Η Μαμά Έχει Κουραστεί

Η μαμά κουράστηκε

Η Αριάδνη φώναζε τόσο πολύ στη ταμεία στο σούπερ μάρκετ, που της καημένης της γυναίκας έτρεμαν τα χέρια της.

Θα κάνετε πολύ ακόμα; Αν δεν μπορείτε να δουλέψετε σωστά, μείνετε στο σπίτι!

Συγγνώμη, ψέλλισε η ηλικιωμένη ταμείας, ήδη σκανάροντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά βρήκε τρόπο να επιταχύνει κι άλλο.

Αριάδνη, ο Μάριος, ο άντρας της, της άγγιξε δειλά τον αγκώνα, έλα, φτάνει, πάμε.

Η γυναίκα γύρισε απότομα:

Εσύ να μη μιλάς καθόλου! Σου ζήτησε κανείς τη γνώμη;

Ο Μάριος γύρισε το βλέμμα κάτω και σιώπησε. Πάντα το έκανε αυτό.

***

Στο σπίτι μύριζε κοτόπουλο με ρίγανη. Η πεθερά της, η κυρία Ντίνα Αντωνίου, στεκόταν πάνω απ την κατσαρόλα, ανακατεύοντας τη σούπα.

Να, ήρθατε! Έφτιαξα μαμαδίστικη κοτόσουπα, με χυλοπίτες. Πάρτε μια μπουκιά να φάτε.

Σας παρακάλεσα χίλιες φορές να μην ανακατεύεστε στην κουζίνα μου, ψιθύρισε έντονα η Αριάδνη. Τι, μένετε εδώ μόνιμα ή είστε ακόμα φιλοξενούμενη;

Η Ντίνα Αντωνίου χλώμιασε και κατέβασε το κουτάλι.

Ήθελα απλώς να βοηθήσω…

Δεν θέλω βοήθεια! Τα καταφέρνω μια χαρά μόνη μου!

Ξαφνικά ξεπρόβαλε ο επτάχρονος γιος, ο Φώτης:

Μαμά! Γεια! Ο Νίκος από την άλλη πολυκατοικία μου είπε ότι είμαι αδύναμος! Αλλά εγώ δεν είμαι έτσι, ε;

Άσε με τώρα, τον έκοψε απότομα η Αριάδνη. Δε βλέπεις ότι έχω δουλειά;

Ο Φώτης στάθηκε στην πόρτα, κοίταξε τη γιαγιά του. Αυτή έσκυψε το κεφάλι.

Η Αριάδνη έκλεισε με δύναμη την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο της.

***

Έτσι κυλούσαν οι μέρες τους.

Κάθε μέρα ίδια και απαράλλακτη. Η Αριάδνη ξυπνούσε νευριασμένη, κοιμόταν νευριασμένη, και όλη μέρα ξεσπούσε σε όποιον βρισκόταν μπροστά της. Στον άντρα της, στη πεθερά, στον γιο της, στην ταμεία, στις συναδέλφους, ακόμα και σε τυχαίους περαστικούς.

Κάποιες φορές όμως σπάνια της περνούσε απ το μυαλό: «Θεέ μου, τι πάω και κάνω;» Αλλά αυτή η σκέψη χανόταν γρήγορα σε μια μαύρη άβυσσο χωρίς έξοδο.

Ο Μάριος το είχε συνηθίσει πια. Μετά από δέκα χρόνια γάμου είχε μάθει ένα πράγμα: να σιωπά και να φαίνεται αόρατος.

Δούλευε σε δυο δουλειές, έφερνε τα ευρώ, έκανε ό,τι του έλεγε. Τα βράδια, όταν η Αριάδνη κοιμόταν, εκείνος έβγαινε στην κουζίνα, έπινε τσάι και κοίταζε το κενό για ώρες. Σκεπτόταν.

Η Ντίνα Αντωνίου είχε έρθει τρεις μήνες πριν, να βοηθήσει με τον Φώτη όσο οι γονείς του δούλευαν.

Προσπάθησε να αντέξει τα βλέμματα της Αριάδνης, γεμάτα θυμό, κάθε μέρα.

Ο Φώτης απλώς ζούσε. Έτρεχε, έπαιζε, ρώταγε ό,τι σκεφτόταν. Κάθε φορά που πλησίαζε τη μαμά του, έπεφτε πάνω σε έναν αόρατο τοίχο.

Στην αρχή έκλαιγε. Μετά σταμάτησε. Όταν δεν άντεχε, πήγαινε δίπλα στη γιαγιά και έμενε σιωπηλός, εκεί ήταν λίγο πιο ήσυχα.

***

Την Παρασκευή έγινε πάλι το ίδιο και το ίδιο.

Η Αριάδνη επέστρεψε από τη δουλειά έξω φρενών: το αφεντικό της είχε φωνάξει, μια συνάδελφος την είχε καρφώσει, στο μετρό της πατήσαν το πόδι.

Και για κακή τύχη, λίγο πριν μπει, ο Φώτης είχε χύσει χυμό πάνω στον καινούργιο μπεζ καναπέ τον οποίον αγόρασαν με δόσεις.

Ο μικρός στεκόταν με το άδειο ποτήρι και κοίταζε με απόγνωση τον κόκκινο λεκέ να απλώνεται.

Τι έκανες εκεί; φώναξε η Αριάδνη με το που μπήκε μέσα ξέρεις πόσο κοστίζει αυτός ο καναπές σε ευρώ;

Συγγνώμη, μαμά Δεν το ήθελα, σε παρακαλώ μην ουρλιάζεις! Σε φοβάμαι

Α, σε φοβάσαι κιόλας; και συνεχίζει να φωνάζει, μόνο να χαλάς και να κάνεις ζημιές ξέρεις, τίποτα άλλο! Δεν βρίσκω ησυχία μαζί σου!

Μαμά, συγγνώμη…

Πήγαινε στο δωμάτιο σου! Να μην σε ξαναδώ μπροστά μου!

Ο Φώτης έφυγε σιωπηλός. Η Αριάδνη συνέχισε να ξεσπά για ώρα, μέχρι που βράχνιασε.

***

Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πήγε στην κουζίνα, κάθισε στο παράθυρο. Έξω ψιχάλιζε.

Έμεινε πολλές ώρες να κοιτά τη βροχή να κυλάει στο τζάμι και να σκέφτεται πόσο κουράστηκε απ όλα. Πόσο ήθελε να σταματήσουν όλα. Να μείνει μόνη, να ησυχάσει και να μην ασχολείται κανείς μαζί της.

Χωρίς να το καταλάβει, αποκοιμήθηκε πάνω στο τραπέζι.

Ξύπνησε απ το κρύο, γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα.

Στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ο Μάριος κοιμόταν, η Ντίνα κοιμόταν, ο Φώτης κοιμόταν.

Σηκώθηκε, πέρασε από το μπάνιο, κι όταν γύρισε πέρασε από το δωμάτιο του μικρού. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Έριξε μια ματιά για να δει αν είχε σκεπαστεί.

Ο Φώτης κοιμόταν κουλουριασμένος, αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι του. Πλάι στο κρεβάτι, επάνω στο γραφείο, ήταν μια σχολική τετράδια η εξώφυλλο του όλο μουτζούρες με πλοία κι άρματα μάχης.

Η Αριάδνη είχε σκοπό να φύγει αλλά πρόσεξε τη λέξη:

«Μαμά».

Πήρε το τετράδιο, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και άρχισε να διαβάζει.

Ήταν ημερολόγιο.

Η πρώτη γραμμή έγραφε: Σεπτέμβριος.

Σήμερα η μαμά ξαναφώναξε. Ο μπαμπάς είπε ότι είναι κουρασμένη. Ήθελα να την αγκαλιάσω, αλλά δεν με θέλει. Ίσως επειδή είμαι κακός.
Η Αριάδνη κατάπιε με κόπο. Γύρισε σελίδα.

Οκτώβριος. Σήμερα είχε γενέθλια η γιαγιά. Ζωγράφισα μια κάρτα γεμάτη λουλούδια. Ήθελα να τη δώσω το πρωί, αλλά η μαμά πάλι φώναζε στον μπαμπά και δεν το τόλμησα. Την έβαλα κάτω από το μαξιλάρι μου. Ίσως αύριο, αν λείπει η μαμά.
Συνέχισε παρακάτω.

Νοέμβριος. Έσπασα το παιχνίδι που μου πήρε ο μπαμπάς επίτηδες. Σκέφτηκα ότι αν χαλάσω κάτι δικό μου, δεν θα φωνάξει. Αλλά πάλι φώναξε. Είπε ότι τίποτα δεν αξίζω και ότι είμαι χαζός.
Τα χέρια της Αριάδνης άρχισαν να τρέμουν.

Δεκέμβριος. Σε λίγες μέρες έχουμε Χριστούγεννα. Έγραψα γράμμα στον Άγιο Βασίλη και του ζήτησα να σταματήσει η μαμά να φωνάζει. Μακάρι να υπήρχε τέτοιο δώρο.

Ιανουάριος. Στο σχολείο μας ζήτησαν να γράψουμε τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε. Έγραψα: αόρατος. Για να μην με βλέπει η μαμά και να μην φωνάζει ποτέ. Η δασκάλα απόρησε και κάλεσε τον μπαμπά. Εκείνος μου είπε ότι κατά βάθος η μαμά είναι καλή, απλά περνάει δύσκολα. Το ξέρω εγώ. Θυμάμαι πώς ήταν παλιά. Μ αγκάλιαζε και γελούσε. Τώρα δεν γελάει. Ποτέ.
Η Αριάδνη έμεινε ασάλευτη. Της έσταζαν δάκρυα πάνω στις σελίδες, ανακατεύοντας τα γράμματα.

Φεβρουάριος. Σήμερα χύθηκε χυμός πάνω στον καναπέ. Η μαμά φώναζε πολλή ώρα.
Όταν φωνάζει, νιώθω ότι πεθαίνω κομμάτι κομμάτι. Πρώτα τα αυτιά μου, μετά η καρδιά, μετά η ψυχή. Ξάπλωσα κι έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα: Αν πεθάνω στον ύπνο μου, άραγε θα κλάψει; Ή μήπως θα πει ευτυχώς, ένα πρόβλημα λιγότερο;
Το τετράδιο έπεσε απ τα χέρια της Αριάδνης. Οι ώμοι της έτρεμαν, αλλά δεν έκανε θόρυβο. Φοβόταν να ξυπνήσει τον γιο της. Φοβόταν να τη δει έτσι. Φοβόταν τα πάντα.

Έμεινε ακίνητη πολύ ώρα. Είκοσι λεπτά; Ίσως μια ώρα. Μετά σήκωσε το τετράδιο, το άφησε στη θέση του και βγήκε.

Γύρισε στο κρεβάτι της. Ξάπλωσε πλάι στον Μάριο. Κοίταξε το ταβάνι μέχρι να χαράξει.

***

Το πρωί ξύπνησε πρώτος ο Φώτης.

Άνοιξε τα μάτια, τεντώθηκε στο κρεβάτι. Είδε την πόρτα ανοιχτή και θυμήθηκε το χθεσινό. Αναστέναξε.

Βγήκε στον διάδρομο, άκουσε. Σιωπή. Περίεργο. Συνήθως τέτοια ώρα η μαμά φωνάζει πως όλοι είναι σαν τα σαλιγκάρια.

Έκρυψε το κεφάλι στην κουζίνα.

Η μαμά κάθονταν στο τραπέζι. Δεν φώναζε, δεν έκανε θόρυβο. Απλώς κοίταζε το παράθυρο. Μπροστά της, μια κούπα με τσάι παγωμένη πια.

Μαμά; ρώτησε ο Φώτης δειλά.

Η Αριάδνη γύρισε. Το πρόσωπό της είχε αλλάξει κάπως δεν ήταν θυμωμένο, ούτε κουρασμένο, αλλά κάπως αλλιώς. Ο Φώτης δεν μπορούσε να καταλάβει πώς.

Καλημέρα, είπε ήσυχα. Έλα να φας.

Εκείνος κάθισε. Η μαμά του έβαλε ένα πιάτο με δημητριακά. Κάθισε απέναντί του.

Ο Φώτης έτρωγε και την κοίταζε. Περίμενε πότε θ αρχίσει το γνώριμο έργο. Αλλά δεν άρχισε.

Μαμά, τόλμησε τι έχεις;

Τίποτα.

Και γιατί δε μιλάς;

Σκέφτομαι.

Τι σκέφτεσαι;

Η Αριάδνη τον κοίταξε ήσυχα για πολλή ώρα. Ύστερα του χάιδεψε το κεφάλι. Έτσι, χωρίς λόγο.

Για σένα, του είπε. Για μας.

Ο Φώτης κόκαλωσε με το κουτάλι στο στόμα.

Μαμά, μήπως είσαι άρρωστη;

Όχι, μικρέ μου. Αντίθετα μάλλον γίνομαι καλά.

Δεν το κατάλαβε τι εννοούσε, αλλά κούνησε το κεφάλι. Δεν τον ένοιαζε αρκεί που δεν φώναζε.

Φάε, είπε η Αριάδνη. Πρέπει να ετοιμαστείς για το σχολείο.

Ο Φώτης ήπιε το γάλα του, σηκώθηκε να ντυθεί. Στην πόρτα σταμάτησε.

Μαμά, ντράπηκε σήμερα το βράδυ θα ξαναφωνάξεις;

Η Αριάδνη πήγε κοντά του, έσκυψε να τον δει στα μάτια.

Άκου να σου πω, του είπε αποφασιστικά. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά θα προσπαθήσω. Δεν θα ξαναφωνάξω. Τουλάχιστον, όχι για να σε τρομάξω. Κατάλαβες;

Ο Φώτης ένευσε.

Κι αν δεν τα καταφέρεις; ψιθύρισε.

Τότε να μου το πεις. Να πεις: Πάλι τα ίδια. Κι εγώ θα θυμηθώ.

Τι θα θυμηθείς;

Όλα. Του φίλησε το μέτωπο. Πήγαινε τώρα.

Ο Φώτης έφυγε.

Η Αριάδνη έμεινε στο χωλ. Άκουσε το ασανσέρ να χτυπάει. Μετά σιωπή.

Βγήκε ο Μάριος κοιμισμένος ακόμα, με τα μαλλιά ανάκατα.

Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς; ρώτησε.

Δεν με έπιανε ο ύπνος.

Τη κοίταξε προσεκτικά.

Όλα καλά;

Καλά, απάντησε εκείνη. Πάμε να φάμε.

Πήγε κι ο Μάριος στην κουζίνα. Έκατσαν μαζί στο τραπέζι. Ο Μάριος γέμισε την κούπα του με τσάι…

Μάριε, ρώτησε ξαφνικά η Αριάδνη, εσύ γιατί με αγαπάς;

Ο Μάριος έπνιξε το τσάι του.

Τι;

Γιατί με αγαπάς; Εγώ εγώ νιώθω τέρας.

Ο Μάριος άφησε προσεκτικά το φλιτζάνι του. Την κοίταξε.

Δεν είσαι τέρας, της είπε. Απλά ξέχασες ποια είσαι.

Ποια είμαι δηλαδή;

Όλων των ειδών, χαμογέλασε ο Μάριος. Θυμάμαι ότι ήσουν ζεστή, αστεία, τρυφερή. Μπορείς να αγκαλιάζεις τόσο σφιχτά που σου σπάει τα πλευρά Όλα τα θυμάμαι, Αριάδνη. Εσύ τα ξέχασες

Η Αριάδνη σιώπησε.

Ξέρεις, περιμένω με ανυπομονησία να σε ξαναδώ έτσι όπως ήσουν τότε, πρόσθεσε ο Μάριος. Όσο πάρει, θα περιμένω.

Η Αριάδνη του έπιασε το χέρι.

***

Εκείνη τη μέρα δεν φώναξε σε κανέναν.

Ο Φώτης γύρισε απ το σχολείο. Πέταξε τη σάκα του, την αγκάλιασε χωρίς λόγο.

Μαμά, πήρα άριστα σήμερα!

Μπράβο σου, τον επαίνεσε η Αριάδνη. Είμαι πολύ περήφανη!

Ο μικρός στάθηκε απορημένος.

Αλήθεια;

Αλήθεια.

Ο Φώτης χαμογέλασε τόσο πλατιά, όπως είχε καιρό να χαμογελάσει.

Μαμά, ξέρεις, σήμερα σκεφτόμουν στο σχολείο: λέω, άραγε θα με αγκαλιάσει η μαμά το βράδυ; Και τελικά, το έκανες.

Χαζούλη, τον έσφιξε στην αγκαλιά της η Αριάδνη. Από τώρα και στο εξής, θα σε αγκαλιάζω κάθε μέρα!

***

Το βράδυ η Αριάδνη μπήκε στο δωμάτιο του μικρού. Ο Φώτης κοιμόταν ήδη. Στο γραφείο ήταν το ίδιο τετράδιο.

Το πήρε, άνοιξε στη τελευταία σελίδα. Πήρε ένα στυλό, έσκυψε και έγραψε κάτω από τις δικές του γραμμές:

Αγοράκι μου, σ αγαπώ πάρα πολύ. Συγχώρεσέ με. Θα το προσπαθήσω πολύ.
Η μαμά σου.

Oceń artykuł
Η Μαμά Έχει Κουραστεί