αερογραφία έκανε ο αδερφός μου, ο Μανώλης. Κάθε ζωγραφιά και μια ιστορία.

Η Κλειώ ανέφερε πως τελείωσε καλλιτεχνικό σχολείο και θα ήθελε να γνωρίσει τον αδερφό.

Θα σ αρέσει, είπε ενθουσιασμένη η Σοφία.

Με τα χίλια, στρίβοντας στη γειτονιά του χωριού, τα παιδιά ξεχύθηκαν στην αυλή ν αγκαλιάσουν τη μάνα Κατερίνα.

Όλα δικά μου! ανακοίνωσε περήφανα. Μια και μένω μόνη, με γεμίζουν το σπίτι κάθε μέρα.

Έτσι, η Κλειώ γνώρισε όλη την οικογένεια. Πέρασε μέρες να προσπαθεί να καταλάβει, ποιανού παιδί είναι ποιος.

Στο σπίτι της Σοφίας, όλα γεμάτα από μοσχοβολιές, μαξιλάρια, κουρτίνες με λουλούδια ραμμένα στο χέρι.

Αυτές είναι της Βίκυς, της κόρης μου. Όταν ήμουν έγκυος, κένταγα για να περνά η ώρα στο νοσοκομείο.

Η ιστορία της Σοφίας, ίδια με πολλές άλλες «παιδιά της Κατερίνας». Χτυπημένη από τη μάνα της, έφυγε έφηβη και στο σταθμό, την βρήκε η Κατερίνα, της έδωσε φαγητό και σπίτι. Ετοίμασε τα χαρτιά, προσπάθησε να πάρει επιμέλεια, τελικά την υιοθέτησε.

Όλοι μας „πεταμένοι”, σαν κι εσένα. εξήγησε.

Η θεία Κατερίνα δεν έχει δικά της παιδιά; τόλμησε να ρωτήσει η Κλειώ.

Όχι. Έπαθε πολλά στη ζωή της, Κλειώ. Αρρώστησε, είχε διαβήτη κι άλλα θέματα με την καρδιά. Η ζωή της γεμάτη πληγές από τον άντρα της που τη χτυπούσε, από κάθε απώλεια.

Μετά τον χωρισμό έμεινε μόνη με την αδερφή της μακριά, γονείς κανέναν. Τότε βρέθηκε η Σοφία, μετά η Ζωή και μετά κι άλλα παιδιά, ένα ένα. Ο Πάνος, τον βρήκε βρώμικο κι άρρωστο σε ένα πεζοδρόμιο της Αθήνας· τον έψαχνε ο πατέρας του, που βγήκε πλούσιος και γενναιόδωρος. Τώρα τους βοηθούσε όλους. Η μάνα Κατερίνα ήταν συνδετικός κρίκος αυτής της τεράστιας οικογένειας, με τόση ανθρωπιά που ούτε βασιλιάς της τραγωδίας θα μπορούσε να γράψει.

Με τον καιρό, η Κλειώ άνοιξε την καρδιά της κι όσο μοιραζόταν τις πληγές, τα τραύματα χάνονταν, τα βάσανα ελάφρυναν.

Στο σπίτι της Σοφίας, κάθισε για πρώτη φορά σε τραπέζι όπου όλα γελούσαν μαζί, κουβέντιαζαν τα πάντα, η μια νοιάζονταν για την άλλη. Το φως του απογεύματος χόρευε πάνω σε φτηνά πιάτα και γέλια. Δάκρυα κύλησαν αθόρυβα στην οκά της σούπας.

Ε, βάλε κι άλλη αλμύρα στην κρύα σούπα! γέλασε η Σοφία, περνώντας της μια πετσέτα. Κλειώ, τελείωσαν τα δύσκολα. Τώρα έχεις σπίτι.

Μίλησαν για τα πάντα. Για τον πατέρα της Κλειώς, που ένιωσε πως χάνει το παιδί του, για τη ζήλια και τη χαρά που δεν ξέρει πώς να τις διαχειριστεί κανείς.

Ξέρεις, Κλειώ, η οικογένεια δεν είναι αίμα μόνο. Είναι χνώτο και ψυχή.

Όταν τελικά ο πατέρας της ήρθε να την φέρει πίσω, εκείνη ευγενικά αρνήθηκε. Θα έμενε στη νέα της οικογένεια και θα έβρισκε μόνη της το δρόμο της.

Ο πατέρας της θα πλήρωνε τις σπουδές της, αλλά η Κλειώ θα έφευγε από το παλιό σπίτι για πάντα. Θα τελείωνε το ΕΚΠΑ, σπουδάζοντας παιδική ψυχολογία, θα γινόταν περιζήτητη επιστήμονας στην πρωτεύουσα. Θα χαιρόταν αληθινά για το αδελφάκι της που γέννησε η Ιωάννα.

Όμως πάντα, η Κατερίνα, θα ήταν η πραγματική της μάνα. Όταν η καρδιά της λύγιζε και το σώμα λύγιζε, η Κλειώ άφησε την Αθήνα και γύρισε πίσω για να τη φροντίσει. Μισό χρόνο θα μείνει εκεί, δίπλα της, και αυτοί οι δύσκολοι μήνες – γεμάτοι θλίψη, γεμάτοι αγάπη – θα γίνουν το φυλαχτό της για όλη της τη ζωή.

Όταν η Κατερίνα σηκωθεί ξανά, δε θα μπορεί να περπατήσει μακριά, ούτε να μιλάει καθαρά. Θα καθίσει στην αυλόπορτα, στη θρυλική ξύλινη πολυθρόνα που της έφτιαξαν ο Μανώλης κι ο άντρας της Σοφίας.

Πώς σας φαίνεται ο θρόνος, ε, παιδιά; πειραζότανε. Ας φέρει κανείς ένα φλυτζάνι ελληνικό παρακαλώ, να γιορτάσουμε!

Γύρω της πάντα παιδιά να φωνάζουν, να παίζουν:

Γιαγιά, είδες, πόσο ψηλά πήδηξα; Ο Γιάννης έβαλε γκολ! Στην εθνική θα φτάσει, γιαγιά!

Η Κλειώ επέστρεψε στην Αθήνα μόνο όταν ήταν ήσυχη και σίγουρη ότι όλα πήγαιναν όσο καλύτερα γίνεται.

Την ημέρα που παντρεύτηκε, πρώτη καλούσε τη μάνα Κατερίνα.

Μάνα, θα στέκεσαι πλάι μου;

Πάντα, κορίτσι μου… πάντα…

Oceń artykuł
Η Μαμά Κατερίνα