Θα παραγγείλουμε μοβ ταπετσαρία, είπε ο Κώστας στην Ειρήνη.
Δε βλέπεις ότι αυτή δεν ταιριάζει με το χρώμα του πατώματος; Καλύτερα μπεζ
Η μητέρα μου μισεί το μπεζ, το ξέρεις.
Ναι, αλλά της αρέσουν οι τζάμπα ανακαινίσεις, του απάντησε η Ειρήνη, ενώ μια γάτα με μάτια σαν ελιές πεταγόταν στο προσκέφαλό της σαν να ήξερε πάντα πότε μιλούσαν γι αυτήν.
Η πεθερά, η κυρία Ασπασία, είχε πονηρά αφήσει να εννοηθεί ένα βράδυ με φασολάδα πως θα ήταν θαυμάσιο να της αλλάξουν σπίτι στολισμένο, φρέσκο, μια καινούργια αρχή. Η Ειρήνη σιώπησε. Μα ο Κώστας ενθουσιάστηκεήταν η μάνα του άλλωστε. Η Ειρήνη δεν ήταν καθόλου υπέρ, αλλά δεν φώναξε.
Όχι. Δεν ήταν δική της υπόθεση. Αν ήθελε να το κάνει, ας το κάνει. Άσ τη να το αναλάβει. Η πεθερά έδειξε αμέσως ότι δεν ήθελε παρά τα αποτελέσματα: τίποτα άλλο παρά ατέλειωτες επιθυμίες, κατέγραψε τα πάντα σε μια λίστα με ροζ στυλό, ούτε ευχαριστώ, μόνο «Θέλω αυτό!». Ειρήνη, δεν είναι τζάμπα ανακαίνιση, είναι ανακαίνιση από τον γιο μου, διαβεβαίωσε ο Κώστας χασμουριώντας.
Μα βέβαια. Μα φυσικά! Η μητέρα του λάτρευε οτιδήποτε τσάμπα. Πάντα αυτό έλεγε στον Κώστα. Αν δεν της άρεσε κάτι, το καναν πάλι από την αρχή. Η Ειρήνη ήξερε. Η ανακαίνιση τελείωσε επιτέλους, και ήρθε η ώρα της μεγάλης επιστροφής της κυρίας Ασπασίας. Μπήκε, περιηγήθηκε το χαοτικό διαμέρισμα, και κυνικά είπε:
Τι να σου πω παιδί μου Δεν είναι όπως το φανταζόμουν. Η ταπετσαρία, καθόλου. Η κουζίνα, άστο Και αυτά τα ντουλάπια; Τόσο πρόχειρα που δεν υπάρχουν λόγια. Θέλω να σας πάω στα δικαστήρια, μόνο αυτό μου μένει.
Και ποιον δηλαδή, τον ίδιο σου τον γιο που τα πλήρωσε όλα απ την τσέπη του;
Άντε βρε Ειρήνη, πλάκα έκανα!
Η μάνα του Κώστα ήταν ταραγμένη σαν πελαγίσιο κύμα. Περίμενε χλιδή, κι αντ αυτού πήρε ένα περιποιημένο καινούριο σπίτι, αλλά όχι πολυτελείας. Γι αυτό της κακοφάνηκε. Ο Κώστας με την Ειρήνη δεν είχαν και τόσα ευρώ. Ό,τι μπορούσαν, έκαναν. Ούτε ένα «ευχαριστώ» όμως.
Ειρήνη, δε νομίζω να της άρεσε καθόλου η ανακαίνιση, της είπε ο Κώστας ένα βράδυ μέσα σε σύννεφα.
Δηλαδή τη θυμάσαι ποτέ σου να ενθουσιάζεται; Όλο και κάτι καλύτερο θέλει!
Ήθελε κάτι πιο ακριβό
Άκου να σου πω, τόσα λεφτά δεν έχουμε.
Κι εκεί, σα χαμένο πνεύμα, μπήκε ανάμεσά τους η φωνή της Ασπασίας:
Δεν μπορούσαμε να πάρουμε δάνειο;
Η Ειρήνη σκέφτηκε πως η μάνα της δεν θα πρόσεχε ούτε και να χτυπούσαν καμπάνες στο κεφάλι της. Μόνο και μόνο για τη μάνα της, ίσως να’παιρνε κανένα δανειάκι ή να δανειζόταν από θείες, να τα επέστρεφε στην ώρα της, βάζοντας και λίγα ευρώ παραπάνω. Η Ειρήνη είπε «ως εδώ». Όμως ο Κώστας την πρόλαβε:
Μαμά, σταμάτα! Δεν μ αρέσουν τα δάνεια, το ξέρεις. Ιδίως για βαψίματα και κουζίνες. Είναι όλα φτιαγμένα με γούστο. Τι άλλο πια θες;
Τουλάχιστον την κουζίνα να την ξαναφτιάχναμε Και χάθηκε πίσω απτην πόρτα.
Κώστα, νομίζω παράγινε τώρα, είπε εκνευρισμένη η Ειρήνη.
Ξέρεις πως έχει δύσκολη ιδιοσυγκρασία η μάνα μου
Το μαγαζί οικοδομικών υλικών έμοιαζε με λαβύρινθο της Κνωσού. Η Ειρήνη κρατούσε μια καινούργια τραπεζομάντηλα με μανταρίνια, ο Κώστας έσερνε σωλήνες σαν φίδια νερού. Όσο και να μην έπαιρναν τίποτα, το ταμείο τους κοιτούσε λοξά, σαν να βγήκε ήδη ένα ποσό στρογγυλό και βαρύ. Ό,τι και να έγινε, θα τελειώσει ποτέ αυτό;
Ξαφνικά, η Ειρήνη στάθηκε στη μέση του διαδρόμου.
Είπες πως δεν έχουμε άλλο ευρώ για την ανακαίνιση.
Σωστά έπρεπε να δανειστούμε κάτι.
Ως εδώ! Δεν αντέχω άλλο. Εγώ τόσα έκανα για τη μάνα σου! Τώρα δανειστήκατε; Αυτό ήταν το όριο!
Άφησε κάτω το τραπεζομάντηλο, κυλούσε σαν κύμα στο πάτωμα του διαδρόμου. «Όποιος θέλει ας το αγοράσει.»
Γύρισε προς την έξοδο. Ο Κώστας την ακολούθησε. Ακόμη κι αν ήταν μάνα του, ένιωθαν πως ίσως αυτό να αρκούσε.






